
Dark
Για κόπιασε από Λουϊζιάνα αν σου βαστάει!
Για κόπιασε από Λουϊζιάνα αν σου βαστάει!
Tα χαμηλού κόστους παιχνίδια δε θα έπρεπε να ταυτίζονται με τα “χαμηλής ποιότητας”. Αυτό αποτελεί ένα στοιχειώδη διαχωρισμό σε ό,τι αφορά το τι μπορούμε να περιμένουμε από παιχνίδια τα οποία ούτε μεγάλη χρηματοδότηση και προϋπολογισμό έχουν, ούτε τεράστια studios να τα στηρίζουν με υλικοτεχνικές υποδομές και προσωπικό. Και ευτυχώς στη βιομηχανία υπάρχουν πλείστα παραδείγματα που ενισχύουν τον παραπάνω ισχυρισμό. Πολύ πρόσφατο είναι το παράδειγμα του State of Decay το οποίο προέρχεται από μία νεοσύστατη ομάδα, είναι φανερά χαμηλού προϋπολογισμού, αλλά καταφέρνει και αφήνει πολύ καλές εντυπώσεις στον παίκτη.
Ξεκινάμε πάντα με την παραδοχή ότι στην περίπτωση τέτοιων παιχνιδιών θα κάνουμε και κάποιους συμβιβασμούς. Σχεδόν ποτέ δεν περιμένουμε κορυφαίο τεχνικό τομέα, υψηλά production values κτλ, και όποτε αυτά υπάρχουν, μας εκπλήσσουν ευχάριστα και προσθέτουν τα μέγιστα στα συν του παιχνιδιού. Αλλά πάντα είμαστε έτοιμοι να τα αποδεχτούμε εφόσον έχει γίνει αξιοπρόσεκτη δουλειά σε άλλους τομείς.

Οι συμβιβασμοί στο “Dark” ξεκινούν από πάρα πολύ νωρίς. Τα cel shaded γραφικά θα μπορούσαν να ανήκαν στο πρώτο Sly του PS2, μόνο που το τελευταίο είχε πολύ καλύτερο και πλουσιότερο animation και σαφώς ανώτερο χειρισμό. Οι διάλογοι που μας εισάγουν στη στοιχειώδη ιστορία, δε θα περνούσαν καν το στάδιο του δοκιμαστικού στο Bloodlines. Τα δε voiceovers και οι ερμηνείες θυμίζουν επικίνδυνα το Risen. Κάτι μας λέει ότι ο συγκεκριμένος ηθοποιός που υποδύεται τον πρωταγωνιστή του “Dark” έχει πάρει εργολαβία τη γερμανική βιομηχανία.
Αλλά δεν περιμένει κανείς ικανοποιηθεί από τέτοια στοιχεία. Είπαμε. Το αντίθετο αποτελεί έκπληξη. Το ισχύον, είναι και το αναμενόμενο. Τι συμβαίνει όμως όταν δεν λειτουργούν ούτε τα συστατικά του πυρήνα του παιχνιδιού αυτού καθ’ αυτού;

Το “Dark” είναι ένα 100% stealth παιχνίδι. Το tutorial το φωνάζει. Η έλλειψη άμεσων επιθέσεων από τον Eric Bane, το «νεογέννητο» βαμπίρ που ψάχνει το δημιουργό του και την ταυτότητά του, το διαλαλεί. Η δομή των επιπέδων και οι ρουτίνες της A.I. το κραυγάζει. Και ο σχεδόν άμεσος θάνατος (του βαμπίρ…) μετά από εντοπισμό, απλά το επιβεβαιώνει. Πρόκειται για το πιο βασικό, στοιχειώδες και απογυμνωμένο stealth που μπορεί να φανταστεί κανείς.
Ο Bane μπορεί να κρύβεται σε σκοτάδι και σε γωνίες, να βγάζει εκτός μάχης τους αντιπάλους χωρίς να τον αντιλαμβάνονται τα θύματα και οι υπόλοιποι, η A.I. ακολουθεί αρχαΐζουσες ρουτίνες με σταθερές θέσεις εχθρών και σφιχτές πορείες των υπολοίπων, και τα επίπεδα αφήνουν συγκεκριμένους δρόμους μέσα από τους οποίους περνά ο πρωταγωνιστής.

Όλα αυτά είναι δημιουργημένα και στημένα με έναν ανέμπνευστο και βαρετό τρόπο. Οι ρουτίνες είναι σταθερές και ο παίκτης απλά ψάχνει το «παραθυράκι» σε ένα ομοιόχρωμο καρουσέλ ώστε να μπορέσει να προχωρήσει. H εξολόθρευση αντιπάλων δίνει πόντους, που αξιοποιούνται ξεκλειδώνοντας νέες βαμπιρικές δυνάμεις, που είναι αναμενόμενες και βαρετές επίσης.
Τα εμπόδια σε κάθε περιοχή, μετά από δημιουργική σκέψη και οραματική παρέμβαση, είναι σπασμένα γυαλιά που υπάρχουν παντού και κάνουν θόρυβο, και αισθητήρες κίνησης που επίσης ηχορυπαίνουν όταν αντιληφθούν το βαμπίρ. Το οποίο βαμπίρ, δε μπορεί ούτε από μπαλκόνι σε μπαλκόνι να πηδήξει. Σαφώς οι βαμπιρικές δυνάμεις του επιτρέπουν κάποια φαντασμαγορικά τρικ, αλλά τα πόδια είναι κολλημένα στο πάτωμα. Η δε κίνηση είναι άγαρμπη και είναι τουλάχιστον αστείο το να γίνεται αντιληπτό ολόκληρο βαμπίρ επειδή το παραμικρό κούνημα το μοχλού τον ρίχνει κυριολεκτικά πάνω στον αντίπαλο.
Άμεσες επιθέσεις δεν υπάρχουν και ακόμα και στο Normal επίπεδο, ο εντοπισμός σημαίνει σχεδόν ακαριαίο θάνατο (από απλές σφαίρες…). Οπότε, το Trial & Error ξαναβρίσκει την ταυτότητα και την υπόστασή του σε αυτό το παιχνίδι. Προσθέστε και ένα από τα πιο κακοσχεδιασμένα συστήματα checkpoints που είδατε πρόσφατα και φανταστείτε αν τολμάτε τι μπορεί να συμβαίνει σε ένα δωμάτιο με τριάντα εχθρούς.
Ευτυχώς, τα κεφάλαια της ιστορίας είναι μόλις έξι στον αριθμό, και συντομεύουν ευεργετικά την εμπειρία, δίνοντας έτσι και κάποιο ρυθμό. Εν κατακλείδι, το “Dark” είναι ένα κακό stealth παιχνίδι με ελάχιστες καλές στιγμές, και ειλικρινά δεν έχει τίποτα παραπάνω να προσφέρει από ένα κεφάλαιο του πρώτου Splinter Cell.
Σάββας Καζαντζίδης
{nomultithumb}