Ιστορία των βιντεοπαιχνιδιών (pt2)
Αναδρομή στις κυριότερες κονσόλες και παιχνίδια μέχρι σήμερα
Αναδρομή στις κυριότερες κονσόλες και παιχνίδια μέχρι σήμερα
Τα ηλεκτρονικά παιχνίδια είναι αναμφίβολα κομμάτι της ζωής μας. Όμως, πόσοι από εμάς γνωρίζουμε την ιστορία τους με κάθε λεπτομέρεια; Ήδη στο πρώτο μέρος του αφιερώματος κάναμε λόγo για τα πρώτα δειλά βήματα των βιντεοπαιχνιδιών, ενώ σε αυτό το άρθρο, θα εστιάσουμε την προσοχή μας στις κονσόλες που καθόρισαν τη βιομηχανία, αφήνοντας ανεξίτηλο το στίγμα τους με τα τεχνολογικά τους επιτεύγματα. Κύριος στόχος αυτών των αφιερωμάτων είναι να γνωρίσουμε πιο αναλυτικά την ιστορία του αγαπημένου μας χόμπι, κάνοντας παράλληλα τους παλαιότερους να θυμηθούν και τους νεότερους να μάθουν… Ας ξεκινήσουμε λοιπόν!
Πρώτη γενιά
Αν και τα πρώτα παιχνίδια εμφανίστηκαν στους υπολογιστές το 1950, όπου βασίστηκαν γύρω από συσκευές καθοδικού σωλήνα, το σήμα τους δεν ήταν αναλογικό. Τουλάχιστον δεν ήταν μέχρι το 1972. Τότε κυκλοφόρησε η πρώτη οικιακή κονσόλα, το Magnavox Odyssey, που εφευρέθηκε από τον Ralph H. Baer και μπορούσε να συνδεθεί με μια απλή τηλεόραση σπιτιού. Ο Μπάερ είχε το όραμα να φτιάξει μια διαδραστική τηλεόραση. Μία τηλεόραση που θ’ ανταποκρίνεται στον τηλεθεατή. Έτσι δημιούργησε το “Brown Box”.
Στην αρχή είχε ένα παιχνίδι, στο οποίο ο παίκτης -μέσω μιας τελείας- κυνηγούσε την άλλη τελεία ανάμεσα από εμπόδια. Σιγά-σιγά ένας προσομοιωτής όπλου προστέθηκε, ώστε να είναι δυνατή η καταστροφή της τελείας και τέλος το παιχνίδι παραμετροποποιήθηκε, ώστε οι τελείες να μπορούν να παίξουν τέννις. Τότε ήρθε η εταιρεία Magnavox, η οποία αγόρασε τα δικαιώματα το 1971. Το Odyssey, όμως, δεν κατάφερε να ολοκληρώσει την εμπορική επιτυχία της πρωτοτυπίας του, μέχρι που το arcade παιχνίδι της Atari, “Pong”, έγινε ένα από τα πιο δημοφιλή βιντεοπαιχνίδια.
Και παρότι ο Μπάερ αποζημιώθηκε από την Atari για το κλέψιμο της ιδέας του -όπως και από την Ιστορία, αφού έχει βραβευθεί αναρίθμητες φορές, έχει μπει στο Hall Of Fame του μουσείου Smithsonian στον τομέα των εφευρετών και έχει τιμηθεί με μετάλλιο για τις τεχνολογικές του ανακαλύψεις, που του απονεμήθηκε από τον Τζορτζ Μπους- η εταιρεία έβγαλε πολύ περισσότερα από τις πωλήσεις.

Τότε ήταν που το κοινό άρχισε να λαμβάνει περισσότερο υπόψη του την αναδυόμενη βιομηχανία των βιντεοπαιχνιδιών. Το φθινόπωρο του 1975 η Magnavox υποκλίνεται στη δημοτικότητα του Pong, ακυρώνει το Odyssey και κυκλοφορεί μια απλοποιημένη μορφή, που έπαιζε μόνο Pong και χόκεϊ, το Odyssey 100. Και κάπως έτσι, όπως είχε συμβεί και με τα arcades, η εγχώρια αγορά πλημμυρίζει από κονσόλες που έπαιζαν απλά “πινγκ πονγκ”.
Δεύτερη γενιά
Προς το τέλος της δεκαετίας του ’70 και συγκεκριμένα το 1976, όταν ακόμα οι πρώτες κονσόλες κυριαρχούσαν στην αγορά, την εμφάνισή τους έκαναν δύο νέα συστήματα, τα Fairchild Channel F και RCA Studio 2, τα οποία σηματοδότησαν την αρχή της δεύτερης γενιάς. Το 1977, οι κατασκευαστές των ηλικιωμένων και παρωχημένων κλώνων του Πονγκ, πούλησαν σε τιμές κάτω του κόστους όλα τα αποθέματά τους, προκαλώντας τις Fairchild και RCA να εγκαταλείψουν τις κονσόλες τους.
Μόνο η Atari και η Magnavox παρέμειναν στην αγορά των οικιακών κονσολών, παρά τις απώλειες του 1977 και 1978. Η πρώτη κρίση στη βιομηχανία ξεπεράστηκε όταν η Atari κυκλοφόρησε μια μετατροπή του arcade παιχνιδιού Space Invaders. Πολλοί καταναλωτές αγόρασαν ένα Atari μόνο και μόνο για το Space Invaders. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980, αρκετές νέες εταιρείες κυκλοφόρησαν κονσόλες, πολλές εκ των οποίων ήταν τεχνικά ανώτερες του Atari 2600. Ωστόσο, η Atari κυριάρχησε, μένοντας στην ιστορία με το 2600 ως η πιο επιτυχημένη κονσόλα δεύτερης γενιάς.
Το 1983 η βιομηχανία βιντεοπαιχνιδιών γνώρισε τη δεύτερη καταστροφική της περίοδο. Ένα «τσουνάμι» από νέες, φθηνότερες κονσόλες και παιχνίδια χαμηλής ποιότητας έκαναν το βιομηχανικό ηγέτη βιντεοπαιχνιδιών Atari να χάσει την αξιοπιστία του. Επίσης, εκείνη την εποχή η εταιρία επένδυσε εκατομμύρια δολάρια στην ανάπτυξη καρτών με παιχνίδια όπως τα E.T. και Pac-Man.

Όμως, η επένδυση αυτή έγινε η αιτία κατάρρευσης της εταιρείας και ως συνέπεια όλης της αγοράς κονσόλων. Το παιχνίδι Ε.Τ. κόστισε περισσότερα για αγορά των δικαιωμάτων της ταινίας παρά για την ανάπτυξη, με αποτέλεσμα δεκάδες χιλιάδες κάρτες να μείνουν ως απόθεμα στην εταιρεία. Το Pac-Man, αν και καλό ως παιχνίδι, εντούτοις στοίχισε πολύ ακριβά στην Αtari μιας και -από λάθος επιλογές- δημιουργήθηκαν περισσότερες κάρτες από όσα μηχανήματα υπήρχαν στην αγορά! Έτσι, οι καταναλωτές έχασαν την εμπιστοσύνη και το ενδιαφέρον που είχαν για τις οικιακές κονσόλες, με αποτέλεσμα να στραφούν προς τα Home Computers.
Τρίτη γενιά
Και ερχόμαστε στην τρίτη γενιά κονσολών ή αλλιώς στην επονομαζόμενη «εποχή των 8-bit». Το 1983 η Nintendo κυκλοφόρησε το Family Computer (ή Famicom) στην Ιαπωνία. Το Famicom υποστήριζε παιχνίδια με περισσότερα χρώματα χάρη στα sprites υψηλής ανάλυσης. Αυτό επέτρεψε στα παιχνίδια του Famicom να έχουν καλύτερα και πιο λεπτομερή γραφικά. Το 1985 το Nintendo Famicom κυκλοφόρησε στις Η.Π.Α. υπό τη μορφή του Nintendo Entertainment System (NES). Βοήθησε, μάλιστα, και στην αντιμετώπιση της κρίσης του ’83, η οποία προκλήθηκε μετά από ασταμάτητες κυκλοφορίες κονσολών και παιχνιδιών χαμηλής ποιότητας.
Η επιτυχία του NES κράτησε την κονσόλα ζωντανή και μετά το τέλος της τρίτης γενιάς – μέχρι το 1995 περίπου-, αφού έγινε ιδιαίτερα αγαπητή από το καταναλωτικό κοινό, με πωλήσεις που ξεπερνούσαν τα 62 εκατομμύρια τεμάχια. Για να διαφοροποιήσει τα προϊόντα της από τις παλαιότερες αποτυχημένες κονσόλες, η Νintendo χρησιμοποίησε μια μπροστινή υποδοχή για τις κασέτες του NES και στη συσκευασία περιείχε το παιχνίδι Super Mario Brothers, τίτλος που εδραίωσε τον Mario ως έναν από τους πλέον αγαπημένους χαρακτήρες βιντεοπαιχνιδιών. Επίσης, διαφήμιζε το προϊόν της ως παιχνίδι και όχι ως κονσόλα βιντεοπαιχνιδιών.
Όπως το Space Invaders για το Atari 2600, έτσι κι η Nintendo με το Super Mario Bros. κατάφερε να καθιερωθεί στην αγορά των Η.Π.Α. Αυτή την επιτυχία θέλησαν και άλλες εταιρίες να την εκμεταλλευτούν, εισάγοντας νέες κονσόλες στην αγορά για να ανταγωνιστούν το NES. Έτσι, ένας από τους μεγαλύτερους αντιπάλους της Nintendo, η Sega κυκλοφόρησε το Master System.

Το Master System σίγουρα είχε την πρόθεση να ανταγωνιστεί το NES, αλλά ποτέ δεν κέρδισε ένα σημαντικό μερίδιο αγοράς στις Η.Π.Α. Αντίθετα κυριάρχησε στις αγορές της Ευρώπης και της Βραζιλίας, στις εκδόσεις PAL. Οι νέες αυτές κονσόλες χρησιμοποιούσαν το λεγόμενο gamepad, ένα χειριστήριο με κουμπιά επιλογών και κατευθύνσεων, σε αντίθεση με τις κονσόλες της Atari, που χρησιμοποιούσαν το χειριστήριο μοχλού (joystick).
Τα παιχνίδια εκείνης της περιόδου
Με την εξάπλωση των πρώτων κονσολών, η ζήτηση είχε ήδη αρχίσει να αυξάνεται για παιχνίδια. Έτσι, έκαναν την εμφάνισή τους οι πρώτες ανεξάρτητες εταιρείες δημιουργίας και έκδοσης παιχνιδιών, που ασχολούνταν αποκλειστικά με την ανάπτυξη και πώλησή τους. Εξαιτίας μιας διαφωνίας με τη διοίκηση της Atari, μια ομάδα προγραμματιστών αποχώρησε από την εταιρεία και ίδρυσε την Αctivision, με στόχο την ανάπτυξη παιχνιδιών. Την ίδια περίοδο δημιουργήθηκε και η Electronic Arts, η οποία ακόμη και σήμερα είναι μια από τις μεγαλύτερες εταιρείες στο χώρο των βιντεοπαιχνιδιών.
Τη δημιουργία των εταιρειών αυτών ακολούθησε μια άνευ προηγουμένου κυκλοφορία τίτλων, οι οποίοι έγραψαν τη δική τους ιστορία. Η δεκαετία του 1980 ονομάστηκε «χρυσή εποχή των βιντεοπαιχνιδιών», και καθόρισε τα είδη (genres) στα οποία χωρίζουμε σήμερα τα videogames. Ορισμένα παιχνίδια-σταθμοί ήταν το Zork (1980), ένα παιχνίδι περιπέτειας όπου ο παίκτης έδινε εντολές μέσω κειμένου στο παιχνίδι ώστε να προχωρήσει η πλοκή. Η Roberta Williams δημιούργησε το Mystery House, την ίδια χρονιά, το πρώτο παιχνίδι περιπέτειας με γραφικά.
Αργότερα, το 1984, η Roberta Williams με το σύζυγό της θα ιδρύσουν τη Sierra και θα κυκλοφορήσουν την πετυχημένη σειρά παιχνιδιών περιπέτειας “Kings Quest”. H LucasArts, η εταιρεία του George Lucas που σκηνοθέτησε τις ταινίες Star Wars (μεταξύ άλλων), κυκλοφόρησε το παιχνίδι περιπέτειας Maniac Mansion (1987), ένα από τα πρώτα παιχνίδια του είδους, που λειτουργούσε με τη μέθοδο point and click. Το παιχνίδι Kung-Fu Master (1984) καθιέρωσε τα παιχνίδια πολεμικών τεχνών, ενώ δύο χρόνια αργότερα το Renegade έφερε τον κόσμο των συμμοριών στις οθόνες μας.

Το Dragon ’s Lair (1983) ήταν το πρώτο παιχνίδι που κυκλοφόρησε σε Laserdisc (τον προκάτοχο, σε αρκετά σημεία, του CD/ DVD). Τα γραφικά του ήταν εντυπωσιακά, όμως υστερούσε αρκετά σε χειρισμό. Το Pac-Man (1980), ήταν μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες όλων των εποχών και καθιέρωσε τα παιχνίδια με λαβυρίνθους, ενώ τη μεγάλη ανατροπή έφερε το Donkey Kong (1981), του Shigeru Miyamoto της Νintendo.
Το Donkey Kong ήταν το πρώτο παιχνίδι που επέτρεπε στο χαρακτήρα του να πηδήξει πάνω από αντικείμενα σε μια σειρά από πλατφόρμες, γι’ αυτό και όλα τα παιχνίδια, που ακολούθησαν τα βήματά του, ονομάστηκαν παιχνίδια πλατφόρμας. Σιγά-σιγά, οι κατηγορίες άρχισαν να συνδυάζουν στοιχεία. Έτσι, εμφανίστηκαν παιχνίδια, που είχαν χαρακτηριστικά από δύο κατηγορίες, όπως το Metroid (1986), που συνδύαζε στοιχεία παιχνιδιού δράσης και περιπέτειας.
Σε παρόμοια βήματα ήταν και το παιχνίδι The Legend of Zelda (1986), που θα δημιουργήσει μια από τις πλέον πετυχημένες σειρές παιχνιδιών όλων των εποχών.
Το 1981 η SEGA κυκλοφόρησε το Turbo, ένα παιχνίδι ταχύτητας με αυτοκίνητα τρίτου προσώπου, ενώ ακολούθησε η Namco το 1982 με το εντυπωσιακό -για την εποχή του- Pole Position. Mια νέα κατηγορία, που βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στα επιτραπέζια παιχνίδια ρόλων, άρχισε να αποκτά φανατικούς φίλους. Το Akalabeth (1980) ήταν ένα από τα πρώτα παιχνίδια που βασίζονταν στους κανόνες των επιτραπέζιων παιχνιδιών Dungeons and Dragons. Το 1981 κυκλοφόρησε το Ultima, ένα από τα εντυπωσιακότερα και διασημότερα παιχνίδια ρόλων όλων των εποχών.
Το Bard’ s Tale (1985), που κυκλοφόρησε από την Interplay έγραψε τη δική του ιστορία, ως ένα από τα πρώτα παιχνίδια ρόλων με τρισδιάστατα γραφικά. Το Dragon’s Quest (1986) δημιούργησε τη δική του σειρά και ήταν από τους πρώτους τίτλους αυτής της κατηγορίας. Το 1987, και ενώ τα οικονομικά της Squaresoft ήταν σε κακή κατάσταση, η διοίκηση αποφάσισε να επενδύσει τα πάντα σε μια τελευταία «φαντασία».

Το Final Fantasy αποδείχθηκε η σωτηρία -και όχι το κύκνειο άσμα- της εταιρείας, και σήμερα η σειρά αυτή είναι από τις πλέον πετυχημένες, με κέρδη εκατομμυρίων ανά κυκλοφορία. Ένα αΑπό τα πρώτα μουσικοχορευτικά παιχνίδια ήταν το Dance Aerobics, που κυκλοφόρησε το 1987 από τη Nintendo. Σε αυτό ο παίκτης μπορούσε να χορέψει, πατώντας επάνω στο Power Pad της κονσόλας του. Μια σημαντική κατηγορία παιχνιδιών, που ονομάστηκε Survival Horror, βασίστηκε στις ταινίες τρόμου.
Το Haunted House (1981) ήταν ένα από τα πρώτα παιχνίδια του είδους, για να ακολουθήσουν πολύ αργότερα τα Alone in the Dark, Resident Evil και Silent Hill. Ανάμεσα στα παιχνίδια-σταθμούς, θα πρέπει να αναφέρουμε το Little Computer People, τον πρόδρομο των παιχνιδιών The Sims, το εντυπωσιακό «Elite», που μας μετέτρεψε σε εμπόρους/ μισθοφόρους του διαστήματος, το Populous, το οποίο μας έκανε θεούς, τη σειρά Wing Commander, που έφερε τα παιχνίδια δράσης πιο κοντά στις ταινίες επιστημονικής φαντασίας και το Battlezone, ένα από τα πρώτα παιχνίδια που χρησιμοποίησαν ανυσματικά γραφικά για να δημιουργήσουν ένα τρισδιάστατο πεδίο μάχης. Σίγουρα η λίστα των πιο σημαντικών κυκλοφοριών είναι μεγάλη και θα χρειαζόμασταν πολλές σελίδες για να τις παρουσιάσουμε, γι’ αυτό και κάπου εδώ θα σταματήσουμε.
Το ταξίδι μας, όμως, πίσω στο χρόνο δε τελείωσε, θα συνεχιστεί στο επόμενό μας άρθρο. Ακολουθεί η τέταρτη γενιά με τον «πόλεμο» ανάμεσα στη Nintendo και τη Sega, η πέμπτη γενιά, όπου η Sony μπαίνει για πρώτη φορά στη μάχη των κονσολών, για να ακολουθήσει η έκτη αλλά και η γενιά που τώρα διανύουμε, για τις οποίες σίγουρα γνωρίζετε ή θυμάστε αρκετά γεγονότα, ακόμη κι αν είστε μικροί σε ηλικία.
Μαρία Γούναρη
Πηγές
Wikipedia
http://www.pi.ac.cy
Replay: The History of Video Games – Tristan Donovan
Διαβάστε εδώ το πρώτο μέρος του αφιερώματος
{nomultithumb}