Classics: Full Throttle

Tο heavy metal αριστούργημα του Tim Schafer, 15 χρόνια πριν το Brütal Legend

Tο heavy metal αριστούργημα του Tim Schafer, 15 χρόνια πριν το Brütal Legend

Ο Tim Schafer είναι ένας δημιουργός που δε χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Κάθε του εμφάνιση και κάθε του ατάκα τον τελευταίο χρόνο μονοπωλεί τα πρωτοσέλιδα του gaming τύπου, καθώς η κυκλοφορία του πολλά υποσχόμενου Brütal Legend πλησιάζει τάχιστα. Το ευρύ κοινό άρχισε να γνωρίζει τον χαρισματικό αυτό developer από το καταπληκτικό, αλλά αγνοημένο από την πλειοψηφία, Psychonauts και τον έμαθε ακόμη καλύτερα όταν η παραγωγή του Brütal Legend πήρε μπροστά για τα καλά. Πριν από όλα αυτά όμως, ο Tim Schafer ήταν ένα από τα ταλαντούχα νέα μυαλά που απάρτιζαν την ομάδα developers της Lucasarts, έχοντας συμμετάσχει στη δημιουργία παιχνιδιών όπως το The Secret of Monkey Island και Monkey Island 2 και διευθύνοντας την παραγωγή των θρυλικών Day of the Tentacle, Grim Fandango και του παιχνιδιού που παρουσιάζουμε εδώ, του Full Throttle.

Ιστορίες του δρόμου: Το σενάριο

Όπως και η πλειοψηφία της δουλειάς του Schafer για τη Lucasarts, το Full Throttle ήταν ένα point’n’click graphic adventure, το οποίο όμως ξεχώρισε για αρκετούς λόγους. Ο κυριότερος ήταν το σκηνικό στο οποίο διαδραματίζεται η ιστορία του: ένας “εναλλακτικός” κόσμος, μια σουρεαλιστική Αμερικανική Δύση του κοντινού μέλλοντος, όπου ανάμεσα σε ερήμους, σιέρες και φαράγγια, κυκλοφορούν συμμορίες μηχανόβιων που βρίσκονται σε συνεχή ανταγωνισμό. H κάθε συμμορία ελέγχει τη δική της περιοχή της ερήμου και οι μεταξύ τους διαφορές λύνονται στον Old Mine Road, ένα παλιό παρακλάδι της τεράστιας εθνικής οδού, όπου οι μονομαχίες ανάμεσα στους αναβάτες είναι το ίδιο ανελέητες με τον καυτό ήλιο και τη σκληρή άσφαλτο.

Ο ήρωάς μας, ο Ben, είναι αρχηγός μίας από αυτές τις συμμορίες, των Polecats. Πρόκειται για μια δεμένη ομάδα, πιστή στον αρχηγό της και στις αγαπημένες τους μηχανές μάρκας Corley. Μια μέρα ξεκουράζονται στο στέκι τους, το ξακουστό Kickstand στη μέση της ερήμου, όταν έξω σταματά μια τεράστια λιμουζίνα. Ο επιβάτης της, ένας γέρος με θερμό ταμπεραμέντο, πιάνει γρήγορα κουβέντα με τη συμμορία και αποκαλύπτει ότι είναι ο Malcolm Corley, πρώην μηχανόβιος και νυν πρόεδρος της Corley Motors, της κατασκευάστριας των φοβερών αυτών μηχανών.

Μαζί του βρίσκεται το δεξί του χέρι, ο Adrian Ripburger, ένας μεγαλόσωμος και κακομούτσουνος τύπος, που δε φαίνεται να μοιράζεται το πάθος του για τη ζωή πάνω στις δύο ρόδες. Σκοπός τους είναι να πείσουν τους Polecats να τους συνοδεύσουν σε ένα meeting των μετόχων της εταιρίας, για να δείξουν ποια είναι η πραγματική πελατεία της Corley Motors.

Όταν ο Ben αρνείται, ο Ripburger τον παίρνει παράμερα και προσπαθεί να τον πείσει ιδιαιτέρως, εν αγνοία του Corley. Ο Ben και πάλι δε συμφωνεί, όμως αυτή τη φορά το πληρώνει, καθώς τα τσιράκια του Ripburger του επιτίθενται από πίσω και τον αφήνουν αναίσθητο. Όταν συνέρχεται, ανακαλύπτει ότι η συμμορία του έχει συλληφθεί εξ’αιτίας του συνωμοτικού Ripburger, ενώ η μηχανή του είναι διαλυμένη και στα χέρια μιας ωραίας μηχανικού ονόματι Maureen. Ο Ben θα πρέπει να επισκευάσει τη μηχανή του, να βρει τη συμμορία του και να καταφέρει να σταματήσει τον Ripburger, ο οποίος φιλοδοξεί να πάρει τα ηνία της Corley Motors και αντί για μοτοσικλέτες να αρχίσει να παράγει (μπρρρ!) mini-vans!

Όπως το γενικό περιβάλλον του Full Throttle ξεφεύγει από τα συνηθισμένα standards των adventures, έτσι και ο Ben δεν είναι ένας συνηθισμένος πρωταγωνιστής. Ως αντι-ήρωας με κυνική διάθεση και με ελάχιστη υπομονή, ο Ben προτιμά να αφήνει τη μηχανή του και τη σωματική του δύναμη να μιλάνε γι’αυτόν. Ο Schafer ήθελε εξ αρχής ο ήρωας του Full Throttle να απέχει από τους “αξιαγάπητους losers” που αποτελούσαν την πλειοψηφία των ηρώων της Lucasarts ως τότε.

Χαρακτηριστικά, μιλώντας για τη διαφορά του Ben από τον Bernard, έναν από τους πρωταγωνιστές του αξέχαστου Day of the Tentacle, ο Schafer έλεγε, “Ας πούμε ότι και οι δύο ήρωες φτάνουν μπροστά σε μια κλειδωμένη πόρτα και έχουν στο inventory τους ένα σάντουιτς. Ο Bernard θα κοιτάξει από την κλειδαρότρυπα για να δει αν είναι το κλειδί στην άλλη μεριά, θα ανοίξει το σάντουιτς και θα χρησιμοποιήσει τη μαγιονέζα για να λιπάνει τη χαραμάδα της πόρτας. Θα σπρώξει το ψωμί κάτω από τη χαραμάδα και θα χρησιμοποιήσει την οδοντογλυφίδα για να ρίξει το κλειδί πάνω στο ψωμί. Τέλος, θα τραβήξει πίσω το ψωμί με το κλειδί πάνω, θα το πάρει και θα ξεκλειδώσει την πόρτα. Ο Ben θα φάει το σάντουιτς και θα γκρεμίσει την πόρτα.”

{PAGE_BREAK}

To Full Throttle ακολουθεί αυτή ακριβώς τη λογική για τον ήρωά του. Πολλές καταστάσεις απαιτούν από το Ben να χρησιμοποιήσει την ωμή του δύναμη και το βάρος της προσωπικότητάς του για να προχωρήσει, χωρίς αυτό όμως να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και πιο εγκεφαλικοί γρίφοι που πρέπει να λυθούν. Στη βάση του, το παιχνίδι είναι άλλο ένα adventure κατασκευασμένο με τη Scumm Engine της Lucasarts, όμως και τα νέα στοιχεία είναι πολλά. Το πρώτο πράγμα που προσέχει κανείς ξεκινώντας την περιπέτεια είναι το επανασχεδιασμένο σύστημα χειρισμού, που εγκαταλείπει το κλασσικό σχήμα των εντολών στο κάτω μέρος της οθόνης με ένα πιο οργανικό συνδυασμό.

O γνωστός σταυρόσχημος κέρσορας τονίζεται από ένα κόκκινο τετράγωνο όταν περνά πάνω από κάποιο αντικείμενο ενδιαφέροντος και με συνεχόμενο πάτημα του πλήκτρου του ποντικιού, εμφανίζεται ένα γραφικό μενού με τέσσερα εικονίδια – χέρι, πόδι, στόμα και μάτια. Επίσης, μετατρέπεται σε βέλος όταν κινείται πάνω από εξόδους από την οθόνη.

Η χρήση των εικονιδίων στις περισσότερες περιπτώσεις είναι αυτονόητη, όμως δίνει στο χειρισμό μια πρόσθετη ελαστικότητα -το στόμα χρησιμοποιείται, φυσικά, για να μιλάμε με τους χαρακτήρες που συναντάμε, όμως κατά περιπτώσεις μπορεί να χρησιμοποιηθεί για άλλες λειτουργίες που συνδέονται με το στόμα, όπως π.χ. για να ρουφήξουμε βενζίνη από ένα σωλήνα και να τη βάλουμε στη μηχανή μας. Το χέρι χρησιμοποιείται τόσο για να πάρουμε αντικείμενα, όσο και για να χτυπήσουμε μια πόρτα.

Η ποικιλία αυτή οδηγεί σε μερικούς πραγματικά ευφάνταστους γρίφους, για τη λύση των οποίων ο παίκτης πρέπει να αναπροσαρμόσει τα όσα ξέρει για τον τρόπο που παίζονται αυτά τα παιχνίδια σύμφωνα με τις δυνατότητες του νέου interface. Βέβαια, αυτό δεν ισχύει για όλους τους γρίφους, καθώς πολλοί από αυτούς ακολουθούν το γνωστό λογικό μοντέλο των παιχνιδιών του είδους. Η δυσκολία του παιχνιδιού δεν είναι μεγάλη, όμως υπάρχουν σημεία που μπορούν να μπερδέψουν τον άπειρο χρήστη, ή όποιον δεν έχει μπει στο πνεύμα του παιχνιδιού από την αρχή.

Λύνοντας τη μηχανή Ι: Τα γραφικά

Τα γραφικά του Full Throttle με το cartoon ύφος τους είναι από τα μεγαλύτερα προσόντα του παιχνιδιού. Ο σχεδιασμός των χαρακτήρων είναι καταπληκτικός, μεταφέροντας περισσότερες πληροφορίες γι’αυτούς από ό,τι θα μπορούσε οποιοδήποτε μακροσκελές λογύδριο. Ο ίδιος ο Ben είναι ένα αριστούργημα design –με την πρώτη ματιά, ο σκληροτράχηλος μηχανόβιος με το πέτσινο μπουφάν και τις αρβύλες δεν είναι κάτι το ιδιαίτερα πρωτότυπο, όμως μια πιο προσεκτική ματιά αποκαλύπτει το περιεκτικό κι όχι απλοϊκό σχεδιασμό του. Ο τρόπος που ξύνει τα γένια του ή που τεντώνει τα δάχτυλά του ανυπόμονα, κάνοντας τον χαρακτηριστικό ήχο όταν τον αφήνουμε για λίγο μόνο του στην οθόνη, είναι μικρές αλλά τόσο σημαντικές πινελιές, οι οποίες λένε πολλά ακόμη κι αν περνούν επιφανειακά απαρατήρητες. Όταν μάλιστα ανεβαίνει και στην εξίσου υπέροχα σχεδιασμένη Corley του, το αποτέλεσμα μπορεί κανείς άνετα να το αποκαλεί “κλασσικό”.

Ο σχεδιασμός των υπόλοιπων χαρακτήρων ακολουθεί την ίδια γραμμή με αυτόν του πρωταγωνιστή. Οι διαφορετικές συμμορίες ξεχωρίζουν ξεκάθαρα η μία από την άλλη και είναι όλες τους υπέροχες, τόσο από πλευράς πρωτοτυπίας όσο και ποικιλίας – από τους παραδοσιακούς δερματοφόρετους Vultures, μέχρι τους εκκεντρικούς και ανατριχιαστικούς Cavefish. Φυσικά, ο παίκτης του σήμερα ενδεχομένως δε θα εκτιμήσει τις χαμηλές αναλύσεις και το πρωτόγονο 3D. Ωστόσο, το design των γραφικών ξεπερνά τις αδυναμίες της ηλικίας τους και το animation είναι τόσο χαρισματικό και καλοφτιαγμένο που γρήγορα ξεχνάμε τα χοντροκομμένα sprites και backgrounds!

Λύνοντας τη μηχανή ΙΙ: Ο ήχος

Εδώ τα πράγματα είναι ακόμη καλύτερα –μάλιστα, το ηχητικό τμήμα του παιχνιδιού δεν προδίδει την ηλικία του όπως το οπτικό. Αυτό που ξεχωρίζει από το πρώτο δευτερόλεπτο είναι η πολύ καλή μουσική του Peter McConnell, ο οποίος δούλεψε σε πολλά ακόμα παιχνίδια της Lucasarts και ακολούθησε τον Tim Schafer στα Psychonauts και Brütal Legend. Το ηχητικό σύνολο φέρνει κατ’ ευθείαν στο μυαλό τον απέραντο ορίζοντα, την καυτή έρημο και το δρόμο που εκτείνεται στο άπειρο, καθώς τα χιλιόμετρα χάνονται κάτω από τις ρόδες της μηχανής. Η πρώτη φορά που βλέπουμε τους Polecats σε όλο τους το μεγαλείο, συνοδεύεται από τις heavy metal νότες του “Legacy” των The Gone Jackals, σηματοδοτώντας την πρώτη φορά που χρησιμοποιήθηκε licensed μουσική τρίτων σε παιχνίδι της Lucasarts. Ο Tim Schafer δεν έκρυψε ποτέ την αγάπη του γι’αυτή τη μουσική, κι εδώ το σύνολο που δημιουργείται είναι τόσο ταιριαστό που είναι σαν η μπάντα να ηχογράφησε αποκλειστικά για λογαριασμό του παιχνιδιού.

Φυσικά, καμία αναφορά στην ηχητική δουλειά που έχει γίνει δε θα ήταν πλήρης αν δεν μιλούσαμε για το εξαιρετικό voice acting. Το Full Throttle ήταν το πρώτο παιχνίδι που χρησιμοποίησε αποκλειστικά ηθοποιούς-μέλη του Screen Actors’ Guild, δηλαδή του σωματείου ηθοποιών της Αμερικής, στο οποίο ανήκουν όλοι οι επαγγελματίες ηθοποιοί που εμφανίζονται στην τηλεόραση και στον κινηματογράφο.

Έτσι, έχουμε παρουσίες επαγγελματιών με χρόνια εμπειρία στο χώρο, π.χ. του Maurice LaMarche και της Tress MacNeille, βετεράνων από σειρές όπως Futurama, Pinky and the Brain κ.α., αλλά και του Mark “Luke Skywalker” Hamill. Όμως αδιαμφισβήτητα, ο κορυφαίος του cast είναι ο αδικοχαμένος Roy Conrad. Με την μπάσα και τραχιά φωνή του, η οποία ακούγεται λες και το λαρύγγι του είναι γεμάτο αμμοχάλικο, δίνει τόση προσωπικότητα στον Ben, όση και ο εξαιρετικός σχεδιασμός του. Όλο το cast παραδίδει πολύ καλές ερμηνείες που, εν έτει 1995, φάνταζαν εξωπραγματικές και έδιναν στο παιχνίδι το ύφος μιας animated ταινίας υψηλών προδιαγραφών.

{PAGE_BREAK}

Το Full Throttle ενσωματώνει πολλά περισσότερα από τις καινοτομίες ενός ανήσυχου δημιουργού. Από πολλές απόψεις, ήταν ένα δείγμα μιας βιομηχανίας που άλλαζε. Η Lucasarts θα συνέχιζε να παράγει adventures για περίπου πέντε χρόνια ακόμη -το αριστουργηματικό Grim Fandango δε θα έφτανε στα καταστήματα παρά τρία χρόνια μετά το Full Throttle- και στο καθένα από αυτά θα πειραματιζόταν όλο και περισσότερο, προσπαθώντας να συμβαδίσει με το πνεύμα της εποχής, πριν τα παρατήσει ολοκληρωτικά και στραφεί στην “παχιά αγελάδα” του Star Wars franchise.

Το ίδιο το Full Throttle σχεδόν δε συνέβη, όταν η Lucasarts είδε το σενάριο του Schafer. “Το μίσησαν,” λέει ο δημιουργός. “Μου είπαν: Δεν το πιστεύουμε ότι σου δώσαμε λεφτά για να γράψεις κάτι τέτοιο.” Σε μια βιομηχανία που μόλις είχε μείνει άναυδη από τις 3D δυνατότητες του Doom II και το full motion video του Wing Commander III και του Rebel Assault, τα adventures είχαν ήδη αρχίσει να ξεγλιστρούν από τα φώτα της ράμπας.

Στο Full Throttle, δείγματα της αλλαγής αυτής ήταν εμφανή στη χρήση του 3D για ορισμένα action sequences, όπως οι μονομαχίες του Old Mine Road, τα οποία ουδεμία σχέση είχαν με παραδοσιακό adventure gameplay, αλλά πρόσφεραν στην ατμόσφαιρα και στην αφήγηση της ιστορίας. Η μηχανή Insane που φτιάχτηκε για το Rebel Assault βοήθησε με πολλά τέτοια τμήματα του παιχνιδιού, προσπαθώντας να εναρμονιστεί με τα Scumm κομμάτια, ενώ κι ο χειρισμός υποφέρει ενίοτε από κάπως αδέξια εφαρμογή των μηχανισμών που είχαν οι δημιουργοί στο μυαλό τους.

Ορισμένα από αυτά τα τμήματα κόβουν κάπως απότομα το ρυθμό του παιχνιδιού, χωρίς όμως αυτό να αφαιρεί την αξία της προσπάθειας της ομάδας να δοκιμάσει κάτι νέο. Ακόμα και η φοβερά μικρή διάρκεια του παιχνιδιού -5 με 6 περίπου ώρες-, ενώ είναι ξεκάθαρα σε βάρος του, είχε και θετικά αποτελέσματα. Περισσότερος κόσμος έπαιξε, αλλά και τερμάτισε το παιχνίδι, σύμφωνα με τον ίδιο το Schafer.

Και το σενάριο όμως, μαρτυρά πολλά για τα πιστεύω και τις ανησυχίες του δημιουργού. Οι συμμορίες των μηχανόβιων στον κόσμο του Full Throttle είναι ένα απομεινάρι της παλιάς εποχής και σχολής, μια χούφτα ανθρώπων που αρνούνται να αποποιηθούν τον τρόπο ζωής και τις αξίες τους για να ακολουθήσουν έναν κόσμο που δεν φαίνεται διατεθειμένος να τους περιμένει, καθώς τρέχει στην ξέφρενη πορεία του με ταχύτητες που ούτε η γρηγορότερη Corley δεν μπορεί να πιάσει. Τόσο στον Ben, όσο και στον Malcolm Corley, μπορούμε να δούμε διαφορετικές πλευρές του Schafer. Εκείνη του ελεύθερου πνεύματος, που έχει το δικό του τρόπο να λειτουργεί, αλλά κι εκείνη του ανθρώπου, που πρέπει μεν να κάνει συμβιβασμούς και θυσίες, αλλά δεν ξεχνά ποτέ από πού προέρχεται.

Δε θέλει και πολύ για να καταλάβει κανείς ότι ο Schafer την εποχή εκείνη έβλεπε και τη Lucasarts και την υπόλοιπη βιομηχανία των games να καταλαμβάνονται από ανθρώπους σαν τον Ripburger, που προτιμούσαν να δώσουν στον κόσμο προϊόντα ευρείας κατανάλωσης με σκοπό το μέγιστο οικονομικό κέρδος και όχι έργα που έβγαιναν από την καρδιά δημιουργών που αγαπούσαν το αντικείμενό τους.

Από το Ben στον Eddie Riggs: Το μέλλον

Παίζοντας το Full Throttle σήμερα, έχει κανείς την ευκαιρία να δει στις 5-6 ώρες του, μια περιεκτικότατη επιτομή της δουλειάς ενός πολύ σημαντικού δημιουργού. Με το Brütal Legend να έχει διαφημιστεί τόσο πολύ και με το ιστορικό του Schafer, οι απαιτήσεις και οι προσδοκίες του κοινού έχουν εκτοξευθεί στη στρατόσφαιρα. Όμως, ανεξάρτητα από την ποιότητα και την επιτυχία του επερχόμενου παιχνιδιού, τα δείγματα της έμπνευσης και της δημιουργικής ενηλικίωσης του Schafer, θα μπορούν να εντοπιστούν πίσω σ’αυτό το μικρό διαμαντάκι από το 1995. Κανείς άλλωστε δεν μπορεί να του αρνηθεί το γεγονός ότι πάντοτε έκανε το δικό του, και πάντοτε έβαζε τις αξίες του πάνω απ’όλα, σαν τον σκληροτράχηλο αρχηγό των Polecats. Κι όπως δείχνει και η πρόσφατη νίκη του στο δικαστικό αγώνα με την Activision, ο Schafer παραμένει ισχυρός όταν κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα και κάτι μας λέει ότι θα συνεχίσει να παλεύει με τον ίδιο τρόπο και στο μέλλον.

Ο Ben, ο φιλόσοφος αυτός της ασφάλτου και του καμμένου λάστιχου, το θέτει καλύτερα από οποιονδήποτε: “Όταν βρίσκομαι στο δρόμο, είμαι ανίκητος. Κανείς δεν μπορεί να με σταματήσει. Κι όμως προσπαθούν.”

Για τις ανάγκες του άρθρου παίξαμε ολόκληρο το παιχνίδι και συγκεκριμένα την έκδοση 2.0 από τη σειρά Lucasarts Classics, η οποία τρέχει απ’ευθείας από το DVD και είναι συμβατή με Windows XP και Vista.

Μιχάλης Τέγος

{nomultithumb}

Μιχάλης Τέγος
Μιχάλης Τέγος
Άρθρα: 254

Υποβολή απάντησης