


Welcome to Paradise. Περίπου.
Welcome to Paradise. Περίπου.
Όταν εν έτει 2009 οι Green Day εμφανίστηκαν στα VGAs (Videogame Awards) του Spike και ανακοίνωσαν πως ένας βασισμένος στην 20ετή πορεία τους Rock Band τίτλος βρισκόταν σε φάση ανάπτυξης, υπήρξαν δύο άμεσες αντιδράσεις: Ενθουσιασμός από πλευράς φίλων του συγκροτήματος, αλλά και ταυτόχρονος προβληματισμός, για το αν θα καταφέρει η Harmonix να μεταφέρει το πνεύμα και την ουσία όλων όσων πρεσβεύει η δουλειά του ιδιαίτερου τρίο από την Καλιφόρνια, αυτούσια σε έναν Rock Band τίτλο. Φυσικά, η Harmonix είχε αποδείξει μήνες νωρίτερα τι είναι σε θέση να κάνει με μία άδεια χρήσης δικαιωμάτων στα χέρια της.
Ο λόγος για το αριστουργηματικό The Beatles: Rock Band, τρανό παράδειγμα του τι μπορεί να επιτευχθεί όταν συνδυάζονται το μεράκι και η αγάπη για τη μουσική. Στο εγχείρημα αυτό, βέβαια, βοήθησε και η τεράστια κληρονομιά που άφησαν πίσω τους τα Σκαθάρια, δίνοντας την ευκαιρία στην ομάδα του -ελληνικής καταγωγής- Alex Rigopoulos να μας παραδώσει μία κινητή βιβλιοθήκη της ιστορίας των Fab Four, και του πως μέσα σε μια δεκαετία κατέκτησαν το κόσμο, γράφοντας μουσική ιστορία.
Το ερώτημα, λοιπόν, που προέκυψε εκείνον το Δεκέμβριο, ήταν το εξής: Θα κατάφερνε η ομάδα ανάπτυξης να δώσει για μία ακόμα φορά μαθήματα σχετικά με το ποια μορφή πρέπει να έχει ένα μουσικό παιχνίδι βασισμένο αποκλειστικά ένα συγκρότημα, κι αν ναι, σε τι βαθμό θα αξιοποιούσε τη δισκογραφία των Green Day; Οι μήνες πέρασαν, ο χειμώνας μας αποχαιρέτησε, το καλοκαίρι είναι εδώ, και μαζί του το Green Day: Rock Band. Σε τι βαθμό λοιπόν καταφέρνει το παιχνίδι να σταθεί απέναντι, τόσο στο Rock Band των Beatles, όσο και στον ανταγωνισμό που έχει την υπογραφή της Activision επάνω του;
Ο τίτλος του παιχνιδιού κάνει πολύ καλή δουλειά στο να περιγράψει με τι έχουμε ακριβώς να κάνουμε. Πολύ απλά, είναι η Rock Band συνταγή που μάθαμε να αγαπάμε, με μία ισχυρή δόση των ιδιαίτερων ήχων των Green Day. Πρόκειται για ένα 20ετές ταξίδι με σκοπό τη βίωση της μεταμόρφωσης του δυναμικού τρίο, από τους γεμάτους αντίδραση και εφηβικούς προβληματισμούς στίχους των πρώτων αμιγώς Punk Rock δισκογραφικών δουλειών τους, πίσω στις αρχές της δεκαετίας του 1990, όπου μαζί με συγκροτήματα όπως οι Offspring, οι Nirvana και οι Rancid πραγματοποιούσαν αυτό που αργότερα αποκαλέστηκε "Punk Revival".
Στη συνέχεια περνάμε στα τέλη των ’90s όπου άρχισε να συμβαίνει η αλλαγή ταυτότητας του συγκροτήματος, με το album Nimrod να προβάλει την πρόθεση για εξερεύνηση νέων μουσικών μονοπατιών, μέχρι και την -όπως αποδείχθηκε κοσμοϊστορική, από εμπορικής άποψης- στροφή με το album φαινόμενο, American Idiot, με το οποίο το συγκρότημα έκανε εμφανή την εφαρμογή μίας νέας Punk Rock Opera αισθητικής, θεμελιώνοντάς τη το 2009 με το, εξίσου πετυχημένο, 21st Century Breakdown.
Με οκτώ πλήρη albums διαθέσιμα, δεκάδες αξιοσημείωτες συναυλίες έτοιμες να αξιοποιηθούν ως υλικό, μουσικά κομμάτια με χαρακτήρα και ουσία, και τις πολλαπλές αισθητικές μεταμορφώσεις, όπως το χρώμα της κόμης των Billie Joe Armstrong, Mike Dirnt και Tré Cool -συνήθεια που αποτελεί σήμα κατατεθέν των Green Day-, δεν αργεί κάποιος να αντιληφθεί πως η Harmonix είχε στο χέρια της ένα θησαυρό, θείο δώρο για τους θαυμαστές των Green Day.
Τι κρίμα, λοιπόν, που το φαινομενικά ιδανικό αυτό υλικό έμεινε κατά ένα μεγάλο τμήμα αχρησιμοποίητο, στερώντας έτσι σε εμάς την απόλυτη μουσική Green Day εμπειρία, σε αντίθεση με το The Beatles: Rock Band, που έφερε εις πέρας την αποστολή του αψεγάδιαστα. Προς αποφυγή παρεξηγήσεων, το Green Day: Rock Band δεν είναι ένα κακό παιχνίδι. Ίσα ίσα που ακολουθεί τα βήματα του Beatles, σε σημεία βελτιώνοντας τη συνταγή. Ο προβληματισμός εντοπίζεται στη σκέψη του πόσο πιο ολοκληρωμένος και πλήρης θα μπορούσε να είναι ο τίτλος της Harmonix, η οποία επιστράτευσε και την Demiurge Studios για την ανάπτυξη του παιχνιδιού, αφού ο φόρτος εργασίας -εν όψει Rock Band 3- ήταν τεράστιος.
Αν και πιθανότατα άγνωστο προς πολλούς, η ομάδα από τη Μασαχουσέτη δεν είναι τυχαία, μιας κι έχει προσφέρει χείρα βοηθείας σε κολοσσούς της βιομηχανίας, όπως στη Gearbox κατά την ανάπτυξη των Brothers in Arms αλλά και του Borderlands, φυσικά στη Harmonix σε παρελθοντικούς Rock Band τίτλους, ενώ ανέλαβε εξ ολοκλήρου και τη μεταφορά του Mass Effect στο PC. Ας προχωρήσουμε όμως στη περιγραφή του στησίματος του Green Day: Rock Band, για να ανακαλύψετε και το λόγο της μερικής δυσαρέσκειας μας.
{PAGE_BREAK}
Το κύριο τμήμα του παιχνιδιού, το καθιερωμένο Career mode, σε αντίθεση με το Beatles που μας ταξίδευε από τις αρχές των ’60s μέχρι και το αποκορύφωμα της καριέρας των Fab Four στα τέλη της δεκαετίας, μας αφήνει να επιλέξουμε ελεύθερα ανάμεσα σε τρεις περιόδους, και να πορευτούμε με τη σειρά που εμείς επιθυμούμε. Τρεις χρονολογίες, λοιπόν, τρία σημεία-κλειδιά στάδια στην καριέρα των Green Day. Ξεκινώντας από το 1994, επί εποχές Dookie, όταν το Punk ξεχείλιζε από τα πολύχρωμα κεφάλια του χαρακτηριστικού τρίο, περνώντας στο 2005 και στο Milton Keynes της Μεγάλης Βρετανίας, τόπος διεξαγωγής ενός από τα μεγαλύτερα concerts στη σύγχρονη μουσική ιστορία, με το μουσικό DVD Bullet in a Bible να το αποδεικνύει περίτρανα, και καταλήγοντας στο Fox Theatre πίσω στο 2009, με τους αναγεννημένους Green Day να κατακτούν για πολλοστή φορά το Punk Rock στερέωμα, στα πλαίσια του 21st Century Breakdown tour.
Ενώ, λοιπόν, η ομάδα ανάπτυξης δεν ακολούθησε την τακτική της interactive εξιστόρησης της πορείας του συγκροτήματος, κράτησε όλα τα υπόλοιπα στοιχεία από το Beatles. Τι εννοούμε; Σε κάθε εκτέλεσή μας, ανάλογα με το αστέρια που αποσπάμε, ξεκλειδώνουμε φωτογραφικό υλικό που μέχρι πρόσφατα ήταν καλά φυλαγμένο στις συλλογές εκατοντάδων φωτογράφων, που τους δόθηκε η ευκαιρία να απαθανατίσουν στιγμές της καθημερινότητας των τριών κολλητών, τότε που περνούσαν τη μέρα καπνίζοντας μαριχουάνα (ας μην ξεχνάμε τι ρόλο παίζει το "Green" στο όνομά τους).
Η απαθανάτηση δεν σταματά στα "νεαρά χρόνια". Οι δεκάδες φωτογραφίες, μας καθοδηγούν μέσα από την ολοκληρωτική στροφή στο ύφος τους, όταν μετά την κλοπή των masters του σχεδόν ολοκληρωμένου δίσκου τους Cigarettes and Valentines, επαναπροσδιόρισαν την ταυτότητά τους, κυκλοφορώντας ένα πείραμα που άκουγε στο όνομα "American Idiot", κατακτώντας έτσι τον κόσμο. Επίσης, κάθε επιτυχής εκτέλεση μας προσφέρει CRED, τα οποία χρησιμοποιούμε για να ξεκλειδώσουμε επιπλέον προκλήσεις και έπαθλα.
Λόγου χάρη, σε ένα από τα Challenges θα κληθούμε να αναπαραστήσουμε το Bullet in the Bible, παίζοντας ασταμάτητα -σχεδόν- όλο το playlist εκείνου του ιστορικού απογεύματος του 2005, στο γρασίδι του Milton Keynes. Και είπαμε σχεδόν, μιας και το -κατά την άποψη του υπογράφοντος- υπέροχο King For a Day, δεν συμπεριλαμβάνεται στη λίστα κομματιών.
Και μιλώντας για ελλείψεις, ένα μεγάλο τμήμα καθοριστικών για την καριέρα των Green Day, και φυσικά αγαπημένων κομματιών, δηλώνει επίσης απόν. Ενώ ο μέσος οπαδός των Green Day, που πιθανότατα ανήκει στη μετά millenium fanbase, δεν θα ενοχληθεί ιδιαίτερα, εμείς οι παλαιότεροι, που τυχαία το 1999 βρήκαμε μία κασέτα του Nimrod, θα ψάχνουμε απεγνωσμένα underground μεν, λατρεμένα δε τραγούδια, τόσο από το προαναφερθέν album, όσο και από τα παλαιότερα. Το γνωστό Welcome to Paradise, δυστυχώς, είναι το μόνο κομμάτι του Kerplunk που εντοπίζεται μέσα στο παιχνίδι. Και είναι πραγματικά κρίμα και μία χαμένη ευκαιρία, αφού αυτά τα κομμάτια ήταν που θα μετέτρεπαν το παιχνίδι σε ένα νοσταλγικό ταξίδι για τους παλιούς και μία μηχανή πληροφορίας, για τους νεότερους.
Το ίδιο ισχύει και για τους χώρους και τις ημερομηνίες. Τα τρία στάδια της καριέρας του band είναι σοφά επιλεγμένα, δίχως αυτό να σημαίνει πως περισσότερα θα δυσαρεστούσαν. Οι χαμένες ευκαιρίες για κάτι σπουδαίο όλο και αυξάνονται, όταν συναυλίες όπως αυτή στο Woodstock του 1994 και αυτή στο Lollapalooza το ίδιο έτος, μένουν εκτός. Από την άλλη, μικρές πινελιές όπως η διαχρονική “abstract” κιθάρα με το διπλής σημασίας ακρώνυμο BJ επάνω της και το T-shirt με τη λέξη “Idiot” του Billie Joe είναι καλοδεχούμενες, και ξυπνούν μνήμες από το παρελθόν.
Μετά από τόσους μουσικούς τίτλους, δεν έχουν μείνει και πολλά να πούμε για το gameplay και τις τεχνικές ενός Rock Band. Ουσιαστικά, έχουμε να κάνουμε με το interface που καθιέρωσε το The Beatles: Rock Band, με ορισμένες βελτιώσεις στο band play, και δραματική βελτίωση στις φωνητικές αρμονίες, που πλέον δεν περιορίζονται σε ένα μουρμούρισμα για τους παίκτες που προσφέρουν backup στον lead singer, αλλά σε κανονικά φωνητικά, όπως άρμοζε σε μία σειρά του βεληνεκούς του Rock Band. Όλα τα υπόλοιπα είναι γνώριμα, αφού η Harmonix φαίνεται πως κρατάει καλούδια για το επερχόμενο Rock Band 3, που με τα νέα όργανά του και επίπεδα δυσκολίας, αναμένεται να αλλάξει εντελώς την αντίληψη της “πλαστικής” μουσικής.
{PAGE_BREAK}
Ένα δυναμικό online στοιχείο εντοπίζεται για ακόμα μία φορά στις επιλογές μας, αν και εκεί που διαπρέπει το παιχνίδι, είναι όταν καταφέρουμε να μαζέψουμε την παρέα στο σπίτι, και μετά από δύο (στην πραγματικότητα έξι, αλλά μεταξύ μας αυτά) μπύρες να τα σπάσουμε όλα. Ένας από τους λόγους που το Rock Band κατάφερε να ξεχωρίσει από τα παρακμάζοντα Guitar Hero ήταν η μαγεία που προσέφερε όταν περισσότεροι από δύο παίκτες μοιράζονταν την ίδια οθόνη, και ευτυχώς, το Green Day: Rock Band προσφέρει ίσως τη βέλτιστη μέχρι τώρα εμπειρία band play στα ιστορικά της σειράς. Κύριος υπαίτιος είναι η playlist, που αν και της λείπουν ορισμένα κομμάτια, έστω και με τα 47 που προσφέρει, καταφέρνει να αιχμαλωτίσει παίκτες, αλλά και πιθανούς θεατές, χάρη στην αξιόλογη παρουσίασή της.
Πριν περάσουμε στα τεχνικά, να αναφέρουμε πως όλα τα κομμάτια του παιχνιδιού μπορούν να εξαχθούν στο σκληρό μας δίσκο, και από εκεί να περαστούν τόσο στα ήδη υπάρχοντα Rock Band και Rock Band 2, αλλά και στο επερχόμενο Rock Band 3, όπου θα υποστηρίζουν και το Pro Mode, για ρεαλιστικές και γεμάτες πρόκληση εκτελέσεις της δισκογραφίας των Green Day. Μοναδική προϋπόθεση είναι ο 16ψήφιος κωδικός που βρίσκεται στο πίσω μέρος του manual, καθώς και 800 Microsoft Points, ευγενική απαίτηση της Electronic Arts.
Τροφοδοτούμενο από τη μηχανή γραφικών της Harmonix, το Green Day: Rock Band δεν κρύβει ιδιαίτερες εκπλήξεις στον τεχνολογικό τομέα. Αντιθέτως, θα λέγαμε πως η ποσότητα δουλειάς, προσήλωσης και θέλησης δημιουργίας κάτι αντάξιου του ονόματος των Σκαθαριών που είδαμε στο Beatles, δεν εντοπίζεται στο Green Day.
Ενώ πολλά από τα τραγούδια των Fab Four μας ταξίδευαν στον κόσμο που οι στίχοι τους περιγράφουν, αλλάζοντας συνεχώς το τοπίο και βυθίζοντάς μας για τα καλά στη μαγεία της μουσικής τους, κάτι ανάλογο δεν συμβαίνει εδώ. Ενώ οι developers θα μπορούσαν κάλλιστα να εμπνευσθούν από τα video clips του συγκροτήματος, που πάντα έχουν έναν δικό τους χαρακτήρα, ή ακόμα και από τους στίχους πολλών κομματιών, όλη η μαγεία παύει μετά το, ομολογουμένως ελκυστικό, εισαγωγικό video. Άλλη μία χαμένη ευκαιρία λοιπόν, που αν κάποιος την είχε αρπάξει, θα μπορούσαμε κάλλιστα να δούμε τον κόσμο μέσα από τα μάτια των Green Day, την αντιδραστικότητα στα πρώτα βήματά τους, την πολιτική σάτιρα και κριτική τους, και τον αγώνα για διαφορετικότητα καθ’ όλη την πορεία τους τα 20 αυτά χρόνια.
Ενώ λοιπόν η αδράνεια των Harmonix και Demiurge στον τομέα αυτό μας θλίβει, την εμπειρία μερικώς αναπληρώνουν τα περιβάλλοντα που αναδημιούργησαν, χωρίς όμως να λείπουν τα σφάλματα κι εδώ. Στη σκηνή/ αποθήκη του 1994 για παράδειγμα, το άψυχο, ρομποτικό και θολό κοινό δεν έχει καμία σχέση με το Punk μπούγιο που χτυπιόταν στο άκουσμα του F.O.D., ενώ η σκηνή του Milton Keynes, δεν καταφέρνει να αναπαραστήσει το μεγαλείο του Bullet in a Bible, κυρίως λόγω της μικρότερης κλίμακας τόσο της σκηνής όσο και του κοινού, αλλά και των περιορισμένων αντιδράσεων και animations του τρίο Billie, Mike και Tré.
Ηχητικά, το Green Day: Rock Band διαπρέπει -όπως κάθε Rock Band άλλωστε-, με τις εκδόσεις των κομματιών να αποτελούν master ηχογραφήσεις, επεξεργασμένες για να ακούγονται πιο φρέσκες από ποτέ. Επεξεργασμένο είναι και αρκετό video υλικό από τα ’90s, που λόγω τεχνολογικών περιορισμών μπορεί να είναι σε κάδρο 4:3, χωρίς όμως να έχει κάτι να ζηλέψει στον τομέα του ήχου. Μοναδικό μας παράπονο αποτελεί η λογοκρισία των στίχων, που καταφέρνει να χαλάει συνεχώς την ατμόσφαιρα. Πραγματικά, απορρούμε με την επιλογή αυτή -ελέω μικρότερού ηλικιακού rating από τη PEGI- ειδικά τη στιγμή που το 80% των κομματιών των Green Day δεν ντρέπονται να χρησιμοποιήσουν "απαγορευμένες" λέξεις.
Αν και όχι το μουσικό έπος που πολλοί αναμέναμε, το Green Day: Rock Band ό,τι κάνει το κάνει καλά, αποδεικνύοντας πως η EA έχει στο δυναμικό της μία ομάδα ικανή να προσφέρει Rock Band τίτλους βασισμένους σε ένα και μόνο συγκρότημα. Και πάλι κρίμα που είτε λόγω budget είτε λόγω άλλων περιορισμών, οι δύο ομάδες ανάπτυξης δεν έκαναν το μεγάλο βήμα, δημιουργώντας έναν τίτλο αν όχι αντάξιο των Beatles λόγω περιεχομένου, τουλάχιστον ένα σκαλί πιο κάτω.
{VIDEO_1}
Αν είστε fans των Green Day, αυτό το παιχνίδι δεν πρέπει να λείπει από τη συλλογή σας. Αν, απλά, είστε φίλοι των τίτλων Rock Band και ψάχνετε για το απόλυτο expansion pack για το Rock Band 2, σκεφτείτε το. Ό,τι ίσχυε για το The Beatles: Rock Band, ισχύει κι εδώ. Άντε κι ένα MUSE: Rock Band τώρα.
Δημήτρης Μπάνος