
Burnout Paradise
Η σειρά Burnout βρίσκεται και πάλι στο προσκήνιο.
Από τη στιγμή που θα ξεκινήσει κάποιος αγώνας, οι οπαδοί της σειράς θα νιώσουν μια έντονη οικειότητα με το όλο στήσιμο, μιας και ουσιαστικά ο χειρισμός δεν έχει υποστεί αλλαγές. Για άλλη μια φορά τα αυτοκίνητα αναπτύσσουν «υπερηχητικές» ταχύτητες, ενώ τα παρατεταμένα drifts αλλά και τα ακροβατικά γενικότερα (στροφές 90 μοιρών, άλματα), φορτίζουν τον μετρητή boost ακόμα ταχύτερα. Στο Paradise απαιτείται όσο ποτέ άλλοτε η σωστή επιλογή οχήματος, μιας και κάποια διαθέτουν κορυφαία ταχύτητα αλλά πολύ μικρή αντοχή στα χτυπήματα, άλλα είναι ιδανικά για πλαγιολισθήσεις κ.ο.κ. Πάντως, εδώ η Criterion έχει καταφέρει να παντρέψει στοιχεία τόσο από το Dominator όσο και από το Revenge, οπότε με λίγα λόγια το πακέτο θα ικανοποιήσει όλους τους οπαδούς της σειράς.
Δυστυχώς, πέρα από τα τόσα θετικά στοιχεία είναι αλήθεια πως ούτε το νέο Burnout δεν καταφέρνει να αποφύγει τα λάθη. Σημαντικότερο όλων είναι πως με το που θα ξεκινήσει κάποια αναμέτρηση, ο παίκτης δεν μπορεί να τη διακόψει και να αρχίσει από την αρχή με κανένα τρόπο, πέρα από το να μεταβεί ξανά στο σημείο εκκίνησης. Αυτό το χαρακτηριστικό γίνεται ακόμα πιο εκνευριστικό σε αγώνες όπου η ήττα είναι προφανής, αλλά είναι αναγκαίο το αυτοκίνητο να περάσει τη γραμμή του τερματισμού. Και λόγω έκτασης δεν είναι και ό,τι πρακτικότερο να διανύσει κάποιος μια τόσο μεγάλη διαδρομή για να επαναλάβει κάποιο event. Παράλληλα, για χάρη του free roam είναι αλήθεια πως έχει χαθεί σε μεγάλο βαθμό η καλλιτεχνική προσέγγιση του τίτλου, μιας και η Paradise City –και πάντα σε επίπεδο εμφάνισης– είναι μία μάλλον αδιάφορη πόλη, η οποία είναι πλημμυρισμένη από γέφυρες, τούνελ και κτίρια. Αυτό είναι το τίμημα που πληρώνει ένας «ανοικτός» τίτλος, το οποίο όμως, δεν είναι σε θέση να αφαιρέσει πόντους από το γενικότερο άρτιο σύνολο.
Μπορεί το Burnout Paradise να μην αντιμετωπίζει προβλήματα σε ό,τι έχει να κάνει με τα διαθέσιμα οχήματα και τις δοκιμασίες -που είναι αντίστοιχα 75 και 120 στον αριθμό- αλλά αν κάποιος βαρεθεί τότε έρχεται η ώρα του multiplayer για να παρατείνει ακόμα περισσότερο την όλη αυτή εμπειρία. Καταρχάς, έκπληξη προκαλεί ο τρόπος που αυτό γίνεται εφικτό, μιας και πρακτικά το μόνο που απαιτείται είναι το πάτημα ενός και μόνο κουμπιού στο d-pad. Από εκεί και έπειτα οι επιλογές θα ικανοποιήσουν και τους πλέον απαιτητικούς μιας και μέχρι 8 παίκτες είναι δυνατόν να συναγωνιστούν σε κάθε αγώνα.
Αυτοί μπορούν αρχικά να κινούνται ελεύθερα στην πόλη εκτελώντας διάφορα ακροβατικά, με την βαθμολογία του καθενός να είναι ορατή σε όλους. Από εκεί και έπειτα, αν κάποιος θέλει να πέσει στα βαθιά, υπάρχουν έτοιμοι αγώνες αν και αποδεικνύεται πως το επίπεδο είναι αρκετά ανεβασμένο, ενώ η χρήση της κάμερας Xbox Live Vision είναι αναμφίβολα αρκετά έξυπνη και πρωτότυπη. Σε τεχνικό επίπεδο για άλλη μια φορά η Criterion αποδεικνύει πως έχει την γνώση να εκμεταλλεύεται το hardware πάνω στο οποίο εργάζεται και έτσι δεν είναι τυχαίο ότι το Paradise είναι πανέμορφο. Η μετάβαση στην υψηλή ανάλυση έγινε χωρίς προβλήματα, με την ταχύτητα για άλλη μια φορά να εντυπωσιάζει και με το frame rate να αρνείται πεισματικά να πέσει.

Τα αυτοκίνητα έχουν επιτέλους τις λεπτομέρειες που τόσα χρόνια αναζητούσαμε -αν και η απουσία του οδηγού είναι μια σημαντική παραφωνία- ενώ το κορυφαίο damage model επιδεικνύει ακόμα και διάφορα εξαρτήματα που αρχικά δεν είναι ορατά όπως είναι οι κινητήρες, οι αναρτήσεις, τα ψαλίδια κ.λπ. Γενικότερα, η συνολική εικόνα είναι χάρμα οφθαλμών που συμπληρώνεται από όμορφα και προπάντων πειστικά εφέ. Η δοκιμή στηρίχθηκε στην έκδοση για το Xbox 360, αλλά συγκρίνοντας την με την αντίστοιχη του PlayStation 3, είναι αλήθεια πως οι μεταξύ τους διαφορές είναι ελάχιστες, με ένα ελαφρύ προβάδισμα να έχει αυτή για την κονσόλα της Sony, η οποία σε υψηλές ταχύτητες δεν δείχνει τα textures τόσο θολά. Ο ήχος, τέλος, έχει δύο όψεις μιας και από την μία «παρών» δηλώνει ένα κορυφαίο σύνολο από rock ακούσματα και εντυπωσιακά εφέ, αλλά από την άλλη ο dj–εκφωνητής είναι απίστευτα εκνευριστικός.
Είναι προφανές ότι το Burnout Paradise είναι μια δημιουργία που ήρθε για να μείνει και που σαφέστατα θα αποτελέσει το μέτρο σύγκρισης για την κατηγορία από εδώ και στο εξής. Η Criterion κατάφερε να ανεβάσει τον πήχη πολύ ψηλά και με έξυπνες κινήσεις και προσθήκες δείχνει για άλλη μια φορά πως έχει πάρει τον δρόμο για την κορυφή. Δρόμος που επάξια της αξίζει.