A Gaming Carol
It is a ponderous chain!
Λίγη ώρα μετά ένιωσε τα μέλη του να ξεμουδιάζουν. Μπορούσε να κάνει μικρές κινήσεις και αισθάνθηκε το αίμα του να ρέει και πάλι στο κορμί του. Ο συγχρονισμός αυτού του αχώνευτου του πρώην κολλητού του ήταν τέλειος. Η μπαταρία και στις πέντε συσκευές ήταν στο 1%.
Όταν μπορούσε να κινηθεί εντελώς ελεύθερα η μπαταρίες είχαν ξεψυχήσει και στο δωμάτιο δεν ακουγόταν τίποτα. Τα UPS είχαν πεθάνει και τα μηχανήματα δε δούλευαν.
«Θα μου έκανε τρελή ζημιά σε σκληρούς δίσκους και σε profiles ο γελοίος» σκέφτηκε με μίσος ο Πελοπίδας. Σχεδόν έτρεξε προς την εξώπορτα νιώθοντας τον πανικό της ΜΗ Συνδεσιμότητας να απλώνει τα πρώτα του μεταξένια νήματα προς τον εγκέφαλό του. Σε λίγη ώρα θα είχε υφάνει ένα τόσο πυκνό πέπλο που καλά καλά ανάσα δε θα μπορούσε να πάρει. Άνοιξε με ορμή την πόρτα και αυτό που αντίκρυσε του έκοψε –για μια ακόμη φορά- την ανάσα. Δεν υπήρχε διάδρομος εκεί. Μόνο ένα ημισκότεινο ρευστό πράγμα που σχεδόν μπορούσε να πιάσει και κάπου στο βάθος μια γραμματοσειρά που έλεγε «This Part of the Map is not Available Yet»
Έμεινε κάποια δευτερόλπτα να χάσκει με άδειο βλέμμα μέχρι που άξαφνα ξαναπήρε τα πάνω του και αναφώνησε
«Αχα! Συνωμοσία κυρίες και κύριοι! Κάποιοι προσπαθούν να πάρουν το σημερινό τελικό! Αλλά δε θα τους περάσει!»
Μέσα στο σπίτι τα πάντα λειτουργούσαν, πλυντήριο, ψυγείο, η θέρμανση, η CRT τηλεόραση –μα φυσικά και λειτουργούσε, αυτή δε μπορούσε να μπει στο internet- και όλα τα φωτιστικά. Κοίταξε προς τα παράθυρα. Είχε να ανοίξει τις κουρτίνες πολύ καιρό. Από τότε που έφυγε η Ελένη. Καλή της ώρα της ανεπρόκοπης. Που δε μπορούσε να ξεχωρίσει μία 32bit-η από μία 64bit-η εφαρμογή.
Έξω από τα παράθυρα, το απόλυτο σκοτάδι. Πουθενά οι δρόμοι, πουθενά τα αυτοκίνητα, πουθενά ο θόρυβος, πουθενά η πόλη. Μόνο ένα απέραντο σκοτάδι με κάποιες αναλαμπές φωτός που εμφάνιζαν ορισμένες περίεργες γωνίες και αλλοπρόσαλλα σχήματα που δε θα έπρεπε να είναι εκεί.
«Γκλιτς. Χωρίς δεύτερη σκέψη» μονολόγησε ο Πελοπίδας. «Είναι καλά καταστρωμένο το σχέδιο».
Έγειρε στην πανάκριβη ανατομική καρέκλα γραφείου του.
«Πρέπει να ηρεμήσω και να σκεφτώ. Χρειάζομαι ηρεμία. Έχω ακόμη ώρα. Η ώρα είναι…»
Το ρολόι του είχε σταματήσει. Πουθενά αλλού δεν είχε κάπου να δει την ώρα. Όλες οι smart συσκευές ήταν απενεργοποιημένες και καταράστηκε τον εαυτό του που δεν είχε αποφασίσει να αγοράσει εκείνο το smart ψυγείο που έκανε παγάκια σε διάφορα σχήματα και έστελνε με email τη λίστα με τα ψώνια στον υπάλληλο με ημιαπασχόληση και σπαστό ωράριο στο διπλανό supermarket.
Βολεύτηκε, έγειρε το κεφάλι πίσω και έκλεισε τα ματιά.
Και τότε άκουσε το θόρυβο.
«Όχι πάλι» σκέφτηκε λιγότερο έντρομος και περισσότερο περίεργος αυτή τη φορά.
Μόνο που αυτό ήταν περισσότερο βόμβος και λιγότερο θόρυβος. Σαν τα αιωρούμενα οχήματα σε ταινίες επιστημονικής φαντασίας. Ίσιωσε σιγά σιγά το κεφάλι και μισάνοιξε τα μάτια με την περιέργεια να έχει κυριαρχήσει πλήρως τα όποια απομεινάρια φόβου.
Μπροστά του αιωρούνταν ένα τεράστιο, σε μέγεθος μεγάλου σκύλου, ένα φαντασματάκι από το Pac Man. Ήταν πορτοκαλί και έλαμπε με ένα ζεστό φώς σαν πορτατίφ. Τα δύο μεγάλα μάτια του τον κοιτούσαν ανέκφραστα και η φωνή που ακούστηκε ήταν αυτή του Solid Snake:
«Μη σε μπερδεύει η φωνή θνητέ. Πρόκειται για ένα minor bug το οποίο δεν προλάβαμε να διορθώσουμε. Ο χρόνος που έχουμε στη διάθεσή μας είναι λίγος. Και λιγοστεύει ακόμα περισσότερο εφόσον είμαι αναγκασμένο (ως φάντασμα) να μιλάω με μεγάλες παύσεις και να λέω το ίδιο πράγμα επτά κι οκτώ φορές. Θα μιλάω όσο γίνεται λιγότερο. Έξυπνο παλικάρι φαίνεσαι, τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται. Ώρα λοιπόν για ένα ταξίδι στο χρόνο»

«Σε ποιόν;»
Πριν καν προλάβει να κάνει την ερώτηση ο Πελοπίδας, το σκηνικό τριγύρω τους άλλαξε. Το φάντασματάκι από το Pac Man ήταν ακόμα δίπλα του αλλά το χρώμα του είχε αλλάξει σε Nεον Μωβ και ο φωτισμός ήταν φωτορυθμικός.
«Είμαι environment adaptive και είμαστε στο 1989. Τι περίμενες;»
Ο Πελοπίδας κοίταξε γύρω του. Το ήξερε καλά αυτό το μέρος. Ήταν η αυλή του σπιτιού του στην κωμόπολη που γεννήθηκε.
«Μπορείς να πας όπου θες, να ανοίξεις όποια πόρτα θες, να κινηθείς όπου θες –συγγνώμη, επαναλαμβάνομαι και αναλύω υπερφίαλα, είναι το Snake Bug-. Δεν επηρεάζεις τίποτα. Μόνο επηρεάζεσαι… αν με πιάνεις.»
Μαρμαρωμένος για μια στιγμή, ανέπνευσε βίαια μιας και κρατούσε την αναπνοή του από την έκπληξη. Ο αέρας εισέρρευσε αστραπιαία στα πνευμόνια του και η υπεροξυγόνωση τον ζάλισε ελαφρώς. Προχώρησε διστακτικά και άνοιξε την εξώπορτα. Βρέθηκε στο μικρό διάδρομο και κάνοντας δεξιά βρέθηκε στο σαλόνι του πατρικού του. Το Χριστουγεννιάτικο δέντρο βρισκόταν εκεί που το θυμόταν για πάνω από 18 χρόνια. Το τζάκι έκαιγε και η οικογένεια ήταν μαζεμένη δίπλα στο δέντρο.
«…Και αυτό μικρέ» είπε ο πατέρας του με νόημα είναι το δικό σου δώρο! Το πραγματικό! Και όχι αυτό το άσχημο πουλόβερ με τα ελαφάκια που σου έδειξα στην αρχή!»
Ο μικρός Πελοπίδας που θα χρειαζόταν ακόμα τόνους από δώρα για να εξισορροπήσει το ότι πήρε το όνομα του παππού του τινάχτηκε από ενθουσιασμό!
«Ναιαιαιαιαι!!! Τι είναιαιαια;;; Φέρ’το, φερ’το φέρ’το!!!»
Έσκισε ανυπόμονα το περιτύλιγμα και μετά την συσκευασία που έγραφε «Κλαουδάτος» και βρέθηκε μπροστά σε μία από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις της ζωής του μετά το πρωτάθλημα του ΠΑΟΚ το ’84 που ούτως ή άλλως δεν το θυμόταν και πολύ καλά γιατί ήταν πιτσιρικάς.
Το κουτί με το NES τον κοίταζε μεγαλόθυμα και τον καλούσε να παίξει χιλιάδες ώρες μαζί του! Ένα άλλο μικρότερο πακέτο που άνοιξε εν ριπεί οφθαλμού περιείχε το Super Mario Bros 2 που το είχε δει μόνο στις βιτρίνες των πολυκαταστημάτων στην πόλη και σε κάτι μεγάλες ITT τηλεοράσεις που δεν επιτρεπόταν να ακουμπήσεις. Η φωνή του έκλεισε από την ένταση πριν προλάβει να κραυγάσει και χύθηκε στην αγκαλιά του πατέρα του. Η μητέρα κοιτούσε με χαμόγελο αλλά το βλέμμα προς το σύζυγο δεν ήταν ανοιχτό σε πολλές ερμηνείες.
«Μπραβο ρε Κώστα, τι ωραίο δώρο! Με ένα μηνιάτικο κι εγώ θα μπορούσα να είμαι η καλύτερη μαμά του κόσμου. Και φαντάσου ότι το πάλευα τέσσερις μήνες να αγοράσω εκείνο το Izola που χρειαζόμουνα». Όλα αυτά έλεγε το βλέμμα εκείνο αλλά μόνο ως υπονοούμενα ευκόλως εννοούμενα.
Ο Σύγχρονος Πελοπίδας χαμογέλασε πικρά.
«Θα τη θυμάμαι μέχρι να πεθάνω αυτή τη στιγμή»
«Μη κακομελετάς» αποκρίθηκε ο Snake. «Και μη κάνεις μαύρες σκέψεις που αφορούν… σόρι πάλι».
«Ήταν τα καλύτερα Χριστούγεννα. Δεν είχε χιόνι βέβαια και παίζαμε μπάλα μέχρι την παραμονή της πρωτοχρονιάς στη γειτονιά, αλλά από δώρο, δε μπορείς να πεις. Πριν κάν το ανοίξω έτρεξα να τηλεφωνήσω στο Βασίλη. Ξέρεις, τον Pyramid Head που γνώρισες εκεί που… εκεί που μαζεύεστε τέλος πάντων τα φαντάσματα των gaming εφιαλτών.»
«Είχες από τότε την τάση να μοιράζεσαι μία ευχάριστη στιγμή πριν καν την ευχαριστηθείς εσύ»
«Την έπιασα τη σπόντα, αλλά δεν ήταν αυτό. Ήμασταν κολλητοί. Σαν αδέρφια. Καλύτερα από αδέρφια γιατί δε μαλώναμε ποτέ. Και ήξερα ότι θα χαιρόταν όπως κι εγώ.»
«Τρέχω να τηλεφωνήσω στο Βασίλη!!!» φώναξε με τη φωνή που μόλις είχε ξεμπλοκάρει ο Μικρός Πελοπίδας και έτρεξε προς το έπιπλο στο χώλ.
«Πρόσεχε το καλώδιο μη ρίξεις πάλι το σεμεδάκι και πέσει η συσκευή. Ένα μήνα έκανε να έρθει το συνεργείο!» φώναξε ανήσυχα η μητέρα του.
Αλλά ο Μικρός Πελοπίδας δε χρειάστηκε καν να σηκώσει το ακουστικό αφού στην αυλή ακούστηκε το κόντρα φρενάρισμα του BMX του Βασίλη που ερχόταν να πάρει το φίλο του για μπάλα.
«Βασίλη! Έλα να δεις τι μου πήρε ο μπαμπάς!»
Ο Βασίλης μπούκαρε σαν άσπρος σίφουνας στο σαλόνι κι έμεινε να κοιτάει το κουτί του NES σα χάνος.
Δύο ώρες μετά ήταν και οι δύο φίλοι κολλημένοι μπροστά στην τηλεόραση και παίζαν παρέα Super Mario Bros 2.
«Και κάπου εδώ» είπε ο Σύγχρονος Αξύριστος Πελοπίδας που είχε παρακολουθήσει αυτές τις δύο ώρες ζητωκραυγών, unboxing, σύνδεσης και ασταμάτητου gaming με την ίδια απόλαυση όπως τις είχε ζήσει και τότε, «θα σκάσει μύτη ο Νίκος».
«Ποιος είναι ο Νίκος;» ρώτησε το φάντασμα. «Και για ποιον άλλο που νομίζω αναφέρθηκε ως Nίκος γίνεται αυτή η αναφορά; -μπα, δε γίνεται τίποτα, πρέπει να περιμένουμε το patch. Το βουλώνω»
«Πελοπίδααα!!! Βασίληηη!!!» φώναξε ο Νίκος απ’ έξω μη κάνοντας τον κόπο να κατέβει από το ποδήλατό του. «Ο μπαμπάς του Ηλία πήρε βίντεο και έχει το καινούργιο Ιντιάνα Τζοουουουνς! Πάμε να το δούμε!!!»
Τα παιδιά τινάχτηκαν και το χειριστήριο έπεσε από τα χέρια του Πελοπίδα.
«Πρόσεχε ρε πουλάκι μου μ’αυτό» φώναξε η μητέρα του.»Θα το σπάσεις όπως έσπασες το ταμπλό από το Hero Quest που σου πήρε ο παππούς Πελοπίδας στα γενέθλιά σου»
«Δωροδοκία για το όνομα» είπε με έναν καγχασμό ο Σύγχρονος Πελοπίδας. «Είχε τύψεις.»
Αλλά τα παιδιά είχαν ήδη γίνει καπνός.
«Μη παρεξηγείς το μικρούλη μου εαυτό.» είπε στο Φαντασματάκι Snake την ώρα που το σκηνικό άλλαζε τριγύρω του και οι ενθουσιώδεις ζητωκραυγές των παιδιών χάνονταν στο χωροχρόνο. «Θα παίζαμε εκατοντάδες ώρες με αυτό. Είχαμε το χρόνο. Και για το NES, και για το SNES, και για μπάλα, και για ποδήλατα, και για μπάσκετ, και για βόλτες, και για τηλεόραση, και για μαθήματα. Για όλα είχαμε χρόνο.»
Το φαντασματάκι έκανε μία κίνηση που θα μπορούσε να θεωρηθεί μία τίμια προσπάθεια να κουνήσει το κεφάλι με κατανόηση με δεδομένο ότι δεν υπήρχε κεφάλι. Και ο Πελοπίδας το εκτίμησε. Και καθώς το εκτιμούσε κάθισε μπροστά από μια τεράστια CRT οθόνη στο internet café της γειτονιάς του, το 1999.