
I Am Alive
Όποιος αψηφά, επιβιώνει.
Όποιος αψηφά, επιβιώνει.
Η ανάπτυξη του I Am Alive είναι από μόνη της μία ιστορία επιβίωσης. Όταν ανακοινώθηκε αρχικά το 2008, με τη Darkworks στη θέση του developer, το I Am Alive κέρδισε τα βλέμματα στην τότε έκθεση E3, υπόσχομενο μία πρωτότυπη survival εμπειρία για την ακόμα νεαρή -τότε- τρέχουσα γενιά κονσολών. Στη συνέχεια πέρασε δύο χρόνια στην αφάνεια, μέχρι να ξεκαθαρίσει το τοπίο τον περασμένο Σεπτέμβρη, οπότε και η Ubisoft ανακοίνωσε πως ο τίτλος θα έφτανε τελικά φέτος, μέσω ψηφιακής διανομής. Το I Am Alive του 2012 είναι σίγουρα πολύ διαφορετικό (το πόσο, μάλλον δεν θα το μάθουμε ποτέ) από το I Am Alive του 2008, που προοριζόταν να κυκλοφορήσει ως retail τίτλος, ενώ η ανάπτυξή-reboot είναι έργο της Ubisoft Shangai.
Τα ερωτήματα γύρω από τη “σκιώδη” πορεία του παιχνιδιού είναι πολλά, αυτό όμως που έχει πραγματική σημασία, είναι πως το I Am Alive είναι πια ζωντανό και διεκδικεί επάξια μια θέση στη συλλογή σας.
Of Rust and bones – Η ιστορία
Ένα χρόνο μετά το κατακλυσμιαίο γεγονός γνωστό ως “The Event” που ρήμαξε την ανθρωπότητα, ο ανώνυμος ήρωας του I Am Alive επιστρέφει σπίτι, στην (φανταστική) πόλη Haventon των δυτικών ακτών των Η.Π.Α., με σκοπό να εντοπίσει τη γυναίκα του και την κορούλα του, των οποίων την τύχη αγνοεί όλο αυτό το διάστημα. Φυσικά, η προσπάθειά του δεν θα είναι διόλου εύκολη, καθώς τα ερείπια των κτιρίων αλλά και τα “ανθρώπινα ερείπια” των λιγοστών επιζησάντων στέκονται εμπόδιο στο δρόμο του. Επιπλέον, φονική σκόνη έχει κατακαθήσει στα χαμηλότερα στρώματα της ατμόσφαιρας, σχηματίζοντας μια ομίχλη που επιβαρύνει την αναπνοή και δυσχεραίνει την ορατότητα.
Μέσα σ’αυτό το εχθρικό περιβάλλον ο ήρωας καλείται να επιβιώσει και να βοηθήσει όσους ανθρώπους μπορεί (και θέλει) για να επανασυνδεθεί τελικώς με την οικογένειά του. To concept αυτό είναι αρκετά νεωτεριστικό -για τα δεδομένα των videogames- και ξεφεύγει από τα post-apocalyptic κλισέ των ζόμπι και της “Mad Max αισθητικής”, που έχει καταχραστεί το μέσο. Βασική θεματική εδώ, είναι η πάλη για επιβίωση και η σύγκρουση της ανθρωπιάς με την αναπόφευκτη εξαχρείωση των ηθών.
Η υπόθεση αποδίδεται χωρίς δραματικούς τόνους αλλά με ρεαλισμό, και την αφήγηση να εστιάζει περισσότερο σε καταστάσεις και συναισθήματα παρά σε πρόσωπα και γεγονότα. Ο παίκτης προοδευτικά ταυτίζεται με τον πρωταγωνιστή, συνδέεται με τον κόσμο του I Am Alive και αισθάνεται τη βαρύτητα των πράξεων του. Τηρουμένων των αναλογιών, το I Am Alive κατάφερε να μας θυμίσει τα Bioshock και Metro 2033 κι αυτό είναι ένα μεγάλο κατόρθωμα για ένα “μικρό” παιχνίδι. Βέβαια, οφείλουμε να προειδοποιήσουμε πως την καλύτερη εμπειρία από το I Am Alive θα αποκομίσουν όσοι αντιλαμβάνονται ως προορισμό το ίδιο το ταξίδι.
Και πέρα από την αξιόλογη ιστορία, η εμπειρία αυτή πλαισιώνεται από τον πολύ καλό ηχητικό και οπτικό τομέα, που συνδράμουν στην έντονα μελαγχολική, ζοφερή ατμόσφαιρα του παιχνιδιού.
Ghosts of the concrete world- Παρουσίαση
Το εξαιρετικό voice acting συνεισφέρει στο μέγιστο βαθμό, ώστε οι διάφοροι χαρακτήρες που συναντάμε να φαίνονται πειστικοί και κάθε διάδραση μαζί τους να έρχεται στη ζωή. Αρνητικό εδώ είναι μία ελαφριά ανακύκλωση φωνών, ωστόσο δικαιολογείται, εφόσον μιλάμε για ένα arcade παιχνίδι με περιορισμένο budget. Αντίθετως, highlight αποτελεί ο “δικός μας” Ηλίας Τουφεξής -ή, κατά gaming κόσμον, Adam Jensen- στο ρόλο του Henry, ενός επιζήσαντα με τον οποίο συμμαχούμε νωρίς στο παιχνίδι. To soundtrack αποτελείται κυρίως από ambient ήχους, που δίνουν αραιά και που το στίγμα τους, ενώ στα ελάχιστα σημεία που ακούγονται, οι λιτές νότες του πιάνου δημιουργούν ένα -σπάνιο στο παιχνίδι- αίσθημα ασφάλειας και ηρεμίας.
Στον τομέα των γραφικών τώρα, η Unreal Engine εμφανίζεται σε άλλη μία παραλλαγή της, που εξυπηρετεί απόλυτα το open-world setting του I Am Alive, ένα setting το οποίο αναδεικνύεται χάρη στο ενδιαφέρον art direction και την επιτηδευμένα φτωχή παλέτα χρωμάτων. Κατεστραμμένοι ουρανοξύστες στοιχειώνουν τον ορίζοντα, όλες σχεδόν οι αποχρώσεις του γκρίζου γεμίζουν την οθόνη, η ομίχλη είναι ασφυκτική (με την καλή έννοια), η “βόλτα” στο σκοτεινό μετρό συνοδεύεται από ένα πνιγηρό μαύρο, ενώ η θέα από την κορυφή ενός ψηλού κτιρίου είναι, απλά, λυτρωτική.
Η έξυπνη χρήση των -υψηλής ποιότητας- φωτισμών κλέβει την παράσταση και αποτελεί αναμφίβολα το δυνατότερο σημείο του οπτικού τομέα. Κάποια πολύγωνα χαμηλής ανάλυσης, η γενικότερη “θολούρα” και μερικά παρωχημένα animations σίγουρα θα ενοχλήσουν τους πιο απαιτητικούς, όμως όταν μιλάμε για ένα παιχνίδι σχετικά μεγάλης κλίμακας, στριμωγμένο σε μόλις 1,86 gigabytes, νομίζουμε πως δεν χωρούν πολλά παράπονα, ειδικά όταν αυτό πρόκειται για ένα από τα πιο εντυπωσιακά που έχουμε δει μέχρι σήμερα στο Xbox Live Arcade.
Survival of the fittest – Το gameplay
Στον πυρήνα του, το I Am Alive είναι ένα 3rd person action-adventure παιχνίδι με έμφαση στο platforming στοιχείο και τον survival χαρακτήρα. Ξεκινώντας από ένα σημείο της πόλης, πρέπει να φτάσουμε σε κάποιο άλλο, στην πορεία σκαρφαλώνοντας μέσα κι έξω από κτίρια και αντιμετωπίζοντας τους εχθρικούς επιζήσαντες του Event.
Παρόλο που η δομή αυτή “φωνάζει” γραμμικότητα, οι developers έχουν κάνει καλή δουλειά για να την κρύψουν, αφήνοντας -μικρά- περιθώρια εξερεύνησης, ενώ φρόντισαν να διανθίσουν τόσο το platforming στοιχείο όσο και τις “μάχες” με καινοτόμες ιδέες, που έχουν εκτελεστεί σχεδόν άψογα. Μία τέτοια ιδέα είναι το stamina bar (δηλαδή η αντοχή του ήρωά μας), που εξαντλείται όσο τρέχουμε, σκαρφαλώνουμε ή παραμένουμε μέσα στην ομίχλη και αναπληρώνεται αυτόματα όσο ξεκουραζόμαστε σε περιβάλλον με καθαρό αέρα.
Έτσι, κάθε φορά που σκαρφαλώνουμε κάπου, πρέπει να προσέχουμε να μην αδειάσει η μπάρα αυτή -ειδάλλως ο ήρωας μας θα πέσει- ενώ το μονοπάτι που πρέπει να ακολουθήσουμε δεν είναι πάντα ξεκάθαρο και πρέπει συχνά να παρατηρούμε και να προσχεδιάζουμε την αναρρίχησή μας. Ο μηχανισμός αυτός προσθέτει μία ευπρόσδεκτη αίσθηση άγχους και αγωνίας στο κατά τα άλλα απλοΪκό platforming -που το παιχνίδι απροκάλυπτα δανείζεται από το Uncharted-, όμως δεν αξιοποιείται όσο θα επιθυμούσαμε, κι αυτό γιατί μπορούμε να αναπληρώσουμε stamina ανά πάσα στιγμή, καταναλώντας τις προμήθειες που κουβαλάμε στο inventory.
{PAGE_BREAK}
Η προαναφερθείσα δυνατότητα χαλάει σημαντικά τη δυναμική του εν λόγω μηχανισμού, ωστόσο, παίζοντας στο Survivor βαθμό δυσκολίας η κατάσταση κάπως εξισορροπείται, αφού οι προμήθειες που βρίσκουμε είναι σημαντικά πιο ισχνές, αλλά δυστυχώς πάντα αρκετές. Το Survivor mode -κατά τη γνώμη του υπογράφοντος- είναι και ο “σωστός” τρόπος να παιχθεί το I Am Alive, καθώς εντείνει τον survival χαρακτήρα, διορθώνοντας σημαντικά τη δυσκολία ή, μάλλον καλύτερα, την… ευκολία. Η συγκέντρωση προμηθειών είναι βασική παράμετρος όχι μόνο για τη δική μας επιβίωση αλλά και των φιλικών NPCs που συναντάμε στο παιχνίδι, καθώς το μοναδικό “side-quest” του I Am Alive είναι η παροχή βοήθειας σε 20 συγκεκριμένους survivors του Haventon. Οι περισσότεροι από αυτούς έχουν ανάγκη από τροφή ή φαρμακευτικό υλικό που είτε έχουμε στην κατοχή μας, είτε θα πρέπει να βρούμε.
Βοηθώντας έναν survivor, πέρα από τον υψηλότερο βαθμό ολοκλήρωσης του παιχνιδιού, θα ανταμειφθούμε με ένα παραπάνω -πολύ χρήσιμο- retry αλλά και πληροφορίες γύρω από το τι έχει συμβεί. Χάρη στα ισχυρά αυτά κίνητρα, πολύ συχνά νιώσαμε ότι δεν έπρεπε να καταναλώσουμε κάτι που θα μπορούσε να φανεί πιο χρήσιμο σε έναν survivor και κάναμε οικονομία. Υπάρχουν, όμως, και οι κάτοικοι του Haventon που δεν αξίζουν το έλεος μας…
Οι “συναντήσεις” με εχθρικούς NPCs είναι περίτεχνα τοποθετημένες μέσα στο ρυθμό του παιχνιδιού και συνθέτουν δυναμικά set pieces γεμάτα αγωνία, στα οποία ο παίκτης νιώθει κυνηγός και θήραμα ταυτόχρονα. Η άκρως ανεπτυγμένη, στιβαρή και αληθοφανής AI των εχθρών εντυπωσιάζει και θα τολμήσουμε να πούμε πως επισκιάζει πολλά από τα “μεγάλα” παιχνίδια της γενιάς. Οι εχθροί έρχονται κατά πάνω μας σε ομάδες, ενώ ο ήρωάς μας έχει ελάχιστη αντοχή στα χτυπήματα και περιορισμένες δυνάμεις. Κάποιες φορές μπορούμε να τους αποφύγουμε, περπατώντας μακριά και χωρίς να βγάλουμε όπλο, τις περισσότερες όμως είμαστε αναγκασμένοι να τους εξοντώσουμε, αξιοποιώντας με σωστή τακτική την απειλή ή χρήση όπλου και τα -μονίμως ελάχιστα- πυρομαχικά που έχουμε στη διάθεσή μας.
Όταν τραβάμε το πιστόλι ή το τόξο, η κάμερα γυρνάει σε προοπτική πρώτου προσώπου και κλειδώνει επάνω στον εχθρό που στοχεύουμε (υπάρχει και η δυνατότητα να στοχεύσουμε ελεύθερα αλλά χρειάζεται μόνο σε λίγες περιπτώσεις). Με τον αριστερό αναλογικό μοχλό μπορούμε να αλλάξουμε στόχο και με τον δεξιό να κοιτάξουμε περιφερειακά, ώστε να μην αφήσουμε κάποιον αντίπαλο να ξεφύγει απ’ το οπτικό μας πεδίο και βρει ευκαιρία να επιτεθεί.
Το handgun μπορεί να κρατάει τους εχθρούς σε απόσταση, όμως αν απλά τους σημαδεύουμε για πολύ ώρα, αυτοί θα αρχίσουν να αμφισβητούν λεκτικά την αποφασιστικότητά μας ή το αν έχουμε σφαίρες στο γεμιστήρα, και τελικώς θα επιτεθούν. Το ίδιο θα συμβεί και τη στιγμή που θα αφήσουμε το πιστόλι και τραβήξουμε το τόξο. Σημαδεύοντας κάποιον μπορούμε να τον διατάξουμε να κάνει πίσω και να τον κλωτσήσουμε για να πέσει στο κενό. Παίζοντάς το “αθώοι”, αφήνουμε κάποιον κακό να μας πλησιάσει για να τον σκοτώσουμε ξαφνικά με το machete (το melee όπλο μας) χωρίς έτσι να ξοδέψουμε σφαίρες ή το μοναδικό μας βέλος (που χρησιμοποιούμε ξανά και ξανά). Ακόμα και τα λιγοστά ψήγματα stealth τακτικής λειτουργούν άψογα μέσα στα πλαίσια της καταπληκτικής AI και του καινοτόμου συστήματος μάχης.
Ένα ακατέργαστο διαμάντι: Τα προβλήματα…
Δυστυχώς, το gameplay του I Am Alive πλήττεται από διάφορα μικρά προβλήματα που δεν το αφήνουν να αναδείξει πλήρως τις αρετές του. Η διάθεση για εξερεύνηση συχνά καταλήγει σε άσκοπο backtracking και σπατάλη προμηθειών. O χειρισμός στα platforming τμήματα είναι μερικές φορές ανακριβής, καθώς το παιχνίδι αρνείται να διαβάσει σωστά τα inputs που δίνουμε (ευτυχώς, χωρίς ποτέ καταστροφικά αποτελέσματα).
Επιπλέον, παρά την εξαιρετική AI, λίγο πολύ όλες οι μάχες με εχθρούς εξελίσσονται με τον ίδιο τρόπο. Βέβαια, κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού ο παίκτης δύσκολα θα αντιληφθεί αυτή την επανάληψη. Τέλος, η διάρκεια του παιχνιδιού, που δεν ξεπερνά τις 5-7 ώρες, σίγουρα θα φανεί μικρή σε πολλούς, ενώ δεν υπάρχει ιδιαίτερος λόγος να ασχοληθεί κανείς με περισσότερα playthroughs. Από την άλλη, ούτε η διάρκεια ούτε τα παραπάνω ψεγάδια θα πρέπει να σας αποθαρρύνουν από το παιχνίδι…
Επίλογος: Όποιος αψηφά, επιβιώνει
…Γιατί σε τελική ανάλυση, το I Am Alive δεν απογοητεύει αλλά καταφέρνει να προσφέρει μία απόλυτα ολοκληρωμένη και γεμάτη εμπειρία. Μια εμπείρια με αυθεντική -και συνάμα ξεχωριστή- survival προσωπικότητα. Αψηφώντας τους πολλούς περιορισμούς που θέτει η ίδια του η φύση του ως downloadable κυκλοφορία, το I Am Alive κοιτάει κατάματα τους “ΑΑΑ” τίτλους χάρη στην έντονη ατμόσφαιρα, το πρωτότυπο σενάριο κι ένα άκρως ενδιαφέρον σύστημα μάχης. Τελειώνοντας το παιχνίδι, δεν μπορούσαμε να σταματήσουμε να σκεφτόμαστε πόσο θα μπορούσαν να αναπτυχθούν οι ιδέες του αν είχαν μπεί τελικά σε "δίσκο".
Ακόμα κι έτσι όμως, το ταξίδι στον απειλητικό, γκρι κόσμο του I Am Alive είναι από αυτά που οφείλει να βιώσει κανείς. Το μεγάλο, “μικρό” παιχνίδι της χρονιάς.
Νίκος Αδάμης