The Conduit

Μπορεί η προσπάθεια της High Voltage να φέρει τη «hardcore» άνοιξη στο Wii;

Μπορεί η προσπάθεια της High Voltage να φέρει τη «hardcore» άνοιξη στο Wii;

Βρίσκεται στην κορυφή, οι πωλήσεις του δεν δείχνουν τάσεις μείωσης, άνοιξε την αγορά σε ένα εντελώς νέο δημογραφικό και, φυσικά, απέφερε τεράστια κέρδη στη Nintendo. Όμως, το Wii συνεχίζει να αντιμετωπίζεται από τη συντριπτική πλειοψηφία του κοινού ως μια «casual» πρόταση, μια κονσόλα που εστιάζει πρωτίστως σε «μη-gamers» και δευτερευόντως στους «hardcore». Και παρόλο που το σύστημα της Nintendo έχει δει πολλές και καλές προτάσεις στη hardcore κατηγορία, η αλήθεια είναι πως ο παραπάνω ισχυρισμός δεν απέχει και πολύ από την πραγματικότητα. Μέχρι σήμερα όμως…

Όχι, δεν θα ισχυριστούμε ότι «ένας κούκος θα φέρει την άνοιξη». Το The Conduit, το πολυδιαφημισμένο και ιδιαιτέρως αναμενόμενο project της High Voltage, που ήταν υπό ανάπτυξη εδώ και καιρό, δεν θα αλλάξει άρδην τα δεδομένα για το Wii. Απλά, είναι το πρώτο από μια σειρά τίτλων για το 2009, που έρχεται για να κορέσει την «πείνα» των κατόχων Wii, οι οποίοι περιμένουν πιο…, ας τις πούμε παραδοσιακές, προτάσεις για την κονσόλα τους.

"Η High Voltage ακολούθησε με θρησκευτική ευλάβεια την πεπατημένη της κατηγορίας και έχτισε το παιχνίδι της επάνω στα γνωστά χαρακτηριστικά των τίτλων πρώτου προσώπου"

Το The Conduit είναι ένα παιχνίδι που ξεκίνησε τη «ζωή» του ως ένα project κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του Wii. Και αυτό φαίνεται από τα πρώτα δευτερόλεπτα μέχρι το κλείσιμο της περιπέτειας. Πρακτικά, εδώ έχουμε να κάνουμε με έναν τίτλο βολών πρώτου προσώπου, βασισμένο και δομημένο επάνω στις θεμελιώδεις αρχές της εν λόγω κατηγορίας όπως αυτές ορίστηκαν στα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας. Ωστόσο, αξίζει να πούμε ότι το Conduit δεν είναι ένα FPS αλά Half-Life ή BioShock, αλλά περισσότερο ένα Killzone ή ένα Halo (ναι, πάντα τηρουμένων των αναλογιών)… Τι εννοούμε λέγοντας «θεμελιώδεις αρχές των FPS» όμως.

Εδώ τα πράγματα είναι κάπως απλά. Η High Voltage ακολούθησε με θρησκευτική ευλάβεια την πεπατημένη της κατηγορίας και έχτισε το παιχνίδι της επάνω στα γνωστά χαρακτηριστικά των τίτλων πρώτου προσώπου. Γραμμική εξέλιξη της ιστορίας, άκρως ενδιαφέρων οπλισμός, έντονη δράση και συνεχή κύματα εχθρών που κλείνουν το δρόμο μας προς το τέλος του εκάστοτε επιπέδου είναι τα κύρια συστατικά της συνταγής. Προσθέστε σε αυτά και ένα ενδιαφέρον μεν εξαιρετικά τετριμμένο δε, σενάριο -όπου «μια κρυφή κυβερνητική σέκτα συνωμοτεί για να κρύψει την ύπαρξη εξωγήινων που απειλούν την ανθρωπότητα»- και έχετε το The Conduit.

Είναι προφανές ότι το παιχνίδι της High Voltage δεν θα συνεπάρει τους κατόχους Xbox 360 και PS3 (πόσο μάλλον όσους δεν αλλάζουν το gaming PC τους με τίποτα) δεδομένου ότι εκείνοι έχουν δει παρόμοια παιχνίδια στα συστήματά τους δεκάδες φορές στο παρελθόν –και ακόμα περισσότερες θα δουν στο μέλλον. Όμως, εκεί που το Conduit ξεχωρίζει και αφήνει πίσω του κάθε άλλη προσπάθεια είναι στο χειρισμό του. Με τη μοναδική εξαίρεση του Metroid Prime 3, το πόνημα της High Voltage δίνει μαθήματα σωστής εφαρμογής των Wii Remote και Nunchuck σε όλους τους developers. Η εμμονή της δημιουργού με το να αναπτύξει το παιχνίδι επάνω στο Wii και να εκμεταλλευθεί κάθε ίχνος ιδιαιτερότητας που αυτό παρέχει, σίγουρα απέδωσε τα μέγιστα σε ό,τι αφορά τον τρόπο που ελέγχουμε τον Michael Ford, τον πράκτορα που πρωταγωνιστεί σε αυτήν την περιπέτεια.

Σε ό,τι αφορά το χειρισμό του Conduit ο παίκτης μπορεί να κάνει σχεδόν τα πάντα. Μπορούμε να ρυθμίσουμε την ευαισθησία του Wii Remote (που ελέγχει την κίνηση του όπλου), να αλλάξουμε όλες τις λειτουργίες των κουμπιών, να επιλέξουμε αν η κάμερα θα συνεχίσει ή όχι να περιστρέφεται αφού το Wii Remote στοχεύσει εκτός οθόνης και μια πλειάδα ακόμα επιλογών.

Εκτός των παραπάνω, το μοντέλο χειρισμού προσφέρει πολλές πινελιές ρεαλισμού, αφού κουνώντας το Nunchuck εμπρός εξομοιώνουμε τη ρίψη χειροβομβίδας και κάνοντας το ίδιο με το Wii Remote εκτελούμε τις melee κινήσεις του Ford. Επίσης, υπάρχει ένα σύστημα κλειδώματος στο στόχο, το οποίο θα χρησιμεύσει μόνο στην αρχή της περιπέτειας και μέχρι να συνηθίσει ο παίκτης τη μετάβαση από το κλασικό χειριστήριο σε αυτό το πιο «ρεαλιστικό» μοντέλο χειρισμού. Σε γενικές γραμμές, ο χειρισμός του Conduit χαράσσει ένα χαμόγελο ικανοποίησης σε όποιον το δοκιμάσει και δείχνει το δρόμο για το πώς θα πρέπει να σχεδιάζονται τα FPS στο Wii.

"Η εμμονή της δημιουργού με το να αναπτύξει το παιχνίδι επάνω στο Wii και να εκμεταλλευθεί κάθε ίχνος ιδιαιτερότητας που αυτό παρέχει, σίγουρα απέδωσε τα μέγιστα"

Έχοντας δανειστεί λίγη από τη φιλοσοφία της σειράς Metroid, η High Voltage ξεκινά την ιστορία δίνοντάς μας έναν Ford παντοδύναμο, με πλήρη εξοπλισμό και πανίσχυρο οπλοστάσιο. Όμως, λίγα λεπτά αργότερα ταξιδεύουμε πίσω στο χρόνο –κάπου στην πόλη Ουάσινγκτον- όπου η ιστορία ξεκίνησε και ζούμε όλη την περιπέτεια του Ford και το πώς αυτός προδόθηκε από την «Trust».

Σκοπός μας, αφού περάσουμε τα πρώτα δύο επίπεδα, είναι να βρούμε την άκρη του νήματος σε αυτή την παγκόσμια συνωμοσία και, εν τέλει, να σώσουμε την ανθρωπότητα. Τα εργαλεία που θα χρησιμοποιήσουμε σε αυτό το ταξίδι (πέρα από τα προφανή, που είναι τα Wii Remote και Nunchuck) εντοπίζονται στον πλούσιο οπλισμό που θα βρούμε στο δρόμο μας, αλλά και στo ASE. Το «All-Seeing Eye» είναι μια παράξενη σφαίρα, η οποία δεν χρησιμοποιείται ως όπλο, αλλά ως συσκευή συλλογής πληροφοριών και επίλυσης ορισμένων, πολύ απλών είναι η αλήθεια, γρίφων. Δυστυχώς, τα videos και οι εικόνες που εδώ και καιρό βλέπαμε στο internet ήταν μάλλον παραπλανητικές, αφού το ASE δεν προσφέρει τίποτα περισσότερο από τα προαναφερθέντα, τη στιγμή που φαντάζει ως ένα gadget που θα μπορούσε να συνεισφέρει πολλά στο gameplay του τίτλου.

Αλλά αυτό δεν έγινε γιατί γρήγορα προδίδεται η φύση του Conduit. Η High Voltage δεν ήθελε να δημιουργήσει ένα «άλλο Half-Life», αλλά έναν «σφιχτό» και γρήγορο τίτλο βολών. Αυτό διαφαίνεται από πολλές παραμέτρους με κυριότερες τον απλοϊκό σχεδιασμό των επιπέδων και των μαχών, αλλά και από τη συχνή επανάληψη στη ροή των τεκταινομένων.

{PAGE_BREAK}

Το μεγαλύτερο μέρος του Conduit διεξάγεται σε δωμάτια, στοές και άλλους κλειστούς χώρους, ενώ μόνο αργότερα στην περιπέτεια βγαίνουμε στους δρόμους της Ουάσινγκτον. Το δυσάρεστο με αυτά τα επίπεδα είναι ο μονότονος και απολύτως βασικός σχεδιασμός τους, ο οποίος θα θυμίσει δεκάδες άλλα παιχνίδια του είδους. Παρομοίως «γενικού σχεδιασμού» είναι και οι αντίπαλοι που θα συναντήσουμε στο παιχνίδι της SEGA. Η ποικιλία βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα (5 ή 6 ειδών είναι όλοι οι εχθροί που θα συναντήσουμε στο σύνολο του τίτλου), αλλά και ο σχεδιασμός των αντιπάλων θυμίζει λίγο από Area 51, λίγο από Halo και…λίγο από όλα θα λέγαμε.

Επί της ουσίας, αυτό που θα κληθούμε να κάνουμε στο Conduit, είναι να βαδίζουμε προς το τέλος του χάρτη, σκοτώνοντας τα συνεχόμενα κύματα των εχθρών, να συλλέγουμε νέο οπλισμό και πληροφορίες και, ενίοτε, να λύνουμε κάποιο γρίφο. Αν και ακούγεται έτσι, αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό. Άλλωστε, τα περισσότερα FPS της αγοράς είναι δομημένα με αυτό τον τρόπο. Το κακό με το Conduit είναι ότι, αφενός έχει αλλοπρόσαλλο βαθμό δυσκολίας (οι ανθρώπινοι εχθροί είναι «cannon fodder», ενώ οι εξωγήινοι ξεπερνούν σε ικανότητες ακόμα και τους Brutes της σειράς Halo) και αφετέρου πως η διάρκειά του μετά βίας αγγίζει τις πέντε ώρες.

"Σε αντίθεση με την έλλειψη φαντασίας του single player mode, οι mp χάρτες είναι καλοσχεδιασμένοι, ποικίλοι αλλά και με το ιδανικό μέγεθος"

Στον αλλοπρόσαλλο βαθμό δυσκολίας αξίζει να σταθούμε λίγο παραπάνω, μιας και εκτιμούμε ότι είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τη μικρή διάρκεια του τίτλου. Φαίνεται λοιπόν ότι η High Voltage αντιλήφθηκε πως το παιχνίδι είναι μικρό και αποφάσισε να επεκτείνει τη διάρκειά του με…κόλπα. Έτσι, σε πολλά σημεία εμφανίζονται τα γνωστά «spikes», δηλαδή απότομες αυξήσεις στη δυσκολία, οι οποίες είναι εντελώς δυσανάλογες με το τι επικρατούσε μέχρι πρότινος σε ένα επίπεδο. Αποτέλεσμα αυτού είναι να βλέπουμε συχνά-πυκνά το…πάτωμα και να δοκιμάζουμε ξανά και ξανά την τύχη μας εναντίον κάποιου boss ή μιας elite ομάδας εξωγήινων.

Αυτό το μεγάλο λάθος της High Voltage ενοχλεί ιδιαίτερα, όταν βλέπουμε ότι ο τίτλος δεν χρειαζόταν τέτοιες πονηριές για να ισορροπήσει αυτό που λέμε «value for money». Και δεν τις χρειαζόταν γιατί το σύντομο single player mode συνοδεύεται από το καλύτερο, μέχρι σήμερα, multiplayer mode που δοκιμάσαμε στο Wii. To online τμήμα του Conduit υποστηρίζει μέχρι 12 παίκτες ταυτόχρονα σε περίπου οκτώ διαθέσιμους χάρτες.

Σε αντίθεση με την έλλειψη φαντασίας του single player mode, οι mp χάρτες είναι καλοσχεδιασμένοι, ποικίλοι αλλά και με το ιδανικό μέγεθος: Ούτε πολύ μεγάλοι ώστε η δράση να κάνει «κοιλιά», ούτε πολύ μικροί ώστε να επικρατεί πανικός. Ο net code του Conduit είναι υποδειγματικός, σχεδόν άριστος θα λέγαμε, με μηδαμινό lag, γρήγορα και ευανάγνωστα lobbies και δύο εξαιρετικά ενδιαφέρουσες επιλογές. Από τη μια έχουμε τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουμε friend codes μόνο αν το επιθυμούμε και από την άλλη ορίζουμε αν οι αντίπαλοί μας θα βρίσκονται στη δική μας «region» (στην προκειμένη, Ευρώπη) ή αν θα παίξουμε με αντιπάλους από κάθε γωνιά του πλανήτη. Τέλος, σε ό,τι αφορά αυτό που κρίνεται ως η καλύτερη στιγμή του Conduit, θα βρούμε τους τύπους μαχών free for all, team deathmatch και team objective.

Κλείνοντας, δεν μπορούμε να μην αναφερθούμε στην ιδιαίτερα καλή εργασία που έκανε η High Voltage στους τεχνικούς τομείς του πονήματός της. Αν και το aliasing πολλές φορές ενοχλεί, ο οπτικός τομές του Conduit στέκεται με αξιώσεις απέναντι στον ανταγωνισμό. Όχι, δεν έχουμε να κάνουμε με ένα νέο Metroid Prime 3, αλλά οι εντυπωσιακοί φωτισμοί, τα καλοσχεδιασμένα particles και τα όμορφα οπτικά εφέ προδίδουν ότι το «ταπεινό» Wii έχει αρκετά να προσφέρει. Παρομοίως, ο Dolby Prologic II ήχος του τίτλου γεμίζει το δωμάτιο με τα εφέ των βολών και των εκρήξεων. Και ενώ οι ομιλίες είναι επαγγελματικού επιπέδου, πολλά σημεία, όπως οι κραυγές των εξωγήινων, προδίδουν προχειρότητα και…δανεισμό.

{VIDEO_1}

Το The Conduit είναι μια παράξενη περίπτωση παιχνιδιού. Αν αναφερόμαστε σε κάποιον που έχει δοκιμάσει την πλειοψηφία των FPS που κυκλοφορούν σε όλα τα συστήματα της αγοράς, τότε δύσκολα –και μόνο για τον υπέροχο χειρισμό του- μπορούμε να το προτείνουμε. Περνώντας όμως σε εκείνους που έχουν στην κατοχή τους μόνο το σύστημα της Nintendo, μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε ότι, συμπεριλαμβανομένου του απολαυστικού online mode, με το παιχνίδι της SEGA θα βιώσουν μια εμπειρία πραγματικά ξεχωριστή.

Γιώργος Καλλίφας

Γιώργος Καλλίφας
Γιώργος Καλλίφας

Απο το 1982 και έναν "κλώνο" κονσόλας Atari ξεκίνησε το μικρόβιο. Από εκεί και πέρα τα πράγματα πήραν το δρόμο τους. Commodore 64, Amiga 500, PC, SNES, PlayStation, Xbox... Το μικρόβιο έκατσε για τα καλά και παραμένει στο μυαλό μέχρι σήμερα . Σήμερα βρίσκει ακομα χρόνο για κανένα καλό JRPG ή FPS, αλλά και κανένα high fantasy βιβλίο, ταινίες και σειρές.

Άρθρα: 4180

Υποβολή απάντησης