


Μετά την ταινία ήρθε και το αναπόφευκτο βασισμένο σε αυτήν παιχνίδι. Τα καταφέρνει καλύτερα;
Μετά την ταινία ήρθε και το αναπόφευκτο βασισμένο σε αυτήν παιχνίδι. Τα καταφέρνει καλύτερα;
The Mona Lisa Smile
Για τον Κώδικα Da Vinci ως κοινωνικό φαινόμενο, δε νομίζουμε ότι υπάρχουν πράγματα και απόψεις που δεν έχουν γραφτεί. Το βιβλίο του Dan Brown σάρωσε τα πάντα στο πέρασμά του, η ταινία (αν και μέτριας ποιότητας) σημείωσε τεράστια επιτυχία και ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων και τώρα, το πακέτο κλείνει με το αναπόφευκτο παιχνίδι που βασίζεται στις περιπέτειες του Robert Langton και της Sophie Neveu…είναι γνωστό, ζούμε στην εποχή των franchises…
Η ιστορία μας λοιπόν ξεκινά στο σύγχρονο Παρίσι και όταν η αστυνομία της πόλης καλεί τον επιστήμονα Robert Langton να επισκεφθεί το Λούβρο, ούτως ώστε να δώσει κατάθεση και όσες πληροφορίες γνωρίζει σχετικά με έναν ηλικιωμένο άντρα που βρέθηκε δολοφονημένος μέσα στο μουσείο. Το δυσάρεστο για τον Langton είναι ότι θεωρείται από την αστυνομία ως ο βασικός ύποπτος για τη δολοφονία, μια υποψία που βασίζεται σε ένα μήνυμα που έγραψε δίπλα στο σημείο όπου άφησε την τελευταία του πνοή ο νεκρός άντρας. Λίγα λεπτά μετά την έναρξη της περιπέτειας, στο παιχνίδι μπαίνει και η Sophie Neveu, μια πράκτορας της γαλλικής αστυνομίας με εξειδίκευση στα κρυπτογραφημένα μηνύματα. Όπως αποδεικνύεται στην πορεία, ο δολοφονημένος άντρας είναι ο παππούς της Sophie, η ίδια γνωρίζει ότι ο Langton δεν έχει απολύτως καμία σχέση με τη δολοφονία του και προσπαθεί να τον φυγαδεύσει, ούτως ώστε να βρουν μαζί την απάντηση στα μυστήρια που κρύβονται πίσω από τα κρυπτογραφημένα μηνύματα που άφησε πίσω της ο παππούς της.
Βέβαια, το The Da Vinci Code, δεν καταπιάνεται με την απλή εξιχνίαση μιας δολοφονίας, καθώς -όπως θα γνωρίζετε- το κεντρικό θέμα της ιστορίας είναι τα μυστικά που έκρυψε στα έργα του ο διάσημος καλλιτέχνης της Αναγέννησης, μυστικά που έχουν να κάνουν με το μύθο της σχέσης που είχε η Μαγδαληνή με τον Ιησού και της πιθανότητας οι δύο τους να είχαν αποκτήσει απογόνους. To παιχνίδι της 2K Games ανήκει στην κατηγορία των παιχνιδιών adventure, μια επιλογή που σίγουρα δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετική, μιας και η ιστορία του Dan Brown αποτελεί ιδανικό υπόβαθρο για δημιουργία τέτοιου είδους παιχνιδιού. Ωστόσο, εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με την παραδοσιακή «point and click» μορφή των adventure, αλλά με μια πιο σύγχρονη υλοποίηση που ακολουθεί πιστά τις τάσεις της εποχής.
Έχοντας σαφείς επιρροές από το κορυφαίο adventure της Atari, Fahrenheit και με τον ταλαντούχο δημιουργό Charles Cecil (το μυαλό πίσω από τη θρυλική σειρά περιπέτειας Broken Sword) να βρίσκεται στο ρόλο του ειδικού συμβούλου, το παιχνίδι της The Collective είναι ένα συμπαγές κράμα επίλυσης γρίφων και action sequences, φτιαγμένο με γνώμονα το mainstream κοινό και όχι τους παίκτες που έχουν μεγαλώσει παίζοντας παιχνίδια περιπέτειας. Αυτό το γεγονός προδίδεται κυρίως από την απλότητα που χαρακτηρίζει το παιχνίδι, μια απλότητα που ξεκινά από το μοντέλο χειρισμού (έλεγχος τύπου «FPS» με πληκτρολόγιο και ποντίκι), αλλά και το απλούστατο interface που διατίθεται στον παίκτη. Αυτό το interface αποτελείται από μενού με βατή πλοήγηση, μικρό inventory, το οποίο δίνει τη δυνατότητα χρήσης αντικειμένων, ελέγχου ή συνδυασμού τους με άλλα.
Επίσης, οι δύο χαρακτήρες που θα ελέγξουμε στην περιπέτεια, διαθέτουν έναν αριθμό από επιπρόσθετες δυνατότητες, όπως την αθόρυβη (stealth) κίνηση στο χώρο και τις κινήσεις επίθεσης. Η διαφορά μεταξύ των δύο αυτών έξτρα δυνατοτήτων, εντοπίζεται στο ότι η πρώτη μπορεί να εκτελεστεί σε οποιοδήποτε σημείο της περιπέτειας, ενώ οι δεύτερες μόνο υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις και όταν οι πρωταγωνιστές της ιστορίας έρχονται αντιμέτωποι με κάποιον εχθρό. Σε γενικές γραμμές, το σύστημα ελέγχου, χρήσης αντικειμένων, μάχης και κίνησης στο χώρο για τον Langton και τη Neveu, είναι καλοφτιαγμένο και, όπως προαναφέραμε, με την απλότητα να αποτελεί το κυρίαρχο στοιχείο της.
Εκεί που το παιχνίδι της The Collective ίσως σας προξενήσει μια κάποια απογοήτευση είναι στους γρίφους του. Αυτό δεν θα οφείλεται στο ό,τι οι γρίφοι είναι κακοσχεδιασμένοι ή υπερβολικά εύκολοι, αντιθέτως, οι γρίφοι του The Da Vinci Code είναι από τους πιο ευχάριστους και ευφάνταστους που έχουμε δει τον τελευταίο καιρό σε παιχνίδι της κατηγορίας. Το πρόβλημα εντοπίζεται στο γεγονός πως, όποιος έχει διαβάσει το βιβλίο ή, ακόμη χειρότερα, έχει δει την ταινία, θα ξέρει τι ακριβώς πρέπει να πράξει πριν καν τελειώσει η όποια κινηματογραφική σκηνή προετοιμάζει το έδαφος για τον επόμενο γρίφο. Η μόνη δυσκολία που ίσως προκύψει έχει να κάνει απλά και μόνο με τον τρόπο που πρέπει να φτάσουμε μέχρι τον επόμενο γρίφο και όχι με την τελική του επίλυση.
Αυτό βέβαια ισχύει μόνο για όσους έχουν δει την ταινία, γιατί σε άλλη περίπτωση πολλοί από τους γρίφους θα σας κάνουν τη ζωή δύσκολη και ίσως σας οδηγήσουν μέχρι μια ιστοσελίδα με οδηγούς στρατηγικής ούτως ώστε να μπορέσετε να προχωρήσετε παρακάτω. Αλλά ακόμη και εδώ, η The Collective φρόντισε να ενσωματώσει ένα έξυπνο σύστημα βοηθειών (Hints), οι οποίες έρχονται με φειδώ, δεν καταστρέφουν τη μαγεία της επίλυσης των γρίφων και απλά μειώνουν -πάντα σε λογικά και θεμιτά πλαίσια- το βαθμό δυσκολίας.
Μια ακόμη -δυσάρεστη αυτή τη φορά- έκπληξη έχει να κάνει με την ολοκληρωτική απουσία των μορφών και των φωνών των ηθοποιών που πρωταγωνίστησαν στην ταινία. Η χρήση καλλιτεχνών όπως οι Tom Hanks, Jean Reno, Audrey Tautou και Ian McKellen αποδείχτηκε εξαιρετικά…ακριβή για την 2K Games και έτσι πάρθηκε η εύκολη απόφαση της δημιουργίας φιγούρων εντελώς διαφορετικών από αυτές των προαναφερθέντων ηθοποιών, με μόνο τις φωνές ορισμένων από τους χαρακτήρες που ακούγονται στο παιχνίδι να θυμίζουν τους πρωταγωνιστές της ταινίας. Σε κάθε άλλη περίπτωση το γεγονός της απουσίας μεγάλων ονομάτων δεν θα ενοχλούσε, όμως όταν το παιχνίδι πλασάρεται στην αγορά ως «επίσημο προϊόν της ταινίας» και από τη στιγμή που ο καταναλωτής περιμένει να βρει μέσα του τα αστέρια του κινηματογράφου, τότε πρέπει να χρεωθεί ως αρνητικό.
Σε ό,τι έχει να κάνει με την τεχνολογία των γραφικών, δεν μπορούμε να πούμε ότι μείναμε απόλυτα ικανοποιημένοι από αυτό που είδαμε. Η μηχανή γραφικών δείχνει να έχει ηλικία τουλάχιστον δύο ετών, οι υφές -ακόμη και στη μέγιστη ανάλυση- είναι μονοδιάστατες και φτωχές, ενώ οι όποιες προσπάθειες έχουν γίνει για απόδοση εκφράσεων στα πρόσωπα των χαρακτήρων απλά τους κάνει να δείχνουν πολύ πιο ψεύτικους. Ευχάριστη παρένθεση στο μέτριο αποτέλεσμα των γραφικών είναι η αναπαράσταση πολλών αριστουργημάτων, τα οποία εκτίθενται στο Λούβρο και κάποιες ακόμη σκηνές που απεικονίζουν ορισμένες από τις περιοχές όπου ταξιδεύει το ζευγάρι των φυγάδων.
Τέλος, τα μουσικά θέματα του Winifred Phillips (συνθέτη της μουσικής που απολαύσαμε στο κορυφαίο και αγαπημένο God of War της Sony), είναι εξαιρετικής ποιότητας και δίνουν μια κινηματογραφική διάσταση στο παιχνίδι. Η αλήθεια είναι ότι το The Da Vinci Code μάς εξέπληξε ευχάριστα. Από παιχνίδια που αποτελούν τμήμα ενός franchise (και δη ενός τόσο εφήμερου) οι προσδοκίες βρίσκονται πάντα πολύ χαμηλά, αφού το καλύτερο που περιμένουμε είναι η στυγνή εκμετάλλευση του ονόματος που φέρει το παιχνίδι. Η The Collective δεν έπεσε σε αυτήν την παγίδα και παρόλο που βάδισε σε εύκολα και σίγουρα μονοπάτια, μας προσέφερε ένα αξιόλογο adventure, που ίσως να μη μείνει ανεξίτηλο στη μνήμη μας και στο πάνθεον των videogames, αλλά που σίγουρα είναι ικανό να προσφέρει μερικές ώρες ευχάριστης περιπέτειας και εξερεύνησης.
Δείτε το trailer (WMV 16MB) του The Da Vinci Code πατώντας εδώ
Απαιτήσεις συστήματος
Λειτουργικό Windows 2000/ XP
Επεξεργαστής Pentium 1.8 GHz
Μνήμη 512MB
Κάρτα γραφικών 64MB
Σκληρός δίσκος 3 GB
PEGI 16+