


Όταν οι λέξεις δεν αρκούν...
Όταν οι λέξεις δεν αρκούν…
Το Fragile ανήκει στις περιπτώσεις παιχνιδιών που είτε κάποιος θα αγαπήσει, είτε θα μισήσει, χωρίς την ενδιάμεση λύση να είναι διαθέσιμη. Ή μάλλον όχι. Το Fragile είναι ένα παιχνίδι που σε κάνει να το μισείς και να το αγαπάς ταυτόχρονα. Ένα παιχνίδι που είναι ανέλπιστα αριστουργηματικό, όσο είναι εκνευριστικά κακό. Ως συνέπεια, είναι ένα από τα παιχνίδια αυτά, που η παρουσίαση τους μέσω του γραπτού λόγου –και γενικά η παρουσίαση-, κρίνεται ιδιαίτερα περίπλοκη, αν όχι δύσκολη. Ας κάνουμε όμως μία προσπάθεια.
Η βασική δομή, το πάτημα του σεναρίου, είναι το συνεχές και αδιάκοπο ταξίδι του Seto, ενός έφηβου που βρίσκεται σε μία απεγνωσμένη αναζήτηση επιζώντων, με την ανθρωπότητα σχεδόν απούσα. Ένας τρομακτικά αδειανός κόσμος, στον οποίο ένα παιδί ταξιδεύει μονάχο του, αφού πρώτα έθαψε με τα ίδια του τα χέρια τον μοναδικό άνθρωπο που είχε συναντήσει στην, έστω και μικρή, ζωή του.
Ο θάνατος της μοναδικής του μοναξιάς σηματοδοτεί και το ξεκίνημα του ταξιδιού του, με προορισμό έναν μακρινό πύργο, ελπίδα για εύρεση ζωής. Η απλότητα της σεναριακής δομής ωφελεί το παιχνίδι, αφού μέσα από αυτή δίνεται το έναυσμα για δημιουργία συναισθημάτων, που ο παίκτης δεν αναμένει. Οι άνθρωποι της tri-Crescendo, γνωστοί από το Eternal Sonata και το Baten Kaitos, έδωσαν τεράστιο βάρος στον τρόπο με τον οποίο τα γεγονότα του παιχνιδιού καταφέρνουν να επηρεάσουν την ψυχική και συναισθηματική κατάσταση του παίκτη. Αυτό που ξεκινά ως ένα ακόμα ιαπωνικό παιχνίδι που είναι λίγο Adventure, λίγο JRPG, λίγο Survival Horror, μετατρέπεται σε ένα από τα καταθλιπτικότερα παιχνίδια που είχαμε την τύχη να παίξουμε, όλα αυτά τα χρόνια που καταπιανόμαστε με τα videogames.
Η ειρωνεία είναι πως πολλές φορές το παιχνίδι δεν προσπαθεί καν να μας ταρακουνήσει ψυχολογικά. Είναι η αίσθηση της απομόνωσης, της καταστροφής, της μοναξιάς, της αποσύνθεσης και του θανάτου, που ασυναίσθητα αγγίζουν και καταρρακώνουν όποιον κρατά το Wii Remote.
Όπως αναφέραμε παραπάνω, το Fragile Dreams ουσιαστικά αποτελεί μία μείξη ποικίλων ειδών, με το Adventure να κυριαρχεί. Οι Survival Horror επιρροές είναι κι αυτές παρούσες, σε μικρό όμως βαθμό. Το ίδιο ισχύει και για το RPG στοιχείο, αφού πέρα από την απόκτηση εμπειρίας του Seto κι ορισμένων άλλων βασικών στοιχείων ρόλων, το παιχνίδι δεν παρουσιάζει το βάθος ενός JRPG. Έχουμε να κάνουμε με ένα Action/Adventure λοιπόν, που τα πηγαίνει αφάνταστα άψογα στον τομέα της ιστορίας. Τόσο καλά μάλιστα, που δεν αργεί να γίνει εμφανές το γεγονός πως οι δημιουργοί αφιέρωσαν το μεγαλύτερο μέρος της ανάπτυξης στον τομέα της εξιστόρησης και στο σύμπαν του παιχνιδιού, αφήνοντας τα του gameplay σε δεύτερη μοίρα.
Ως αποτέλεσμα, έχουμε ένα ιδιαίτερα αδύναμο σύστημα μάχης, που ουσιαστικά αποτελείται από μία ενέργεια, την επίθεση. Πατώντας το Α στο Wii Remote, επιτιθέμεθα. Χρονίζοντας το πάτημα του A, πραγματοποιούμε απλά combos, που αυξάνουν τη ζημιά που κάνουμε στα διάφορα εχθρικά πνεύματα, φαντάσματα, και γενικά τους εχθρούς του παιχνιδιού. Αυτή, πάνω κάτω, είναι όλη η δράση που θα δείτε στο παιχνίδι.
Δυνατότητα για άμυνα ή αποφυγή επιθέσεων δεν υπάρχει, ενώ όλα τα melee όπλα του παιχνιδιού έχουν περιορισμένη αντοχή, με αποτέλεσμα να σπάνε και να αχρηστεύονται μετά από εκτεταμένη χρήση. Μέχρι εδώ όλα φαντάζουν απλά και όμορφα, κάτι που όμως δεν ισχύει. Η υπερβολικά απλουστευμένη ρουτίνα μάχης καταντά κουραστική σε επίπεδο εκνευρισμού, ειδικά προς το τέλος του παιχνιδιού, όταν εχθροί θα μας επιτίθενται πισώπλατα, αφού έχουν πρώτα εξαφανιστεί μπροστά από τα μάτια μας, με τον παίκτη να μην έχει την ικανότητα να κάνει τίποτα για να αποφύγει τα παραπάνω. Απλά κάθεται και τις τρώει, με άλλα λόγια.
Παρόλα αυτά, το παιχνίδι δεν είναι δύσκολο. Ίσα ίσα, που ο αριθμός αντικειμένων για αναπλήρωση της υγείας μας και φωτιών, οι οποίες παρεμπιπτόντως λειτουργούν ως σταθμοί ξεκούρασης για τον Seto, είναι αχρείαστα μεγάλος.
{PAGE_BREAK}
Τα προβλήματα όμως δεν σταματούν στα προαναφερθέντα. Ο Seto μπορεί να κουβαλά ένα συγκεκριμένο αριθμό αντικειμένων, πράγμα λογικό, αν το καλοσκεφτεί κανείς. Αυτό όμως που δε βγάζει κανένα νόημα, είναι η απόφαση των developers να κάνουν το συγκεκριμένο αυτό αριθμό τόσο, μα τόσο, υπερβολικά περιορισμένο. Ο “αποθηκευτικός χώρος” του Seto έχει γελοίο μέγεθος, με αποτέλεσμα να μην είμαστε σε θέση να κουβαλάμε τα επιθυμητά αντικείμενα μαζί μας. Η κατάσταση χειροτερεύει όταν οι εχθροί γίνονται εμφανώς πιο ισχυροί, και το ένα όπλο μας εγκαταλείπει μετά το άλλο, αφού η αντοχή τους είναι αυτή ενός πλαστικού καλαμακίου.
Μία καλή λύση θα ήταν να κουβαλάμε πάντα μαζί μας δύο όπλα, κάτι που τις περισσότερες φορές είναι αδύνατο, λόγω του περιορισμένου χώρου στο σακίδιο του Seto. Να αναφέρουμε πως για κάθε όπλο που μας εγκαταλείπει, αυτομάτως μπαίνουμε σε νέα έξοδα, αφού χρειάζεται να τα αγοράσουμε από τον ανατριχιαστικά εύθυμο έμπορο του παιχνιδιού –ναι, τον κύριο με το κεφάλι κόκορα.
Η κατιούσα όμως δεν έχει έρθει ακόμα. Αυτό που συμβάλει στην απόλυτη απογοήτευση, κάνει όλα τα παραπάνω να φαντάζουν με ασήμαντα λαθάκια. Το παιχνίδι, στην απεγνωσμένη του προσπάθεια να διαρκέσει κάτι παραπάνω από 15 ώρες, αναγκάζει τον παίκτη να προβαίνει σε ανελέητο backtracking, ή, ακόμα χειρότερα, σε κυνήγι ολοκλήρωσης άσκοπων και αρκετές φορές ανόητων objectives, υποτιμώντας τη νοημοσύνη μας. Το να διασχίζεις έναν άδειο, επαναλαμβανόμενο διάδρομο για δύο χιλιόμετρα δεν είναι διασκεδαστικό, ούτε το να ανεβαίνεις μία σκάλα για δέκα λεπτά…
Κι εκεί που ως καλός συντάκτης σέρνεις τα εξ αμάξης στους Ιάπωνες για τα παιδικά λάθη τους και το Fragile Dreams οδεύει προς το βούρκο, συνειδητοποιείς πως δεν μπορείς να μισήσεις αυτό το παιχνίδι, ειδικά όταν καταπιάνεσαι με τον τεχνικό τομέα. Broken gameplay ή όχι, ο οπτικοακουστικός τομέας του Fragile κάνει παρέα εκεί ψηλά, μαζί με το σενάριο, αφού πολύ απλά, διαπρέπει.
Χωρίς αμφιβολία, πρόκειται για ένα από τα πιο ισχυρά οπτικά σύνολα για το λευκό θαύμα της Nintendo, κάτι που οφείλεται στο μαγικό χέρι των σχεδιαστών, το εντυπωσιακό μοντέλο φωτισμού, τις καλλιτεχνικές επιλογές, τις retro επιρροές, και τη χαρακτηριστική, γοητευτική χρωματική παλέτα που επιλέχθηκε. Κάθε τοπίο, κάθε χαρακτήρας, βρίθουν λεπτομέρειας και γοητείας, κάτι που υποδηλώνει μεράκι από πλευράς της ομάδας ανάπτυξης. Η χρήση του Wii Remote ως φακού μετατρέπεται σε ενστικτώδη κίνηση, αφού το παιχνίδι σαγηνεύει ασυναίσθητα το παίκτη, εγκλωβίζοντάς τον στον πανέμορφα νεκρό κόσμο του. Θετική κρίνεται και η υποστήριξη της ιαπωνικής γλώσσας, αν κι έχει ομολογουμένως γίνει καλή δουλειά και στο αγγλικό voice over.
Ακόμα μια ευχάριστη νότα είναι η αξιοποίηση του ηχείου του Wii Remote, ειδοποιώντας μας όταν κάποιος εχθρός ή βασικό αντικείμενο βρίσκεται κοντά. Μιλώντας για localization, να αναφέρουμε πως πολλά τμήματα προφανώς πέρασαν αυτούσια στην ευρωπαϊκή έκδοση, λογικά λόγω περιορισμένων οικονομικών πηγών. Πολλές πινακίδες, για παράδειγμα, είναι στην ιαπωνική, αλλά τίποτα όμως από αυτά δεν εμποδίζει στην πρόοδο του παιχνιδιού.
{VIDEO_1}
Που καταλήγουμε όμως; Έχουμε να κάνουμε με ένα καλό παιχνίδι που πάσχει από κάποια τραγικά στραβοπατήματα, ή μήπως με ένα κοινώς κακό παιχνίδι που διαπρέπει μονάχα σε ορισμένους τομείς; Ειλικρινά, δεν ξέρουμε. Αν θα έπρεπε να δώσουμε μία αντικειμενική απάντηση, αυτή θα εντοπιζόταν κάπου στη μέση. Το Fragile Dreams είναι ένα -κάποιες φορές- αριστουργηματικό και μαγικό παιχνίδι, που ταυτόχρονα καταστρέφεται από τα ίδια του θανατηφόρα σφάλματα. Μία πραγματικά περίεργη περίπτωση παιχνιδιού, αυστηρά για συγκεκριμένο κοινό, που και από αυτό, μόνο ένα μικρό ποσοστό θα ανεχθεί τις κακουχίες, πριν φτάσει στο τέλος. Ένα παιχνίδι που αγαπάς να μισείς, και μισείς να αγαπάς…
Δημήτρης Μπάνος