A Gaming Carol
It is a ponderous chain!
Η Αλίκη ήταν στον πάγκο της κουζίνας και πάλευε να ζεστάνει μία παγωμένη πίτσα στο φούρνο μικροκυμάτων. Ο ίδιος ο Χριστόφορος καταϊδρωμένος από το άγχος προσπαθούσε να αλλάξει τη μητρική του υπολογιστή του.
«Και γιατί ρε μωρό μου δεν του είπες ότι έχει πρόβλημα το PC;». Η Αλίκη ακουγόταν τρομερά εκνευρισμένη.
«Γιατί ρε μωρό μου θα με σούτερνε στο άψε σβήσε. Έχει όλους του κωδικούς και όλα τα μέσα να με διαολοστείλει για πλάκα.»
«Και κάθεσαι και σε κρατάει δέσμιο με απειλές ενώ θα έπρεπε να διαολοστείλεις ΕΣΥ αυτόν τον γελοίο!!!»
«Ρε μωρό μου, δεν καταλαβαίνεις! Δε μπορώ να διακινδυνέψω να χάσω 3000 ώρες παιχνιδιού. Πώς να κάνουμε δηλαδή. Και στο κάτω κάτω παίρνω κι ένα χαρτζιλίκι.»
Η τελευταία ατάκα έκανε την Αλίκη να αφήσει την πίτσα στη μοίρα της και να κατευθυνθεί μαινόμενη προς τον Χριστόφορο και το ξεκοιλιασμένο PC του.
«Ποιο χαρτζιλίκι μωρέ, που εσύ του βγάζεις 100 και σου δίνει 1; Έχεις μείνει με smartphone πρώτης γενιάς και δε μπορείς μία μητρική να αγοράσεις. Και θα πάει οκτώ και δε θα μπορέσεις να είσαι μέσα!»
«Μη το γρουσουζέυεις μωρό μου, σε παρακαλώ».
«Να σου πώ όμως κάτι; Το προτιμώ. Ναι, το προτιμώ. Και εύχομαι να σε μπανάρει και να σταματήσεις αυτά τα χαζοπαίχνιδα. Να μπορώ να σε βλέπω κι εγώ λίγο. Δε βλεπόμαστε ρε Χριστόφορε καθόλου το καταλαβαίνεις; Τι να τα κάνω τα 50 ευρώ με πέντε μέρες αϋπνία. Εγώ εσένα θέλω να έχω δίπλα μου. Και αν δε σκέφτεσαι εμένα σκέψου το μωρό μας, τον Ηλία μας. Που είναι άρρωστος και μας έχει ανάγκη. Να περνάς περισσότερες ώρες μαζί του. Αυτό θα τον κάνει καλά, αυτό χρειάζεται»
Ο Χριστόφορος είχε πετάξει βουρκωμένος τη μητρική στην άκρη και είχε αγκαλιάσει την Αλίκη.
«Ναι αγάπη μου για σένα και τον Ηλία μας που μας έχει ανάγκη. Το φτωχό μας τον Ηλία.»
Ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό του και τότε ένας τεράστιος Πέρσης γάτος με έξτρα τρίχωμα και ένα καλυμένο μάτι ανέβηκε στον καναπέ δίπλα τους και άρχισε να τρίβεται και να γουργουρίζει μέχρι που το ζευγάρι τον πήρε στην αγκαλιά του και έμειναν και οι τρείς αγκαλιασμένοι.
Ο Πελοπίδας παρακολουθούσε συγκινημένος τη σκηνή. Βλέποντας το γάτο γύρισε προς τον G-Man που όπως πάντα επιτηρούσε την κατάσταση από μία μικρή απόσταση – υπό γωνία εί δυνατόν.
«Ο Ηλίας;»
Ο G-Man έγνευσε καταφατικά.
«Τον κακομοίρη, έχει ένα μάτι… φτωχέ μου Ηλία».
Το ζευγάρι σηκώθηκε από τον καναπέ χαϊδεύοντας με στοργή το τετράπαχο γατί.
«Λοιπόν, ξέρεις κάτι Αλίκη μου; Ας είναι μόνο πενήντα ευρώ. Άσε την πίτσα. Θα παραγγείλουμε Μεξικάνικο και μια Coca Cola Light με πολλά παγάκια και ας μη μείνουν λεφτά για την Πρωτοχρονιά. Έχει το Άγιο Ebay. Μπορεί να προλάβω να πουλήσω κανέναν πιο low level χαρακτήρα. Κι αν όχι, θα πώ τη μάνα μου να στείλει ένα δέμα. Αλλά και τον Πελοπίδα θα του ξηγηθώ. Δε μπορώ να τον παρατήσω. Άλλωστε μπορεί να μου συμπεριφέρεται όπως μου συμπεριφέρεται αλλά ξέρω ότι στο βάθος με συμπαθεί. Λοιπόν θα του ξηγηθώ και θα του πω ότι για κάποιο καιρό, μέχρι να βρει αντικαταστάτη, θα τον βοηθήσω. Τον ξέρω τόσα χρόνια. Και δεν είναι ότι δε μου έδωσε πράγματα. Και το περσινό του το laptop μου χάρισε…»
«Μωρό μου σου τα κρατούσε από τα raids»
«…ναι, σωστά, και το εκείνο το tablet σου έστειλε δώρο…»
«Μωρό μου, ήταν 4.0 έκδοση. Περσινά ξινά σταφύλια»
«…σωστό κι αυτό… Είναι καλό παιδί στο βάθος όμως μωρέ. Και ξέρεις και κάτι; Παλιά, έπαιζε και κανονικά παιχνίδια και μια μέρα σε μία ντουλάπα του είδα καταλάθος και μία ηλεκτρική κιθάρα. Διαλυμένη φαινόταν αλλά λές…»
«Ναι καλέ μου, μπορεί να υπάρχει και ελπίδα. Ας τσουγκρίσουμε λοιπόν τα γεμάτα πάγο ποτήρια μας με την ευλογημένη Coca Cola Light περιμένοντας το Μεξικάνικο και ας ελπίσουμε να έχει κι αυτός Καλά Χριστούγεννα!»
Ο Πελοπίδας κοιτούσε αποσβολωμένος και απόλυτα συγκινημένος τη σκηνή. Δεν ήξερε αν θα έπρεπε να εξοργιστεί –αν και αυτό το ενδεχόμενο απομακρυνόταν γοργά- ή να βάλει τα κλάματα για τον κακομοίρη το Χριστόφορο που τόσο άσχημα του συμπεριφερόταν αλλά κυρίως γι αυτό το φτωχό το γατί, τον Πέρση τον Ηλία.
«Καημένο γατάκι…»
«Πράγματι καημένο» είπε ο G-Man που στεκόταν ακίνητος και ανέκφραστος μπροστά του.
Ο Πελοπίδας αναπήδησε από την έκπληξη.
«Μα ήσουν είκοσι μέτρα πίσω μου, πώς στο καλό… ωωω ξέχασέ το, ο G-Man είσαι στο κάτω κάτω. Λοιπόν, έμαθα ό,τι ήταν να μάθω. Πηγαίνουμε;»
«Όχι φίλε μου» είπε ο G-Man κοιτώντας τον με εκείνο το αβυσσαλέο βλέμμα που προκαλούσε σκοτοδίνες. «Αυτό ήταν μόλις το Episode One. Τώρα πάμε για το Episode Two»
«Το ξέρεις ότι είναι λίγο προκλητικό να κάνεις χιούμορ με τέτοια ευαίσθητα πράγματα, έτσι;»
«Το γνωρίζω αγαπητέ, το γνωρίζω»
«Πού πηγαίνουμε λοιπόν;»
«Τώρα πάμε μια βόλτα από τους κολλητούς σου στου Λεωνίδα»
«Στου Λ… τι δουλειά έχω εγώ με εκείνους τους ξερόλες και τους ξενέρωτους; Αυτοί ούτε subscribe σε κάποιο από τα επτά κανάλια μου δεν έχουν κάνει. Φίλοι σου λέει μετά. Και ένας μόνο ήταν follower στο Twitter, κι αυτό όπως αποδείχτηκε για να μαζεύει ατάκες μου και να με δουλεύουν σε άλλο hashtag! Δεν έχω καμιά δουλειά εκεί!!!»
«Ω, μα έχεις!»
Το χωροχρονικά παράδοξο ζευγάρι βρέθηκε στη μέση του ευρύχωρου στούντιο διαμερίσματος του Λεωνίδα. Σχεδόν όλη παρέα ήταν εκεί μαζεμένη.
«Ε, παίδες, έξω άρχισε να χιονίζει! Κι έτσι όπως το ρίχνει μέχρι αύριο βλέπω να το στρώνει!»
«Μια χαρά!» ακούστηκαν φωνές από κάτω.
«Λοιπόν, τι προτείνω, είπε ο Γεράσιμος. ΄Ηταν ο ψηλός από τη Νομική, ο πλακατζής της παρέας, ο follower του Πελοπίδα που γελοιοποιούσε τις ατάκες του. «Θα στήσουμε ένα μικρό τουρνουά Mortal Combat και ο νικητής θα φιλήσει –με ΟΠΟΙΟ τρόπο θέλει- την Ερμίνα!»
Ενθουσιώδεις ζητωκραυγές ακούστηκαν από το κοινό.
«Γελοίοι» έκανε μέσα στα δόντια του ο Πελοπίδας και το χαμόγελο του G-Man άρχισε απλά να διαγράφεται.
Στην ομήγυρη παρενέβη η Βαγγελιώ.
«Κι αν ο νικητής είναι γυναίκα;» ρώτησε με ύφος.
«Ε, τότε θα την αφήσουμε ΣΙΓΟΥΡΑ να κερδίσει»
Η ατάκα σε όποιον κι αν ανήκε σκόρπισε γέλια –και κρυφές προσδοκίες- στην παρέα.
«Και μετά, πρότεινε ο Κυριάκος, θα βάλουμε να δούμε καμιά σάπια ταινιούλα από τα 80’s»
«Μι-χα-λόπουλος, Μι-χα-λόπουλος!» βροντοφώναξαν οι υπόλοιποι.
«Κρίμα μόνο που δε φάνηκε ο άλλος ο κολλημένος» είπε με πικρία ο Λεωνίδας. «Τις καλύτερες ατάκες πετούσε σε τέτοιες ταινίες.»
«Ναι, συμφώνησε ο Γεράσιμος. Και τι περιγραφές έκανε στα τουρνουά. Έχει γέλιο ο άτιμος. Είχε τουλάχιστο. Πριν αρχίσει να τουιτάρει αντί να περιγράφει».
«Κόλλησε μωρέ» είπε ο Λεωνίδας. «Θα ξεκολλήσει, πού θα πάει;»
«Ουουου, σίγουρα» κορόιδεψε ο Νικήτας. «αυτός αδερφάκι μου όσο πάει και χειροτερεύει. Σε λίγο θα αρχίσει να κάνει update στο status ότι έκανε update στο status»
Η ατάκα έγινε δεκτή με γέλια και χλευασμούς.
Ο Πελοπίδας έσκυψε το κεφάλι.
«Το έκανα…»
«Το ξέρω αγαπητέ» είπε ο G-Man, και αν ήταν κανονικός άνθρωπος θα του χτυπούσε παρηγορητικά τον ώμο.
«Ξέρετε τι θα ήταν ακόμα πιο μαμάτο;» ρώτησε ο Γεράσιμος. «Να στήναμε ένα AD’n’D όπως παλιά και να το ξενυχτούσαμε».
«Δύο προβλήματα» παρενέβη ο Λεωνίδας. «Δεν έχουμε set εδώ πέρα, και δεύτερον, δεν έχουμε τον DM μας…».
«Σωστά» παραδέχτηκαν μελαγχολικά οι περισσότεροι (εκτός από τις κοπέλες της παρέας που άκουγαν AD’n’D και έβγαζαν ακμή).
«Ακόμη με γουστάρουν» είπε συγκινημένα ο Πελοπίδας και το χαμόγελο του G-Man μεγάλωσε ακόμα περισσότερο.
«Οπότε» φώναξε ο Λεωνίδας « με αυτά που έχουμε ας περάσουμε όσο πιο καλά μπορούμε! Μπύρεεεεες!!!»
«Περνάν υπέροχα» μονολόγησε ο Πελοπίδας. «Περνάν υπέροχα και χωρίς εμένα. Και δεν είναι ξενέρωτοι. Αυτοί που ήταν είναι. Δεν άλλαξαν. Εγώ άλλαξα. Και απομακρύνθηκα. Και χάθηκα. Και αυτοί έμειναν εκεί που αγαπούσα. Αλλά ξέχασα ότι το αγαπούσα.»
«Πρέπει να πηγαίνουμε φίλτατε. Έχεις ακόμη μία επίσκεψη»
«Από τώρα;» έκανε ενοχλημένα ο Πελοπίδας. «Σε παρακαλώ, ας μείνουμε λίγο ακόμα, είναι τόσο ωραία η μάζωξη! Και τελειώνει και το τουρνουά Mortal Kombat όπου νάναι και αφήνουν την Ελπίδα να νικήσει! Που είναι και τούμπανο και θα φιλήσει την Ερμίνα!!!»
Ο G-Man κούνησε (θεωρητικά) το κεφάλι.
«Δεν είναι στο χέρι μου. Εγώ εκτελώ ένα συμβόλαιο. Και ήμουνα εδώ για να φροντίσω να είσαι εντάξει από τη μεριά σου.»
«Και λοιπόν;»
«Ήσουνε κύριε Πελοπίδα. Ήσουνα μια χαρά. Δε θα το πώ που δε θα το πώ σε κανένα Half Life…»
«Όχι ρε φίλε, το ‘ξερα…»
«…ας το πώ τουλάχιστο εδώ. Είναι ώρα να πηγαίνω.»
Βρίσκονταν ήδη στο διαμέρισμα του Πελοπίδα και ο G-Man στεκόταν πάλι στη θέση του στο πεζοδρόμιο κάτω από το παράθυρο. Τριγύρω του, πίσσα σκοτάδι. Αυτός κοίταξε για λίγο το παράθυρο. Ο Πελοπίδας έγειρε και πάλι ο μισός έξω.
«G-Man! Η ερώτηση που λέγαμε, τη θυμήθηκα!»
«Λοιπόν;»
«Λοιπόν… δε θα έπρεπε να ήσουν φάντασμα;»
«Και πού ξέρεις αγαπητέ τι ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ είμαι;»
«Σωστά, η αφηρημένη απάντηση που λέγαμε. Τίμιο εκ μέρους σου»
Και πριν ολοκληρώσει την πρόταση, σκοτάδι είχε καλύψει το σημείο που στεκόταν ο G-Man.