A Gaming Carol
It is a ponderous chain!
Στεκόταν έξω από το κατάστημα ηλεκτρικών ειδών. Μόλις είχε εξαργυρώσει ένα σεβαστό μέρος από τις χθεσινές απολαβές, έναντι κάποιων πολύ καυτών gadgets. Ενημέρωνε το προφίλ του με τα νέα του αποκτήματα και περίμενε όλος ενθουσιασμό να δεχτεί τις επευφημίες του άγνωστου ψηφιακού πλήθους που τον ακολουθούσε σε παραπάνω από δέκα ψηφιακές κοινότητες. Δύο πιτσιρικάδες κοντοστάθηκαν δίπλα του.
«Να τα πούμε; Μαζεύουμε χρήματα για το καινούργιο G32-400X! Να τα πούμε;»
Τους κοίταξε με κενό βλέμμα. Ήθελε να τους βάλει τις φωνές αλλά δεν του έβγαινε όσο δυνατά το ήθελε.
«Στο κάτω κάτω, Χριστούγεννα έρχονται…»
«Χριστούγεννα;… Κουραφέξαλα!»
…
Το διαμέρισμα ήταν κρύο. Είχε ξεχάσει να ρυθμίσει το θερμοστάτη. Γενικώς, όταν τον απορροφούσαν οι δραστηριότητες στον μικρό ψηφιακό του κόσμο ξεχνούσε πολλά πράγματα. Να φάει, να ξυριστεί, να λουστεί, να ανάψει τα καλοριφέρ. Και τον απορροφούσαν τις περισσότερες ώρες της ημέρας… και της νύχτας.
Χωρίς να ανάψει τα φώτα, κάθισε μπροστά στις μεγάλες LED οθόνες και ασχολήθηκε για κανένα δεκάλεπτο. Ύστερα, τσέκαρε τα προφίλ του στα smartphone και στις ταμπλέτες του και τσέκαρε αν οι λογαριασμοί του στο PS360 ήταν συγχρονισμένοι. Εκκρεμούσαν κάτι ματσάκια με κάτι αμερικανάκια, αλλά θα το άφηνε για μετά τον τελικό του Gathering of the Myths. Μέχρι εκείνη τη στιγμή έπρεπε να μείνει απερίσπαστος. Και ήταν ακόμα 11 το πρωί.
Και το δωμάτιο παρέμενε σκοτεινό, με μία βαριά μυρωδιά πλαστικού και στατικής σκόνης να καλύπτει τα πάντα. Και οι βαριές κουρτίνες που η Ελένη αντιπαθούσε έμεναν κλειστές. Και το βουητό από τα UPS, τα τροφοδοτικά και τις ψήκτρες συνέχισε να είναι η μόνη μουσική που ανακούφιζε τα αυτιά του. Αυτό και ο ήχος των notifications από το YouBookFaceTweetBoxStation. Που σήμαιναν ότι κάποιοι τον σκέφτονται χωρίς τον κόπο να τους σκέφτεται αυτός. Και ξαναχάθηκε στο ατελείωτο multitasking χωρίς ύπνο και ξεκούραση.
…
Ο θόρυβος του απέσπασε την προσοχή από το φόρουμ όπου με άλλους Skilled Warmasters ξετύλιγε τη στρατηγική που θα του χάριζε τον τίτλο στους τελικούς του GoM. Ανασήκωσε απότομα το κεφάλι. Δεν τον είχε ξανακούσει. Και δεν ακουγόταν πια. Κοίταξε ασυναίσθητα την ώρα. Ήταν έξι το απόγευμα και έξω είχε σκοτεινιάσει. Ή υπέθετε ότι είχε σκοτεινιάσει γιατί το παγωμένο σαλόνι συνέχιζε να φωτίζεται μόνο από τα πάνελ των οθονών και τα λεντάκια των τροφοδοτικών και των UPS. Έμεινε σε εγρήγορση για κάποια δευτερόλεπτα μήπως και τον ξανακούσει. Τίποτα.
Έκανε να γυρίσει προς τη δεύτερη οθόνη όπου ένας χαρακτήρας του στο ΟυάΟυ έκανε farming και τότε…!
Νάτος ο θόρυβος… Σαν κάτι πολύ βαρύ και μεταλλικό να σέρνεται πάνω στη μοκέτα που του είχε τοποθετήσει η μητέρα του στο διάδρομο (παρόλο που η Ελένη τη μισούσε γιατί έπιανε εύκολα χνούδι. Πολλά πράγματα μισούσε τελικά η Ελένη). Κάτι βαρύ και ασήκωτο ΕΣΚΙΖΕ τη μοκέτα αργά και βασανιστικά.
Και μαζί με αυτό, αχνοί ήχοι από μέταλλο που τρίβεται πάνω σε μέταλλο. Σκουριασμένες επιφάνειες που χαρακώνουν η μία την άλλη. Και μεταλλικές διαβρωμένες κλειδώσεις που προσπαθούν να λυγίσουν και ακούγονται όλο και δυνατότερα. Και βήματα… Ναι! Βήματα που αρχικά χάνονταν πάνω στην παχιά μοκέτα αλλά τώρα ξεχωρίζουν από το πονεμένο βάρος τους και την ταλαιπωρημένη χροιά τους. Και πάνω απ΄ όλα μια ανάσα. Ναι, την άκουγε. Βαριά, σταθερή, σαν ένας συνεχόμενος ρόγχος που ανεβοκατεβαίνει σε ένταση και που κρατάει ένα μακρόθυμο κολασμένο τέμπο, αρκετό για να τρελάνει ανθρώπινο νου.
Όλα αυτά ο τρομοκρατημένος Πελοπίδας τα συνειδητοποιούσε την ώρα που αργοσηκωνόταν από την πανάκριβη ανατομική καρέκλα γραφείου και έγερνε προκειμένου να δει κάτι να προβάλει από τις σκιές του διαδρόμου. Παγωμένος από το φόβο δε σκέφτηκε να ανάψει τα φώτα και απλά περίμενε. Και τότε… το είδε.
Ο Pyramid Head ξεπρόβαλε μέσα σε όλο του το τρομακτικό μεγαλείο από το σκοτεινό λυκόφως του διαδρόμου και μετακινούσε τη σκουριασμένη μάζα του προς το μέρος του Πελοπίδα. Και δύο μέτρα πριν από αυτόν, με την τεράστια δαιμονική χατζάρα να σέρνεται πίσω του, σταμάτησε. Σταμάτησαν και οι θόρυβοι και μόνο η διαβολική του ανάσα συνέχισε το κολασμένο της ρυθμό. Και ο Πελοπίδας ούρλιαξε.

Ούρλιαζε για αρκετή ώρα μέχρι που σχεδόν έκλεισαν τα αυτιά του. Το σώμα του είχε κοκαλώσει σαν ένα αόρατο σκελετωμένο γιγάντιο χέρι να τον είχε γραπώσει ολόκληρο. Και το μυαλό του το είχε τυλίξει ένα ατσάλινο δίχτυ που δεν το άφηνε να συσπαστεί. Και τότε είδε τη φιγούρα μπροστά του να αφήνει τη χατζάρα να πέσει στο πάτωμα με έναν υπόκωφο γδούπο σαν άψυχο κορμί, και τον Pyramid Head να βγάζει τη σατανική του περικεφαλαία.
«Ρε φίλε… Δε σηκώνεται με τίποτα αυτό το πράγμα! Και νόμιζα ότι ο μπαλτάς θα ήταν το πρόβλημα».
Από κάτω ξεπρόβαλε ο Βασίλης. Ο Παιδικός του φίλος ο Βασίλης. Ο Βασίλης που πήγαν μαζί στρατό. Ο Βασίλης με τον οποίο συγκατοικούσαν για 5 χρόνια στο Πανεπιστήμιο. Ο Βασίλης που έκλεισε την πόρτα πίσω του με θόρυβο μία παγωμένη παραμονή Χριστουγέννων σαν κι αυτή πριν τρία χρόνια μετά από έναν τεράστιο καυγά για το πιο είναι το καλύτερο smartphone, και δεν ξανάδωσε σημεία ζωής.
«Θα σε σκοτώσωωω!!!»
Το μυαλό του Πελοπίδα ξεμπλόκαρε και όλα φανερώθηκαν στο μυαλό του. Κάποιος του είχε στήσει μία απαίσια φάρσα που παραλίγο να του κόστιζε ένα έμφραγμα ή ένα εγκεφαλικό επεισόδιο. Και αυτός ο κάποιος είχε την έμπνευση να χρησιμοποιήσει τον παλιό του φίλο και μετέπειτα άσπονδο εχθρό για να τον κοψοχολιάσει χριστουγεννιάτικα.
Όρμησε πάνω στο μασκαρεμένο πρώην φίλο του με απλωμένα τα χέρια και στόχο το λαιμό του. Ο Βασίλης δεν πρόλαβε να τον προειδοποιήσει. Μία τεράστια δύναμη τον ακινητοποίησε και ύστερα τον έσπρωξε με βία πίσω στέλνοντάς τον στην πανάκριβη δερμάτινη καρέκλα του.
«Δεν είναι αυτό που νομίζεις φίλε… Δε βρίσκομαι πραγματικά εδώ» είπε με βαθιά φωνή με έκο ο Βασίλης.
Ο Πελοπίδας τον κοίταξε αποσβολωμένος.
«Τι είσαι;» ρώτησε.
«Δεν ξέρω» απάντησε ο Βασίλης. «Αυτό που ξέρω είναι ότι έπεσα νωρίς να πλαγιάσω, όπως κάνω πάντα τα τελευταία δύο χρόνια διότι έχω ξύπνημα πολύ νωρίς το πρωί, και είδα ένα όνειρο όπου μία… μία ΜΗ μορφή μου έδωσε οδηγίες για το πώς να σε βρώ και τι να σου πώ. Είμαι απλά ο μαντατοφόρος Πέλοπα».
«Χωρίς να σημαίνει ότι καταλαβαίνω, μπορείς να μου πεις ποιες οδηγίες σου έδωσε η ΜΗ μορφή;»
«Ναι φίλε μου, μπορώ. Μου έδειξε ότι ήμασταν άπληστοι. Ότι είχαμε πιαστεί σε ένα δίχτυ από το οποίο δε μπορούσαμε να ξεφύγουμε. Χάσαμε το νόημα Πέλοπα. Με τα online μας, και τα κινητά μας, και τα status μας, χάσαμε το νόημα. Για μένα εκείνος ο καυγάς ήταν Αποκάλυψη. Ξέρεις που είμαι τώρα που μιλάμε; Eίμαι φαροφύλακας σε μια βραχονησίδα στο Αιγαίο. Έχω κατσικούλες, αρνάκια, κοτούλες, έναν καλό κήπο, μία μεγάλη βιβλιοθήκη, και δεν έχω τηλέφωνο και τηλεόραση. Ούτε καν στικάκι για Internet. Και μία φορά τη βδομάδα ένα καΐκι μου φέρνει καφέ και εφημερίδες. Και υποθέτω ότι τώρα ονειρεύομαι. Και αυτή η στολή ξέρεις τι σημαίνει ε; Το βλέπω ακόμα στον ύπνο μου»
«Που θες να ξέρω» αποκρίθηκε ο Πελοπίδας που είχε αρχίσει να αντικαθιστά τον τρόμο και την έκπληξη με εκνευρισμό.
«Εκείνο το παιχνίδι, το Silent Hill που το ξεκινήσαμε παρέα, και με την Ελένη και τη Νίκη, και δεν το τελειώσαμε ποτέ. Γιατί στο δρόμο χάσαμε το μυαλό μας με άλλα»
«Κήρυγμα ωρέ ήρθες να μου κάνεις βραδιάτικα;»
«Ούτε κι εγώ ξέρω φίλε μου. Εγώ εντολές εκτελώ. Ένα έχω να σου πω. Ότι εγώ είμαι απλά προάγγελος αυτών που θα συμβούν σήμερα το βράδυ.»
«Σήμερα το βράδυ;» Ο Πελοπίδας σηκώθηκε αγανακτισμένος από την πανάκριβη ανατομική καρέκλα γραφείου και όρθωσε το ανάστημά του. «Τίποτα δε θα συμβεί σήμερα το βράδυ διότι ΕΧΩ ΑΓΩΝΑ. Και έχω και δέκα λεπτά που δεν έχω κάνει update τα status μου με τις ανοησίες σου».
«Μη είσαι και τόσο σίγουρος» χαμογέλασε αχνά ο Βασίλης και με μία αστραπιαία κίνηση άρπαξε τον τεράστιο μπαλτά που κείτονταν στην παχιά μοκέτα και τον έφερε με απίστευτη δύναμη στον πύργο με τα UPS και τα τροφοδοτικά. Σε ένα δευτερόλεπτο, Modem, ups και πολύμπριζα είχαν γίνει ένα μάτσο θρύψαλα!
Σε μία ενστικτώδη κίνηση παρά τον πανικό του ο Πελοπίδας όρμησε στο τραπεζάκι με τα τέσσερα smartphone του και την ταμπλέτα που μόλις σήμερα είχε αγοράσει –μιας και η παλιά του δεν είχε DopeDragon επεξεργαστή-.
«Έχω 4G μπίατς!!!» ούρλιαξε θριαμβευτικά αλλά ο Bασίλης Pyramid Head δεν είχε πεί την τελευταία του λέξη. ‘Εσμιξε τα μάτια και ψιθύρισε:
«Γουντ Γιου Κάιντλι;»
Ο Πελοπίδας ακινητοποιήθηκε πλήρως. Μόνο το βλέμμα του έμεινε ζωντανό να κοιτάει πάνω στο πανάκριβο τραπεζάκι του καφέ τα ανοικτά του Smartphone και το ολοκαίνουργιο Tablet με DopeDragon επεξεργαστή. Κι εκείνο με τρόμο καρφώθηκε στην ένδειξη της μπαταρίας… 78… 77… 76…
Έβλεπε όλες τις μπαταρίες να αποστραγγίζονται από την υπερπολύτιμη ισχύ τους και δε μπορούσε να κάνει τίποτα. Ούτε καν να φωνάξει. Ο Βασίλης ξανάφησε κάτω τη θηριώδη ματσέτα του και πλησίασε τον παλιό του φίλο. Έσκυψε στο αυτί του ακινητοποιημένο Πελοπίδα και του μουρμούρισε.
«Αυτά που θα δεις σήμερα… συνέβησαν, συμβαίνουν… και θα συμβούν. 100%. Τρία φαντάσματα θα σε επισκεφθούν. Εγώ δε μετράω. Διότι κοιμάμαι στο φάρο μου και ξυπνάω σε 4 ώρες. Τρία φαντάσματα που θα σου δείξουν αυτά που έγιναν, αυτά που γίνονται και αυτά που θα γίνουν. Και βγάλε τα συμπεράσματά σου…»
Και με ένα Πουφ! Εξαφανίστηκε από το δωμάτιο. Μαζί και ο μπαλτάς από τη μοκέτα.
«Κρίμα» σκέφτηκε μέσα στην παράνοιά του ο Πελοπίδας. «Θα ήταν φοβερό collectible. Πάνω από 600 ευρώ στο ebay»…