Haze

Με τη Free Radical στο τιμόνι και τη δύναμη του PS3 στη «μηχανή» του, τι θα μπορούσε να πάει στραβά;

Με τη Free Radical στο τιμόνι και τη δύναμη του PS3 στη «μηχανή» του, τι θα μπορούσε να πάει στραβά;

Με τη Free Radical στο τιμόνι και τη δύναμη του PS3 στη «μηχανή» του, τι θα μπορούσε να πάει στραβά;

Έφτασε, λοιπόν, η ώρα που το Haze ολοκληρώθηκε και είναι στη διάθεση του κοινού και αν θέλαμε να εκφράσουμε τα συναισθήματά μας, τότε αυτά θα περικλείονταν στη λέξη “επιτέλους”. Σαφώς και έχουν ακουστεί πάρα πολλά σχετικά με τη νέα δημιουργία της Free Radical και μάλιστα με έντονο παρασκήνιο, αλλά αυτά είναι στοιχεία που δεν θα απασχολήσουν του συγκεκριμένου κειμένου. Η παραλαβή του ολοκληρωμένου κώδικα έγινε σε μια περίοδο όπου ήδη αρκετοί έσπευσαν να προδικάσουν τη νέα αυτή προσπάθεια της Ubisoft και έπειτα από αρκετές ώρες ενασχόλησης μαζί της μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε πως πολλές κατηγορίες ίσως και να μην ευσταθούν, αλλά από την άλλη το κοινό δικαιολογημένα βρίσκεται σε μία σύγχυση.

Είναι σχεδόν σίγουρο ότι οι περισσότεροι θα έχουν ακούσει κάτι γύρω από το Haze, ένα αρκετά ταλαιπωρημένο FPS όπου έπειτα από καιρό έρχεται να σβήσει την δίψα των χρηστών του PlayStation 3, που ακόμα αναζητούν μια ισχυρή -και προπάντων αποκλειστική (τουλάχιστον για την ώρα)- κυκλοφορία στη συγκεκριμένη κατηγορία. Το έργο της Free Radical μπορεί να χαρακτηριστεί και εύκολο αλλά και δύσκολο, μιας και ουσιαστικά δεν έχει να αντιμετωπίσει ανταγωνισμό στην κονσόλα στην οποία κυκλοφορεί, αλλά από την άλλη καλείται να υπερασπιστεί την βαριά κληρονομιά που έχει δημιουργήσει με τη σειρά TimeSplitters. Και ειδικά σε μια κατηγορία που δείχνει να είναι αμείλικτη και που πολλοί θεωρούν υψίστης σημασίας.

Το Haze αποτελεί προϊόν πολλών ωρών εργασίας και είναι εμφανές πως ορισμένοι τομείς έχουν τύχει ιδιαίτερης μεταχείρισης. Το πλέον ευχάριστο είναι πως το σενάριο -δια χειρός Rob Yescombe- κατά κάποιο τρόπο καυτηριάζει τη σύγχρονη εποχή,  παρόλο που διαδραματίζεται στο μέλλον, με πάρα πολλά υπονοούμενα. Ωστόσο, το πρόβλημα με το σενάριο δεν εντοπίζεται στην, κατά τα άλλα ικανοποιητική, κύρια δομή του αλλά στην περαιτέρω εξέλιξή του. Φυσικά υπάρχουν και αναλαμπές, αλλά κάτω από τη γενικότερη πίεση του hype –και σε συνδυασμό με τις αρκετές λάθος επιλογές- είναι αλήθεια πως περισσότερο δημιουργείται μια αίσθηση κούρασης παρά ενθουσιασμού.

Καταρχάς και για να μπουν οι σκέψεις σε μια σειρά, ο παίκτης καλείται να αναλάβει τον έλεγχο ενός στρατιώτη που πρακτικά ανήκει στην Mantel Corp, μία εταιρία παραγωγής οπλικών συστημάτων της οποίας οι επιθετικές βλέψεις αποκαλύπτονται σταδιακά. Με αντάλλαγμα μεγάλα χρηματικά ποσά, η εν λόγω βιομηχανία όπλων έχει καταφέρει να δελεάσει πολλούς ανυποψίαστους και να δημιουργήσει έτσι έναν διόλου ευκαταφρόνητο ιδιωτικό στρατό, που της παρέχει τη δυνατότητα να επεμβαίνει χωρίς κανένα δισταγμό σε οποιοδήποτε μέρος της Γης, επιβάλλοντας τους δικούς της κανόνες. Σημαντικό ρόλο για τον έλεγχο της τεράστιας αυτής δύναμης παίζει το πολυδιαφημισμένο Nectar. Ουσιαστικά, πρόκειται για μια ουσία όπου καταναλώνοντας την κάποιος, αποκτά αυξημένες κινητικές και μυϊκές δυνατότητες.

Όμως, η κατάσταση δεν είναι και τόσο απλή. Πρακτικά, η Mantel μπορεί και παρακολουθεί ανά πάσα στιγμή τις ενέργειες του καθενός στρατιώτη της με τη δυνατότητα να τον…«παύσει» αν κάτι πάει στραβά. Από την άλλη, το Nectar είναι ουσιαστικά μια ναρκωτική ουσία όπου, πέρα από την αναμενόμενη εξάρτηση, προκαλεί και εντονότατη επιθετική συμπεριφορά ενώ είναι εμφανές πως σταδιακά καταλαμβάνει ολοκληρωτικά αυτόν που την χρησιμοποιεί, οδηγώντας τον δίχως υπερβολή στην τρέλα.Το συγκεκριμένο στοιχείο αποτελεί δίχως αμφιβολία το σημείο-κλειδί του Haze, που παράλληλα το διαχωρίζει από τον ανταγωνισμό. Φυσικά, ο παίκτης μπορεί ανά πάσα στιγμή να το χρησιμοποιήσει αποκτώντας ορισμένες υπερφυσικές δυνατότητες, αλλά εδώ το μέτρο είναι απαραίτητο. Η κατάχρηση οδηγεί στην παράνοια και έτσι αν κάποιος είναι απρόσεκτος και προβεί σε υπερβολική δόση, τότε για ένα διάστημα χάνει την επαφή με το γύρω περιβάλλον του και πυροβολεί αδιακρίτως.

Σε ό,τι αφορά τη γενικότερη χρήση του Nectar έχει επιτευχθεί μια αξιοπρόσεκτη ισορροπία, ενώ σε αυτό συνδράμει και το σωστά κατανεμημένο επίπεδο δυσκολίας. Εδώ υπάρχουν τρία διαθέσιμα, με ακόμα ένα να ξεκλειδώνεται κατόπιν της ολοκλήρωσης του τίτλου, τα οποία θα καλύψουν κάθε γούστο και δυνατότητα. Παρά την διαφορετική εντύπωση που ίσως δημιουργείται αρχικά, το Haze είναι ένα συνηθισμένο shooter, μιας και ποτέ δεν προσφέρει επιλογές για team based τακτικές. Αρχικά, ο κεντρικός χαρακτήρας θα συνοδεύεται από τους συμπολεμιστές του, οι οποίοι με την σειρά τους ενεργούν αυτοβούλως και τις περισσότερες φορές με βάση τη λογική, αλλά μέχρι εκεί.

Πάντως, από το ξεκίνημα κιόλας ο κεντρικός χαρακτήρας δείχνει να ενοχλείται από τη γενικότερη συμπεριφορά και νοοτροπία της Mantel και πολύ σύντομα δημιουργείται και το πρώτο κρούσμα. Αποφεύγοντας τα spoilers, απλά θα αναφέρουμε ότι η ζωή του θα αλλάξει σε μια νύχτα και η, μέχρι πρότινος, ομάδα του θα καταλήξει να γίνει ο κύριος εχθρός του. Και κάπου εδώ το Haze αρχίζει την κατωφερή πορεία του. Η φρεσκάδα και ο ρυθμός των πρώτων αποστολών δίνουν τη θέση τους σε μάλλον αδιάφορες και επαναλαμβανόμενες μάχες, που μάλιστα θυμίζουν εκνευριστικά μια άλλη δημιουργία της Ubisoft. Πάντως, ένα στοιχείο για το οποίο η Free Radical μπορεί να υπερηφανεύεται είναι η ποικιλία που προσφέρει στα πεδία της μάχης. Έτσι, τη μια στιγμή οι μάχες θα διεξάγονται σε εγκαταλελειμμένα εργοστάσια και βιομηχανικές ζώνες, για να μεταφερθούν λίγο αργότερα σε ορισμένα πολύχρωμα τροπικά μέρη.

Τα επίπεδα διακρίνονται για το τεράστιο μέγεθος τους, ενώ και η απουσία loading προσφέρει την απαραίτητη ροή με τη δράση να μην διακόπτεται πρακτικά ποτέ και αυτό μάλλον οφείλεται στο αρχικό –και μάλιστα απαραίτητο- install. Βέβαια, στη συνέχεια η εικόνα δεν είναι και τόσο ξεκάθαρη και έτσι μιλώντας για τον ρου της ιστορίας, το γεγονός πως πρόκειται για μια υπερβολικά γραμμική περιπέτεια είναι ένα στοιχείο που σαφώς και δεν περνάει απαρατήρητο. H λογική που διέπει την εξέλιξη του gameplay βασίζεται στη μετάβαση από το ένα σημείο στο άλλο, αλλά το αρνητικό είναι πως η διαδρομή που επιβάλλεται να ακολουθήσει ο παίκτης είναι πάντοτε μόνο μία. Παράλληλα, δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να επέμβει στην εξέλιξη της ιστορίας ή στην αποπεράτωση της εκάστοτε αποστολής, μιας και οι ενέργειες που πρέπει να γίνουν είναι πάντοντε scripted και συγκεκριμένες.

Οπότε, βάσει αυτής της λογικής, ο έξυπνος σχεδιασμός των επιπέδων απλά δεν αξιοποιείται, ενώ είναι αλήθεια πως σχετικά γρήγορα ο παίκτης θα νιώσει ένα έντονο αίσθημα περιορισμού, που ποτέ δεν αφήνει τον τίτλο να «ανασάνει». Αυτός είναι και ο λόγος που οι εκπλήξεις απουσιάζουν, μειώνοντας δραματικά το ενδιαφέρον για το Haze. Μπορεί το πόνημα της Free Radical να έρχεται σε μια περίοδο όπου «παίζει» χωρίς ανταγωνιστή για να συγκριθεί, αλλά από την άλλη, οι προσδοκίες από αυτό είναι τόσο υψηλές που σε τελική ανάλυση το βλάπτουν. Το δυσάρεστο είναι ότι ο παίκτης δεν θα νιώσει ποτέ πως η μάχη που θα δώσει θα φτάσει κάποια στιγμή σε μια κορύφωση και θα δώσει απαντήσεις στα ερωτηματικά που δημιουργούνται. Σύντομα θα καταλήξει στο συμπέρασμα πως τελικά παρατηρείται μια κρίση ταυτότητας, με τον τίτλο να προσπαθεί να κινηθεί προς ένα μονοπάτι αλλά οι μετέπειτα λανθασμένες επιλογές της εταιρίας να βάζουν φρένο στις όποιες προσπάθειες καινοτομιών και αποστασιοποίησης από το σύνολο.

Έτσι το Haze καταλήγει δυστυχώς να είναι «ένα ακόμα απλό FPS» που δανείζεται στοιχεία από άλλες δημιουργίες, ενώ το δικό του δυνατό χαρτί -προς μεγάλη μας απογοήτευση- το θυσιάζει σχεδόν από την αρχή. Έτσι, ενώ το Nectar αφήνει τις καλύτερες εντυπώσεις για τη συνέχεια, σύντομα ο παίκτης με έκπληξη συνειδητοποιεί πως ο πρωταγωνιστής αλλάζει στρατόπεδο δίχως ο ίδιος να μπορεί να επέμβει και έτσι γίνεται αντίπαλος του όλου οικοδομήματος που ακούει στο όνομα Mantel Corp. οπότε και καταλήγει να είναι ένας απλός στρατιώτης δίχως ιδιαίτερες ικανότητες, στοιχείο που σίγουρα θα απογοητεύσει. Επίσης, τα λάθη σε θέματα παρουσίασης και δομής εδώ είναι καταλυτικά, μιας και παρόλο που η εταιρία θέλησε να ακολουθήσει μία τακτική παράλληλη με την αντίστοιχη της Valve γύρω από τον Gordon Freeman, εδώ ο κεντρικός χαρακτήρας παραμένει αδιάφορος και απρόσωπος, οπότε, ο παίκτης είναι σχεδόν αδύνατο ταυτιστεί μαζί του.
{PAGE_BREAK}
Βέβαια παρά τους γερασμένους μηχανισμούς του που αδυνατούν να συγκινήσουν τον απαιτητικό gamer, η Free Radical έχει δώσει τη δέουσα προσοχή σε ορισμένους τομείς που θα ήταν πραγματικά άδικο να μην αναφερθούν. Στην κορυφή όλων κατατάσσεται η δυναμική των όπλων, όπου δίχως υπερβολή αγγίζουν τα επίπεδα του Black. Από το απλό περίστροφο μέχρι τον εκτοξευτή ρουκετών, η αίσθηση που δημιουργείται είναι η σωστή ενώ και το αποτέλεσμα φαίνεται πως κινείται πολύ κοντά στην πραγματικότητα. Το οπλοστάσιο κρίνεται μεν οριακά αποδεκτό με τον χαρακτήρα να μπορεί να κουβαλάει μόνο δύο όπλα, αλλά ο συγκεκριμένος τομέας είναι αλήθεια πως δεν αφήνει και πολλά περιθώρια για παράπονα.

Κάτι αντίστοιχο ισχύει και στις μάχες, όπου πέρα από τον απαιτούμενο ρυθμό, καταφέρνουν να δημιουργήσουν την κατάλληλη ατμόσφαιρα με όλη την ένταση σωστά δοσμένη. Σημαντικό ρόλο παίζει η ΑΙ των αντιπάλων που μπορεί να μην κινείται σε υψηλά επίπεδα αλλά κρίνεται ικανοποιητική, ιδιαίτερα στα ανεβασμένα επίπεδα δυσκολίας. Ωστόσο, οφείλουμε να αναφέρουμε ότι η τεχνητή νοημοσύνη στο Haze είναι αλλοπρόσαλλη, με ορισμένους εχθρούς να δρουν ρεαλιστικά και άλλους να στέκονται ως πρόβατα προς σφαγή ή να κινούνται χωρίς καμία λογική εντός των χαρτών.

Παράλληλα, ο παίκτης μπορεί να χρησιμοποιήσει τους εχθρούς προς όφελός του, μιας και πετώντας μια χειροβομβίδα εμπλουτισμένη με Nectar, θα τους οδηγήσει σε μια ακραία κατάσταση όπου πρακτικά θα αλληλοσκοτώνονται. Μια ακόμα έξυπνη ιδέα είναι αυτή του «trap». Μέσω αυτής της κίνησης, μπορούμε να προσποιηθούμε ότι ο χαρακτήρας μας είναι νεκρός, στήνοντας έτσι ενέδρες στους αντιπάλους μας και προκαλώντας μια μικρή σύγχυση. Στο Haze την εμφάνισή τους κάνουν και τα οχήματα, αλλά περισσότερο απογοητεύουν με τον υπερβολικά ευαίσθητο χειρισμό τους και την άτσαλη φυσική τους, αλλά και από το γεγονός πως, ουσιαστικά, αποτελούν το μέσο μετάβασης από το ένα σημείο του χάρτη στο άλλο δίχως να προσφέρουν κάτι περισσότερο.

Το σύνολο ολοκληρώνεται από έναν τεχνικό τομέα, όπου εξετάζοντάς τον πιο αναλυτικά γίνεται εμφανές πως χαρακτηρίζεται από πολλές αντιφάσεις. Καταρχάς, υπάρχουν περιπτώσεις όπου τα γραφικά πραγματικά εντυπωσιάζουν και άλλες που είναι τόσο κακοσχεδιασμένα ώστε να παραπέμπουν σε άλλες γενιές hardware. Η μηχανή γραφικών είναι ικανή -όπως όλα δείχνουν- για τα καλύτερα αλλά και για τα χειρότερα, κάνοντας τελικά δύσκολη την απόφαση για το αν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες του κοινού από ένα αποκλειστικό για το PlayStation 3 παιχνίδι ή όχι. Την παράσταση κλέβουν φυσικά τα επίπεδα και όχι τόσο οι χαρακτήρες, οι οποίοι στα κοντινά πλάνα μοιάζουν υπερβολικά ψεύτικοι και «πλαστικοί» με τα textures να είναι πρόχειρα και λιτά.

Τα περιβάλλοντα, πέρα από το τεράστιο draw distance και τους πανέμορφους φωτισμούς, παρουσιάζουν περιορισμένο interaction ενώ λόγω της προαναφερθείσας γραμμικότητας την εμφάνισή τους κάνουν και οι γνωστοί αόρατοι τοίχοι που οδηγούν τον παίκτη προς την προκαθορισμένη πορεία. Έτσι μοιάζει πραγματικά περίεργο το γεγονός πως ο χαρακτήρας δεν μπορεί να υπερπηδήσει ένα μικρό κιβώτιο, την ώρα που διαθέτει όλες αυτές τις υπεράνθρωπες ικανότητες.

Ωστόσο, η δράση στο Haze διακατέχεται από έναν αξιομνημόνευτο ρυθμό που οφείλεται στο σταθερότατο frame rate, που όμως και πάλι έχει το αντίτιμό του σε ό,τι αφορά την ανάλυση του τίτλου. Το γεγονός πως η κονσόλα καλείται να κάνει upscale στα 720p από την native 576p ανάλυση του τίτλου γίνεται εμφανές από το -κατά τα άλλα καλοσχεδιασμένο- hud, όπου ορισμένες ενδείξεις είναι δυσανάγνωστες. Τις ίδιες μεταπτώσεις φαίνεται πως παρουσιάζει και ο ήχος. Από τη μία, «παρών» δηλώνουν ορισμένα όμορφα και ιδιαίτερα εκρηκτικά εφέ, αλλά από την άλλη τα σχόλια των στρατιωτών είναι απίστευτα εκνευριστικά, τετριμμένα και επαναλαμβανόμενα. Από τη γενικότερη μετριότητα δεν ξεφεύγουν ούτε οι διάλογοι, ενώ και οι ηθοποιοί που δάνεισαν τις φωνές τους στους ψηφιακούς χαρακτήρες δεν φαίνεται να πήραν το όλο εγχείρημα και πολύ στα σοβαρά.

Όπως προστάζουν οι καιροί μας, πέρα από το single player mode το FPS της Ubisoft προσφέρει και ένα multiplayer τμήμα, το οποίο δείχνει να πετυχαίνει, εν μέρει, το στόχο του. Από τις διαθέσιμες επιλογές ξεχωρίζει η αντίστοιχη του co-op όπου μέχρι και τέσσερις φίλοι μπορούν να ολοκληρώσουν μαζί το campaign. Από εκεί και έπειτα οι δικτυακές αναμετρήσεις, που λαμβάνουν χώρα σε έξι χάρτες, κινούνται στα γνωστά επίπεδα που έχουμε συνηθίσει από ανάλογες δημιουργίες, ενώ για την ώρα έχει γίνει αξιοπρόσεκτη εργασία σε τεχνικό επίπεδο μιας και η σταθερότητα στις μάχες είναι χαρακτηριστική. Αυτό που ενοχλεί είναι οι περιορισμένες επιλογές,  καθώς επίσης και το γεγονός πως τα επίπεδα στα οποία λαμβάνει χώρα η δράση αποτελούν, ουσιαστικά, μεμονωμένα μέρη από τα αντίστοιχα που παρουσιάζονται στο campaign.

Κλείνοντας και κοιτώντας το Haze συνολικά, είναι αλήθεια πως πρόκειται για μια δημιουργία που ξεκίνησε μεν με τις καλύτερες προοπτικές, αλλά που στην πορεία φαίνεται πως «στραβοπάτησε». Η δημιουργία της Free Radical έχει τα προβλήματά της και απέχει πολύ από το να κερδίσει μια θέση ψηλά στην κατηγορία, αλλά σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται για ένα παιχνίδι που δεν αξίζει να ασχοληθείς μαζί του. Τα όσα προσφέρει κρύβουν αρκετές ώρες διασκέδασης και σίγουρα θα ικανοποιήσουν τους κατόχους PlayStation 3. Προσέξτε, όμως, απλά θα τους ικανοποιήσουν…

Γιώργος Τσακίρογλου

Ανάλυση 480p/ 720p
Ήχος Stereo/ Surround/ Dolby Digital 5.1
PEGI 16+

Γιώργος Τσακίρογλου
Γιώργος Τσακίρογλου

Τα videogames για τον Γιώργο δεν είναι τρόπος ζωής. Η μεγάλη αγάπη του παραμένουν οι δύο τροχοί και -αναπάντεχα- ό,τι ψηφιακό προσπαθεί να τους μοιάσει. Τα χρόνια πέρασαν και πλέον τα "παιχνίδια" αποτελούν ένα ευχάριστο διάλειμμα από την καθημερινότητα, αλλά πάντα ένα αναπόσπαστο κομμάτι της, όπως είναι η μουσική, οι βόλτες, τα ταξίδια και... οι σούζες!

Άρθρα: 4266

Υποβολή απάντησης