Nikopol: Secrets of the Immortals

Έρχεται από την εταιρεία του Sokal, αλλά η παράδοση του Amerzone δεν συνεχίζεται

Έρχεται από την εταιρεία του Sokal, αλλά η παράδοση του Amerzone δεν συνεχίζεται

Υπάρχουν στιγμές στην adventure gaming ιστορία, που έρχεται κανείς αντιμέτωπος με ένα project τεραστίων διαστάσεων, με ένα σενάριο εξωφρενικά σύνθετο και γεμάτο, με μια ομάδα απαράμιλλου ταλέντου. Από την πρώτη ανακοίνωση ενός τέτοιου τίτλου, η αγωνία σε καταβάλει, το hype σε παρασέρνει και η ανυπομονησία δίνει σταδιακά τη θέση της στην τρέλα. Και ξαφνικά, το παιχνίδι κυκλοφορεί. Και επιτέλους μπορείς να δεις το έπος που περίμενες. Όμως, στο Nikopol: Secrets of the Immortals αυτό που είδαμε δυστυχώς δεν ήταν και τόσο καλό. Δημιούργημα της White Birds production -εταιρίας του θρυλικού Benoit Sokal, δημιουργού των εκπληκτικών Amerzone και Syberia- βασίζεται στην πασίγνωστη comic τριλογία Nikopol του Enki Bilal, ενός από τους πιο γνωστούς "κομίστες" της γενιάς μας.

Το Nikopol Trilogy είναι μια εκπληκτική ιστορία σε έναν κόσμο βγαλμένο από τα χειρότερα όνειρα της επιστημονικής αλλά και κοινωνικοπολιτικής φαντασίας. Με φανερές επιρροές από σύγχρονούς του (Orwell, William Gibson κτλ), ο Bilal κατάφερε να εγκαθιδρύσει μια ακόμα πιο περίεργη οπτική για το μέλλον του πλανήτη. Το έργο αυτό, θεωρείται cult στους χώρους της τέχνης, έχει επηρεάσει βαθύτατα τον κινηματογράφο (Dark City, Matrix, Blade Runner) και συνεχίζει ακόμη και σήμερα, 27 ολόκληρα χρόνια μετά την κυκλοφορία του πρώτου τόμου, να συναρπάζει και να προβληματίζει συνάμα τον αναγνώστη.

Πως είναι λοιπόν δυνατόν, μια τόσο γνωστή και επιτυχημένη εταιρία, με ένα τόσο δυνατό σενάριο στα χέρια της, να καταφέρνει να κάνει τόσα λάθη; Η αλήθεια είναι ότι, μετά τα Syberia, η White Birds έχει πέσει πολύ στην υπόληψη μας, καθώς ποιοτικώς και σε ό,τι αφορά τα σενάρια δεν κατάφερε να αγγίξει ξανά την παλιά της επιτυχία. Τα Paradise και Sinking Island, αν και ενδιαφέροντα εκ πρώτης όψης, αποδείχθηκαν ρηχά και μάλλον εξαφανίστηκαν γρήγορα από την ανάμνηση των παικτών. To σενάριο όμως του Nikopol ήταν έτοιμο, ο κόσμος του εξαιρετικός, οι χαρακτήρες καλογραμμένοι. Το μόνο που χρειαζόταν εδώ, ήταν απλά να κάνει ό,τι ξέρει καλύτερα από όλους: Να μας δώσει ένα σταθερό και καθαρό adventure game. Ατυχώς, είμαστε στη δυσάρεστη θέση να σας πούμε ότι αυτό δεν έγινε.

Ξεκινώντας από το σενάριο, το παιχνίδι -θεωρητικά- αφορά το πρώτο album της σειράς (Carnival of the Immortals), αλλά στην ουσία προσθέτει αρκετά στοιχεία από ιστορία του δεύτερου (The Woman Trap) να τρέχουν παράλληλα με την κεντρική ιστορία, καθώς και ορισμένα στοιχεία από το τρίτο βιβλίο (Equator Cold). Το γεγονός αυτό, αν και ξενίζει το γνώστη της σειράς, κρίνεται απαραίτητο για τον εμπλουτισμό του κόσμου του παιχνιδιού, αλλά και για να συνδέσει καλύτερα τα μελλοντικά sequel της σειράς.

Στο παιχνίδι, παίρνουμε το ρόλο του Alcide Nikopol, ενός νεαρού και πολλά υποσχόμενου καλλιτέχνη. Η ιστορία εξελίσσεται στο Παρίσι του 2003 και σε έναν κόσμο μιλιταριστικό και φασιστικό, απολυταρχικό και ουμανιστικό, με το κράτος να ελέγχει πλήρως τις κινήσεις του κάθε ανθρώπου. Εν αντιθέσει με παρόμοια σενάρια, στα οποία ο κόσμος είναι πλήρως αποστειρωμένος (βλ. και το πρόσφατο Mirror’s Edge), εδώ τα πάντα έχουν καταρρεύσει. Βρωμιά, αρρώστιες, εγκληματικότητα, βία και γενικότερα η απόλυτη αποχή από τις ανθρώπινες αξίες. Σύντομα θα καταλάβετε ότι ο Alcide δεν είναι από αυτούς που το δέχονται έτσι ευχάριστα. Καταριέται τα μεγάφωνα που διαλαλούν την προπαγάνδα του κράτους και μισεί την εκκλησία, η οποία έχει πουληθεί εξ ολοκλήρου στην κυβέρνηση (συγκεκριμένα, ο κυβερνήτης και ο Πάπας είναι αδέλφια!) και προσπαθεί μέσα από την τέχνη του να αλλάξει τον κόσμο.

Όλα όμως θα αλλάξουν με τον ερχομό ενός διαστημοπλοίου-πυραμίδας στον εναέριο χώρο του Παρισιού. Στην πυραμίδα αυτή ζουν οι αθάνατοι θεοί της Αιγύπτου, που προφανώς ήταν εξωγήινοι. Αυτά τα πλάσματα έχουν αποκλειστεί στη Γη λόγω έλλειψης καυσίμων και είναι σε διαπραγματεύσεις με την υπάρχουσα κυβέρνηση. Για κάποιον λόγο, όμως, οι θεοί Anubis και Horus διαφωνούν σκληρά, με τον τελευταίο να εγκαταλείπει το πλοίο και να κρύβεται μέσα στην πόλη.

Σύντομα γίνεται φανερό ότι ο Horus θέλει να κατακτήσει την εξουσία του Γήινου κόσμου και για να το καταφέρει αυτό καταλαμβάνει το σώμα του πατέρα του πρωταγωνιστή, με σκοπό να τον χρίσει ως το νέο κυβερνήτη στις εκλογές που έρχονται. Η περιπέτεια λοιπόν, αφορά, στην ουσία, την παρατήρηση στις αλλαγές που γίνονται στον πατέρα του πρωταγωνιστή και στην προσπάθεια να τον σώσουμε από τα αετίσια νύχια του Horus. Πιστέψτε μας, μόλις αγγίξαμε το 0.1% του σεναρίου, το οποίο -όπως είπαμε και παραπάνω- είναι ιδιαίτερα πλούσιο και περιεκτικό. Το πρόβλημα όμως, εντοπίζεται στην απόφαση της εταιρείας να τοποθετήσει το γιο στη θέση του πρωταγωνιστή, όταν αυτός -στα κόμικ- δεν εμφανίζεται σε περισσότερα από 5-6 καρέ (καθώς ο πρωταγωνιστής είναι ο πατέρας του).

Το πρόβλημα αυτό γίνεται ιδιαίτερα εμφανές, καθώς ανάγκασε τους σεναριογράφους να πουν την ιστορία του Nikopol με πλάγιους τρόπους και από άλλες πλευρές, καταφέρνοντας έτσι να μπλέξουν τόσο πολύ το σενάριο, ώστε να είναι αδύνατον να το καταλάβει κανείς. Πραγματικά, αν δεν έχετε διαβάσει τα κόμικ ή τουλάχιστον δεν έχετε δει την ταινία (Immortel), δεν θα έχετε την παραμικρή πιθανότητα να μπείτε στο "πετσί" του ρόλου, καθώς είναι αδύνατον με μια -ή ακόμα και δύο- ολοκληρώσεις του παιχνιδιού να γίνει αντιληπτό το τι ακριβώς συμβαίνει. Αυτό δεν σημαίνει ότι το σενάριο είναι κακό, αντιθέτως. Η ιστορία στην οποία στηρίζεται είναι άψογη. Αλλά η αφήγησή της είναι πραγματικά αυτοκαταστροφική και θα μπερδέψει πάρα πολύ το κοινό.

{VIDEO_1}

{PAGE_BREAK}

Στον αντίποδα των προαναφερθέντων, δεν υπάρχουν λόγια για να περιγράψουμε το επίπεδο του οπτικοακουστικού τομέα του παιχνιδιού. Πιστή και σταθερή στα υψηλά standards που έχει θέσει, η White Birds προσφέρει έναν από τους πιο όμορφους adventure τίτλους πρώτου προσώπου της αγοράς. Τα in-game περιβάλλοντα είναι κατακλυσμένα στην κυριολεξία από λεπτομέρειες, με το περιβάλλον να δείχνει post nuclear και cyber punk καλύτερα από ποτέ (Fallout 3 και Blade Runner, συγνώμη αλλά νικηθήκατε κατά κράτος). Ακόμα, ο σχεδιασμός, αλλά και το animation των χαρακτήρων, είναι και αυτός άψογος και δένει πλήρως με τα αρχικά σχέδια του Bilal. Προσθέτοντας ένα άψογο menu και την πλήρη απουσία πτώσης του frame rate και λοιπών κολλημάτων, μπορούμε να πούμε ότι ακόμα και ο πιο απαιτητικός παίκτης θα μείνει ικανοποιημένος από αυτά που θα δει.

Ως κερασάκι επάνω στο μπολ με τη σαντιγί, ο ήχος έρχεται να συνδεθεί μαγικά με το παιχνίδι. Το voice acting είναι άριστο στις περισσότερες περιπτώσεις, ενώ οι ambient ήχοι και η ατμοσφαιρική μουσική δημιουργούν μια μοναδική ατμόσφαιρα, προσφέροντας μια εμπειρία που σπάνια βλέπουμε σε adventure και ακόμα πιο σπάνια στα υπόλοιπα videogames.

Ένα ακόμα ευχάριστο στοιχείο, είναι το γεγονός ότι ο χειρισμός του παιχνιδιού ακολουθεί παρόμοιο υψηλό επίπεδο . Όπως είπαμε, η περιπέτεια περιγράφεται μέσα από κάμερα πρώτου προσώπου, με παραδοσιακό point and click περιβάλλον και με πλήρως περιστροφική κίνηση 360 μοιρών οριζόντια και 180 μοίρες κάθετα. Αν και ο κέρσορας -ο οποίος είναι κολλημένος στο κέντρο της οθόνης και θυμίζει κάμερα από FPS- θα σας ξενίσει λίγο, η αλήθεια είναι ότι συνηθίζεται αρκετά γρήγορα. Με ένα απλό αριστερό κλικ αλληλεπιδρούμε με κάθε αντικείμενο, ενώ με ένα δεξί ανοίγουμε το inventory και βλέπουμε τα αντικείμενά μας. Σαν προσθήκη επιπλέον αληθοφάνειας, δεν μπορούμε πλέον να συνδυάζουμε τα αντικείμενα μέσα στην τσέπη του χαρακτήρα, αλλά πρέπει πρώτα να τα βγάλουμε έξω και στη συνέχεια να τα συνδυάσουμε. Αυτήν τη διαδικασία, αν και χρονοβόρα, τη θεωρούμε ως μια έξυπνη ιδέα, η οποία εξαφανίζει ένα από τα καθαρά σημεία «παιχνιδιού» και βάζει καλύτερα τον παίκτη στο ρόλο του.

Επίσης, όπως και στο The Abbey, έτσι και εδώ, ευχάριστη προσθήκη αποτελούν οι ελληνικοί υπότιτλοι που υπάρχουν, οι οποίοι είναι και εδώ εξαιρετικοί και σίγουρα θα βοηθήσουν τους παίκτες που δεν έχουν καλές γνώσεις αγγλικών. Δυστυχώς όμως, όπως και στο σενάριο, έτσι και στο gameplay το Nikopol βρίσκει τον εαυτό του λειψό. Η κίνηση στους εσωτερικούς χώρους είναι πολύ καλή αλλά μόλις βρεθείτε σε εξωτερικούς, θα μείνετε έκπληκτοι από τη γραμμικότητά του τίτλου. Σε αυτούς βλέπουμε μεν τεράστιες περιοχές, αλλά αόρατοι τοίχοι περιορίζουν την πρόσβαση προς συγκεκριμένες κατευθύνσεις.

Επίσης, ένα βασικό πρόβλημα εμφανίζεται στους γρίφους του παιχνιδιού. Με εξαίρεση τους κλασσικούς inventory based γρίφους, οι υπόλοιποι είναι -ως επί το πλείστον- εντελώς δυσνόητοι και δυσλειτουργικοί, ενώ συχνά δεν έχουν απολύτως καμία εξήγηση. Για παράδειγμα, είστε εγκλωβισμένοι σε ένα διαμέρισμα και ο μόνος τρόπος για να το σκάσετε είναι από το παράθυρο, το οποίο είναι όμως σφραγισμένο με τούβλα. Αρπάζετε λοιπόν μια βαριοπούλα και αρχίζετε να χτυπάτε. Και ξαφνικά, είστε μέσα σε ένα mini game, στο οποίο επιβάλλεται να σπάσετε τα τούβλα με 5 μόνο σφυριές. Αν δεν τα καταφέρετε, τότε με κάποιον μαγικό τρόπο, τα τούβλα επιστρέφουν στη θέση τους και ξεκινάτε πάλι απ’ την αρχή. Και σαν να μην έφτανε αυτή η μια φορά που εμφανίζεται ο γρίφος, τον συναντάμε ξανά με περισσότερα τούβλα και περισσότερες σφυριές! Υπάρχουν φυσικά και ορισμένοι αρκετά καλοί και πρωτότυποι γρίφοι, αλλά τις πιο πολλές φορές ακόμα και αυτοί βγαίνουν εκτός πλαισίου λογικής.

Πέρα από όλα τα προαναφερθέντα, το χειρότερο πρόβλημα του Nikopol εντοπίζεται σε κάτι που μαστίζει -και πολλές φορές καταστρέφει- τα adventures εδώ και αρκετά χρόνια: Στις timed / action sequences. H αλήθεια είναι ότι οι δημιουργοί του Nikopol υπερέβαλαν εαυτόν με τις εν λόγω "στιγμές δράσης", οι οποίες τείνουν να γίνουν εκνευριστικές. Αυτό οφείλεται στο ότι σε κάθε μια εξ αυτών ο πρωταγωνιστής σίγουρα θα χάνει 1-2 φορές τη ζωή του μέχρι να ανακαλύψουμε τί ακριβώς πρέπει να πράξουμε. Επιπροσθέτως, τα γραφικά είναι τόσο λεπτομερή, που σε καταστάσεις πανικού δυσκολεύεσαι να ξεχωρίσεις το τι είναι σημαντικό και τι όχι. Ειδικότερα κάπου προς το τέλος του παιχνιδιού, τρέχουμε συνεχώς για να ξεφύγουμε από κάποιους που μας κυνηγούν, ενώ ταυτόχρονα πρέπει να ελιχθούμε μέσα σε έναν λαβύρινθο γραφείων και να λύσουμε και τον απαραίτητο γρίφο! Κάτι τέτοιες καταστάσεις είναι ικανές να λυγίσουν και τον πιο hardcore gamer και να κοστίσουν αρκετά καμένα εγκεφαλικά κύτταρα…

Το Nikopol: Secrets of the Immortals, είναι ο ορισμός του πόσο χαμένη μπορεί να είναι μια ευκαιρία. Το πρόσφατο The Abbey είχε παρόμοια κατάληξη, αλλά με κύριο πρόβλημα τα γραφικά και την ευκολία. Το Nikopol, όμως, καταστρέφεται από τον εκνευρισμό που προκαλεί στον παίκτη. Ενώ από τεχνικής πλευράς είναι άριστο, στους νευραλγικούς -για τα adventures- τομείς "αυτοκτονεί". Ακόμα και αν συγχωρήσουμε τον παραλογισμό που διέπει τους γρίφους και τον εκνευρισμό των action sequences, είναι αδύνατον να συγχωρήσουμε την μπλεγμένη εξέλιξη του σεναρίου, καθώς η ανορθόδοξη προσέγγιση της ιστορίας από την πλευρά του νεαρού Nikopol, την καθιστά ιδιαίτερα δυσνόητη για τον απλό χρήστη. Παρ’ όλα αυτά, οι θιασώτες της επιστημονικής φαντασίας πρέπει σίγουρα να του ρίξουν μια ματιά, καθώς προσφέρει μοναδικές στιγμές μιας εξαιρετικής ιστορίας. Οι υπόλοιποι, δείτε νωρίτερα την ταινία (και, αν το βρείτε, διαβάστε και το κόμικ) και μόνο μετά επιχειρείστε το.

Αλέξανδρος Μιχαλιτσιάνος

 

Ελάχιστες Απαιτήσεις Συστήματος
Λειτουργικό Windows 98/ XP/ ME / 2000/ Vista
Επεξεργαστής 1.7 GHz Pentium 4, AMD Athlon
Μνήμη RAM 512MB (1GB Vista)
Κάρτα Γραφικών 128MB ATi Radeon/ NVDIDA 6
Σκληρός Δίσκος 3GB

Λάκης Καβαλάρης
Λάκης Καβαλάρης

O Λάκης αγαπάει τα PC και το gaming σε αυτά. Όταν δεν παίζει το πιο νέο FPS, του αρέσει να σκαλίζει το tower του, να δοκιμάζει ποντίκια και πληκτρολόγια και να κάνει overclocking τον επεξεργαστή του. Ενίοτε ανοίγει και μια από τις κονσόλες του.

Άρθρα: 49

Υποβολή απάντησης