


Achtung Baby.
Achtung Baby.
Είτε το πιστεύετε είτε όχι, το Murasaki Baby είχε κάνει μία κάποια αίσθηση σε διάφορες παρουσιάσεις ως indie τίτλος, που εκμεταλλευόμενος τα control αφής του Vita και τη λάμψη του Akira Yamaoka, ο οποίος συνδράμει στην προσπάθεια με ένα συμπαθητικό τραγούδι, θα πάλευε να βρεθεί στην επιφάνεια των παιχνιδιών που επιχειρούν να κάνουν τη διαφορά. Μάλιστα, κέρδισε στην πορεία μέχρι την κυκλοφορία του και αρκετά βραβεία για το ξεχωριστό καλλιτεχνικό του στυλ. Οι άνθρωποι πίσω από το παιχνίδι μόνο τυχαίοι δεν είναι. Ο director Massimo Guarini είναι ο ίδιος Guarini που σκηνοθέτησε και το Shadows of the Damned, ενώ ο έτερος της παρέας της Ovosonico είναι ο υπέυθυνος ήχου και μουσικής πολλών γνωστών και σημαντικών τίτλων της βιομηχανίας (Ghost Recon, Rayman κλπ), Gianni Ricciardi. Οι Ιταλοί, χωρίς να επιχειρούν να γράψουν νέες σελίδες στην ιστορία του mobile gaming, καταφέρνουν να προσφέρουν μία αισθητική και καλλιτεχνική παρέμβαση, που από μόνη της έχει αρκετά πράγματα να προσφέρει, αλλά σε συνδυασμό με το σπαρτιατικό και συχνά προβληματικό gameplay καταλήγει να πλατσουρίζει σε ρηχά νερά.
Η μικρούλα του Murasaki Baby ψάχνει τη μαμά της. Εμείς, πρέπει να την πιάσουμε από το χέρι και να την οδηγήσουμε μέσα από μία σειρά πορτών, που αποτελούν η καθεμιά τους το κατώφλι για έναν διαφορετικό κάθε φορά κόσμο. Σχεδόν τα πάντα γίνονται με την οθόνη αφής, εκτός από ένα τελείως εκτός κλίματος επίπεδο, όπου χρησιμοποιούνται οι αναλογικοί μοχλοί. Το δάκτυλο του δεξιού χεριού είναι συνεχώς επί της επιφάνειας αφής, αφού ο δείκτης είναι αυτός που «κρατάει» τη μικρούλα από το χέρι. Αναλόγως δε, πόσο πολύ «τραβάει» το χέρι της ο παίκτης, η μικρούλα πηγαίνει με αργό ή γρήγορο ρυθμό, που συχνά πυκνά δεν προλαβαίνει και σκουντουφλάει. Τέλος, ανάλογα με το περιβάλλον στο οποίο βρίσκεται κάθε φορά, προσαρμόζει και το δικό της ρυθμό και σε άλλες περιπτώσεις είναι πρόθυμη και ακολουθεί με γοργό ρυθμό τον οδηγό της και σε άλλες είναι διστακτική και τρομαγμένη και προβάλλει αντίσταση.

Το δεύτερο συστατικό είναι ένα μωβ μπαλόνι το οποίο κρατάει, και απ’ όσο καταλαβαίνουμε είναι ο «φάρος» της και η πηγή της χαράς και της καλής της διάθεσης. Το σκασμένο μπαλόνι σημαίνει “game over”, και ο παίκτης πρέπει πάση θυσία να το προστατέψει, αν και δεν είναι πάρα πολλές οι περιπτώσεις όπου αυτό θα κινδυνέψει. Όπως και να’χει, το μπαλόνι και τα μάτια μας. Η μικρή, παρέα με το δάκτυλο-οδηγό, ξεκινάει ένα ταξίδι μέσα από κόσμους που ξεκλειδώνονται σταδιακά και που ο καθένας παραπέμπει σε έναν παιδικό εφιάλτη. Ακόμα καλύτερα, για να βάλουμε την προβλέψιμη κοινοτυπία των «παιδικών εφιαλτών» στην άκρη (και κάποιος να τους βάλει στην κατάψυξη παρακαλούμε πολύ, διότι μας προέκυψε νέος, ευφάνταστος συνδυασμός τελευταίως, αυτός του game designer-ψυχαναλυτή), η μικρούλα ταξιδεύει μέσα από κόσμους που αντικατοπτρίζουν την καθημερινή πραγματικότητα μέσα από το πρίσμα της οπτικής ενός μικρού παιδιού, που άλλες φορές τα απλά και καθημερινά τα βρίσκει τρομακτικά, και άλλες, πραγματικά τρομακτικές καταστάσεις δεν το φοβίζουν καθόλου.
Η τρίτη παρέμβαση στο gameplay αφής έρχεται βασιζόμενη σε αυτούς τους κόσμους, που αφού ξεκλειδωθούν, μπορούν να εναλλάσσονται με ένα απλό «τράβηγμα» του δακτύλου στην πίσω επιφάνεια του Vita. Το πόσοι κόσμοι μπορούν να συνυπάρξουν σε κάθε (σύντομο) κεφάλαιο, είναι προκαθορισμένο, και ο κάθε ένας από αυτούς συνδέεται με μία μοναδική ιδιότητα που εμφανίζεται με το χτύπημα της πίσω επιφάνειας του Vita. Η ιδιότητα αυτή έχει να κάνει με τη λύση των σχετικά απλών γρίφων που βρίσκει ο παίκτης στο δρόμο του.

Τέλος, κατά τη διάρκεια του σύντομου ταξιδιού της, η μικρή βρίσκει άλλα παιδάκια που συνδέονται θεματικά με το κάθε μεγάλο κεφάλαιο του παιχνιδιού, και απ’ ό,τι φαίνεται, δίνουν και αυτά το δικό τους καθημερινό αγώνα απέναντι στους εφιάλτες που ζουν. Τέσσερα είναι αυτά τα παιδάκια και το καθένα προσφέρει ευκαιρίες για λίγο διαφορετικό gameplay κάθε φορά σε σχέση με αυτό του προηγούμενου κεφαλαίου. Για παράδειγμα, το «κακό» παιδάκι, κάθε φορά κλέβει το μπαλόνι από τη μικρούλα, και ακολουθεί ένα σχεδόν platforming επίπεδο, όπου καλούμαστε με άτσαλες κινήσεις να προστατέψουμε το μωβ μπαλόνι. Σε μία άλλη περίπτωση, ένα κοριτσάκι έχει πρόβλημα με τα μεγάλα της άγρια μαλλιά. Θεωρώντας ότι το επίπεδο αποτελεί προβολή της αγωνίας του μικρού κοριτσιού μετά από λούσιμο, οπότε και ακολουθεί το βασανιστικό «ξεμπλέξιμο» (μπορεί και όχι, εικασίες κάνουμε), σκοπός μας και του Murasaki Baby είναι να βοηθήσουμε το κοριτσάκι να γλυτώσει από αυτόν τον εφιάλτη.
Τα πρώτα επίπεδα του παιχνιδιού είναι απλά μέχρι παρεξηγήσεως. Η έννοια «γρίφος» δεν υφίσταται, και εμείς απλά βρίσκουμε μία καλή δικαιολογία, οδηγώντας τη μικρούλα από το χέρι, να θαυμάσουμε την ενδιαφέρουσα αισθητική του τίτλου. Με την είσοδο των εναλλασσόμενων κόσμων-backgrounds (τα οποία έχουν να κάνουν κυρίως με ψυχικές διαθέσεις), αρχίζει να προστίθεται λίγο καρύκευμα στο μέχρι τότε αδιάφορο πιάτο. Παρόλα αυτά, συνεχίζει να είναι απολύτως προφανής η κίνηση η οποία πρέπει να γίνει, και οι μοναδικές περιπτώσεις δισταγμού ή αποτυχίας έχουν να κάνουν με το χειρισμό, που εφόσον απαιτεί το αριστερό χέρι να πιάνει περιφερειακά το Vita και να ανοίγει την οθόνη για το δεξί, μπορεί να γίνει εξαιρετικά άβολος. Πόσο μάλλον όταν ένας συγκεκριμένος κόσμος απαιτεί από τον παίκτη να γυρίζει ανάποδα ολόκληρη τη συσκευή.

Ουσιαστικά, η μόνη διάσταση του gameplay που έχει κάποια πρόκληση είναι ο αγώνας που θα δώσει ο κάθε παίκτης ώστε να ξεμπλοκάρει τα δάκτυλά του και να κάνει κινήσεις ακριβείας (στις δύο τρεις περιπτώσεις που αυτές απαιτούνται) και με καλό συγχρονισμό. Συνολικά δε, χωρίς να υπάρχουν «νοητά» bosses, το παιχνίδι ακολουθεί μία κλιμακούμενη πρόκληση, που ποτέ όμως δεν καταλήγει σε κάτι το ιδιαίτερο. Προφανείς γρίφοι που μπορούν να προκαλέσουν έναν ελάχιστο πονοκέφαλο μέχρι να ξεμπλοκάρουν τα δάκτυλά μας, αυτό είναι όλο.
Παρόλα αυτά, αν θεωρήσουμε ότι το gameplay είναι μία καλή δικαιολογία για την ξενάγηση στο μινιμαλιστικά αποτρόπαιο κόσμο του Murasaki Baby, τα πράγματα καλυτερεύουν. Εμφανώς επηρεασμένοι από τον Tim Burton και από οπτικοακουστικά σύνολα σαν το Brazil, οι δημιουργοί παραδίδουν κάτι αξιομνημόνευτο, που παραπέμπει σε καρτουνίστικη μεταφορά του Eraserhead σε light εκδοχή -γιατί μας βλέπουν και μικρά παιδιά. Από τα αντεστραμμένα πρόσωπα των χαρακτήρων μέχρι τις γωνιώδεις πόρτες και τις απειλητικές φιγούρες στον ορίζοντα των κόσμων–ταπετσαριών, γίνεται συνολικά μία προσπάθεια να περάσει στον παίκτη μία παραμορφωμένη κατάσταση, που ίσως για τους δημιουργούς να αποτελεί αντικατοπτρισμό της ψυχικής κατάστασης ενός μικρού παιδιού όταν αυτό αισθάνεται χαμένο και έχει για μόνη «άγκυρα» ένα μωβ φανταχτερό μπαλόνι.

Και κομμάτι αυτού του κόσμου αποτελεί και ο ξεχωριστός ηχητικός τομέας του παιχνιδιού, που εκτός από στρεβλή και φάλτσα (επίτηδες) μουσική επένδυση, παίζει και με τις φωνές και τους ήχους των ίδιων των παιδιών. Παραμορφωμένες ακούγονται και αυτές μέσα σε ένα τέτοιο εφιαλτικό σκηνικό. Ελάχιστες είναι οι (ας τις πούμε) ευχάριστες νότες και οι ευχάριστες στιγμές και πάντα συνδέονται με ένα απλό χαμόγελο της μικρούλας, που παρά το απειλητικό περιβάλλον χαίρεται στην ιδέα ότι θα βρεί επιτέλους τη μαμά της. Το ηχητικό υπόβαθρο ντύνεται με βιομηχανικούς ambient ήχους, με εφιαλτικά εφέ και αρκετό white noise. Λίγο ντεμοντέ αλλά ταιριάζει.
Είναι απολύτως βέβαιο ότι τίτλοι σαν το Murasaki Baby επενδύουν πρωτίστως στη δημιουργία ενός συναισθηματικού δεσμού μεταξύ του παίκτη και του παιχνιδιού. Στην περίπτωσή μας αυτό δεν επετεύχθη, αλλά αντιλαμβανόμαστε ότι έχει γίνει προσπάθεια προς αυτήν την κατεύθυνση. Ίσως αν κάποια πράγματα ήταν πιο ξεκάθαρα στη μινιμαλιστική αφήγηση, να μπορούσαμε να καταλάβουμε λίγα περισσότερα για τη μικρούλα. Η μικρή διάρκεια (3 ώρες, με επιφύλαξη) δε θα πρέπει να μας προδιαθέτει αρνητικά. Η Ovosonico επιχειρεί μία αφήγηση στο δικό της στυλ. Άσχετα αν δεν αποδίδει στο εκατό τοις εκατό με τροχοπέδη το μέτριο χειρισμό.