
Homefront
…or how I learned to stop worrying and love the Koreans…
…or how I learned to stop worrying and love the Koreans…
Σαν να μην έφτανε ο αυξανόμενος -με γεωμετρικό ρυθμό- ανταγωνισμός μεταξύ Activision και EA, όσον αφορά στον τομέα των FPS με θέμα την σύγχρονη εποχή, φαίνεται πως και η THQ επιχειρεί πλέον να μπει σε αυτά τα βαθιά και “πλούσια” νερά. Ανεξάρτητα από το πόσο μπορεί να έχουν κουράσει ή όχι τα ετήσια Call of Duty και Battlefield, η υψηλότατη ποιότητα παραγωγής τους δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Εξαρχής, λοιπόν, το εγχείρημα της Kaos Studios (Frontlines: Fuel of War) ήταν ιδιαίτερα δύσκολο καθώς, με την κυκλοφορία του τίτλου της, πρέπει να μας πείσει πως το Homefront μπορεί να προσφέρει κάτι καινούριο, καλύτερο ή έστω ισάξιο με τους παραπάνω κολοσσούς των online FPS.
Δε θα πρέπει να παραβλέψουμε, βέβαια, το γεγονός ότι η σχεδόν ταυτόχρονη κυκλοφορία με το Crysis 2 –ένα σαφώς πολλά υποσχόμενο FPS- δυσχεραίνει την όλη κατάσταση. Ας δούμε αναλυτικότερα εάν οι λάτρεις των single player θα πρέπει να του δώσουν μία ευκαιρία ή αν οι οπαδοί των online αναμετρήσεων αξίζει να αφήσουν –έστω προσωρινώς- την καριέρα τους από τα αγαπημένα τους franchises. Το Homefront αποτελεί έναν ακόμα τίτλο που μας μεταφέρει σε μία εξαθλιωμένη Αμερική και στον αγώνα της ενάντια σε έναν “επώνυμο” κατακτητή. Πλέον, η Ρωσία δείχνει πως δεν μπορεί να αποτελέσει μία αληθοφανή ή “τρομακτική” απειλή για τέτοιου είδους σενάρια, με το δύσκολο αυτό έργο να περνάει στα χέρια της Βόρειας Κορέας. Η εισαγωγή εξηγεί πως, σταδιακά, η ενωμένη πλέον Κορέα γίνεται υπερδύναμη ενώ διάφορες συγκυρίες πλήττουν σημαντικά την ισχύ των Η.Π.Α. Διαδοχικά μεταφερόμαστε στο 2025 όπου η Κορέα, μέσω ενός δορυφόρου της, εξαπολύει ένα ηλεκτρομαγνητικό χτύπημα στις Η.Π.Α., προκαλώντας ολοκληρωτική συσκότιση και σηματοδοτώντας την αρχή της υποδούλωσης του πάλαι ποτέ ισχυρού έθνους.

Το σενάριο του Homefront περιστρέφεται γύρω από τις προσπάθειες μίας αντιστασιακής ομάδας για την αποτίναξη του ζυγού των Κορεατών. Για πολλοστή φορά θα δούμε τον άκρατο ηρωισμό και πατριωτισμό των Αμερικανών μπροστά στο νέο τους εχθρό, θέμα που αναμφίβολα έχει αρχίσει να κουράζει (όχι μόνο λόγω της επανάληψής του…). Οι περισσότερες σκηνές καταπίεσης των Αμερικανών ακροβατούν τελικά σε τεντωμένο σκοινί, μεταξύ της απέχθειάς μας προς τη βαρβαρότητα των δυνάμεων κατοχής στον άμαχο πληθυσμό και της προσπάθειας δημιουργίας συναισθημάτων συμπόνιας προς τον τυραννισμένο αμερικάνικο λαό, αλλά και δημιουργίας συναισθημάτων “μίσους” προς τους Κορεάτες. Το θετικό της υπόθεσης είναι ότι, με την επιμέλεια του θρυλικού John Millius, έχουν υπάρξει ορισμένα ενδιαφέροντα στοιχεία, όπως τα αποκόμματα εφημερίδων που αφηγούνται την εξέλιξη της ιστορίας και η παράξενη στάση ορισμένων Αμερικανών, που δείχνουν να έχουν αποδεχτεί την κατάσταση και δεν μας βοηθούν στον αγώνα, στοιχεία που προσδίδουν μια κάποια διαφορετικότητα στην προσπάθεια της Kaos.
Έχοντας την καλή θέληση να αποβάλλουμε όσο μπορούμε τα ονόματα των εθνών που εμπλέκονται στο Homefront και βλέποντας καθαρά και μόνο την πλοκή, η κατάσταση παραμένει προβληματική. Εμείς παίρνουμε το ρόλο του Robert Jacobs, ενός στρατιωτικού πιλότου ελικοπτέρου, ο οποίος από τα πρώτα λεπτά του τίτλου σώζεται από μέλη της Αντίστασης. Από εκεί και ύστερα, θα πάρουμε μέρος σε διάφορες αποστολές, μεταξύ των οποίων θα βρεθούμε μπροστά και στο λόγο της διάσωσής μας καθώς θα κληθούμε να πιλοτάρουμε ένα επιθετικό ελικόπτερο.

Σε μία προσπάθεια μίμησης του Half-Life η οπτική γωνία δε φεύγει ποτέ από τα μάτια του –αμίλητου- χαρακτήρα μας και οι, παραδοσιακής μορφής, cut-scenes απουσιάζουν. Αυτός ο αφηγηματικός χαρακτήρας πετυχαίνει το στόχο του, κυρίως στις περιπτώσεις όπου επισκεπτόμαστε ειρηνικούς καταυλισμούς και έχουμε τη δυνατότητα να περιφερθούμε ελεύθερα μιλώντας στους κατοίκους, μεταφέροντάς μας εύστοχα στην παρακμιακή ατμόσφαιρα των κατεχόμενων ή την ευημερία των –ακόμα- ελεύθερων πολιτών. Μεμονωμένα, λοιπόν, οι αλληλεπιδράσεις με διάφορους ανθρώπους που θα συναντήσουμε έχουν κάποιο ενδιαφέρον, ωστόσο το ίδιο δεν μπορεί να ειπωθεί για τα κεντρικά πρόσωπα αλλά και την αρκετά αδιάφορη κεντρική αποστολή, η εκπλήρωση της οποίας δύσκολα πείθει για το λόγο που αποτελεί κομβικό σημείο για την αντιμετώπιση των κατακτητών.
Οι τρεις στρατιώτες που απαρτίζουν την ομάδα μας δεν είναι σε θέση να προκαλέσουν το ενδιαφέρον μας μέσα από τις ρηχές τους προσωπικότητες. Λιγότερο αδιάφορος είναι ο επικεφαλής της ομάδας, ονόματι Connor, καθώς εύκολα προκαλούσε τον εκνευρισμό μας μέσα από το τεράστιο μίσος που εξωτερικεύει συνεχώς προς τους Kορεάτες αλλά και του υπερβολικού ηρωισμού του. Ωστόσο, ο κυριότερος λόγος για τον οποίο είμαστε σίγουροι πως θα τον “μισήσετε”, αποτελεί η σχεδόν μόνιμα απεικονιζόμενη λέξη “follow” που έχει πάνω από το κεφάλι του. Σχεδόν σε όλη τη διάρκεια του τίτλου θα χρειάζεται να τον ακολουθούμε πιστά ή να τον περιμένουμε υπομονετικά για να σπάσει πόρτες και να ρίξει εμπόδια που εμποδίζουν πόρτες.

Η δράση κυμαίνεται, ευτυχώς, σε πιο ξεκάθαρα ποιοτικά επίπεδα αν και δεν απουσιάζουν τα προβλήματα. Η Kaos Studios εμφανέστατα δεν κρύβει τις έντονες επιρροές της από τις πρόσφατες προσθήκες στη σειρά Call of Duty, δείχνοντας–μάλλον- μεγαλύτερο ζήλο στο δανεισμό στοιχείων από ό,τι θα έπρεπε ώστε το πόνημά της να μην φτάνει στα όρια να χαρακτηριστεί απροκάλυπτα “κλώνος”.
Σε γενικές γραμμές η δράση είναι εντυπωσιακή και οι περισσότερες από τις συγκρούσεις στις οποίες θα βρεθούμε διατηρούν την έντασή τους χωρίς να γίνονται κουραστικές, τοποθετώντας μας συνεχώς σε νέα περιβάλλοντα και καταστάσεις. Η αίσθηση της δύναμης των όπλων είναι αρκετά καλή, ενώ ο αριθμός τους παρουσιάζει μία σεβαστή ποικιλία. Ωστόσο, ορισμένα από τα ηχητικά εφέ θα μπορούσαν να είναι λίγο πιο ισχυρά. Κατά τη διάρκεια των, επτά συνολικά, αποστολών θα βρεθούμε μπροστά σε πολλές εντυπωσιακές και αξιομνημόνευτες σκηνές, όπως επιβάλλεται πλέον στα FPS. Αρκεί να δείτε τη σκηνή της ρίψης λευκού φωσφόρου πάνω από το κεφάλι του Jacobs σε ένα εμπορικό κέντρο όπου σε λίγα δευτερόλεπτα αρχίζει να επικρατεί ένα χάος από φλεγόμενους εχθρικούς και φίλιους στρατιώτες μέσα στην πυκνή ομίχλη. Η συχνή χρήση, στα πρώτα επίπεδα, του οχήματος Goliath έρχεται να προσθέσει μία δική του “πινελιά” φρεσκάδας στον τίτλο.