The Vanishing of Ethan Carter

Στην Κοιλάδα των αισθήσεων και της φαντασίας.


Στην Κοιλάδα των αισθήσεων και της φαντασίας.


Πώς να κάνουμε κριτική σε κάτι προσωπικό και βιωματικό; Πώς μπορούμε να μεταφέρουμε στο γραπτό λόγο κάτι αυστηρά υποκειμενικό, που για να γίνει αντιληπτό και «διαυγές» από τον αναγνώστη, απαιτεί εκ μέρους του μια μορφή «κοινωνίας» και «τριβής» με το περιβάλλον, την ιστορία και τα μυστήρια που υφάνθηκαν, με δεξιοτεχνία και νήμα, νήμα, από του δημιουργούς του τίτλου, την Τhe Astronauts; Το Vanishing of Ethan Carter δεν είναι “παιχνίδι” με τη συμβατική έννοια του όρου. Θα μπορούσαμε, χάριν συνεννόησης, να πούμε ότι είναι ένα adventure παιχνίδι γρίφων και έρευνας, όπου αναλαμβάνουμε το ρόλο του occult ντεντέκτιβ Prospero (με σαφή αναφορά στο μάγο Prospero από το «Η Τρικυμία» του Σαίξπηρ, μιας και οι δύο διαχειρίζονται καταστάσεις του αισθητού και του υπερ-αισθητού) και ο οποίος, απαντώντας τα κάλεσμα του νεαρού οπαδού του, Ethan Carter, σπεύδει να τον βοηθήσει, εξιχνιάζοντας μια σειρά σκοτεινών μυστηρίων που εκτυλίσσονται στη «Red Creek Valley».

Συνδυάζοντας στοιχεία του περιβάλλοντος και χρησιμοποιώντας τις υπερφυσικές/ διαισθητικές δυνάμεις του Prospero, λύνουμε τα δέκα μυστήρια και ανακαλύπτουμε σιγά σιγά τι διασαλεύει την τάξη και την αρμονία της περιοχής, φτάνοντας σε ένα τέλος που ακροβατεί ανάμεσα στο προφανές και στο αμφίσημο. Όπως το βιώσει και όπως το αντιληφθεί ο κάθε παίκτης. Αν και ο τίτλος αφήνει τον παίκτη, πραγματικά, μόνο του και χωρίς στοιχεία, αναφορικά με το gameplay, σε έναν ανοικτό κόσμο, οι μηχανισμοί γίνονται γρήγορα κατανοητοί και επαφίεται πια στην παρατηρικότητα, τη φαντασία και τη συνδυαστική ικανότητά του για να λύσει τους, σχετικά απλοϊκούς, γρίφους του παιχνιδιού. Δε θα αναφερθούμε άλλο στην πλοκή του Vanishing of Ethan Carter για να μην σας αναγκάσουμε να «κρυφοκοιτάξετε», ούτε λίγο, πίσω από το παραπέτασμα. 



the-vanishing-of-ethan-carter-review-01

Και πώς να χαρακτηριστεί συμβατικό παιχνίδι το Ethan Carter, αφού ουσιαστικά αυτό είναι που «παίζει» μαζί μας. «Γαργαλάει» την αισθητική μας με τα υπέροχα γραφικά του, τα οποία -χρησιμοποιώντας την τεχνική της φωτογραμμετρίας– δίνουν στην κοιλάδα μια εικονική ομορφιά, που όμοια της ο γράφων δεν έχει ξαναδεί. Το συναίσθημα που νιώσαμε βλέποντας την κοιλάδα στα φθινοπωρινά της  χρώματα, λες και βρισκόμασταν μέσα σε πίνακα του Thomas Moran ή του William Keith (γνωστοί για την εκπληκτική αναπαράσταση αμερικάνικων τοπίων), είναι κάτι που δεν περιγράφεται εύκολα. Η «μάχη» του καφέ με το κίτρινο στην «αρένα» που σχηματίζουν το γαλάζιο του νερού και το πράσινο της οργιώδους βλάστησης, σαν εικόνα, έχει πραγματικά «λυτρωτικές» και «καθαρτικές» ιδιότητες (ειδικά μετά από 25 ώρες στη Mordor, που γεμίσανε με «μαύρο αίμα» τα μάτια μας).

Το πώς αποτυπώνεται η «κυριαρχία» της «ακμαίας» βλάστησης έναντι της «σκουριασμένης» ανθρώπινης παρουσίας στο χώρο, είναι συγκλονιστικό. Το πώς τα γραφικά κραταιώνουν τα «δίπολα» και τα μοτίβα της ιστορίας είναι κάτι που θα χρειαστεί ξεχωριστή αναφορά  σε άλλο άρθρο -αν θελήσουμε να το αναλύσουμε πλήρως. «Ταλανίζει» την ψυχολογία του παίκτη, αφού από τη μία υπάρχει η «θαλερότητα» και η «ζεστασιά» του τοπίου, ενώ από την άλλη ένας διάχυτος φόβος, φόβος πρωτόγονος για το άγνωστο και το υπερβατικό. Έχουμε την αγαλλίαση που νιώθουμε όταν αντικρίζουμε  ένα «θεόπλαστο» τοπίο, όταν ακούμε μια παιδική φωνή, αλλά ταυτόχρονα μια ατέρμονη ενόχληση, σαν το επίμονο έντομο γύρω από το αυτί μας που βουίζει ασταμάτητα, για το μαράζωμα, την εγκατάλειψη και την παντελή έλλειψη ανθρώπινης παρουσίας.

the-vanishing-of-ethan-carter-review-02

Αυτό ενισχύεται από τη μουσική «επένδυση», που απαρτίζεται από ambient ήχους και θέματα, τα οποία είτε «ντύνουν» την ατμόσφαιρα με ηρεμία και γαλήνη είτε, ακολουθώντας τις έντονες στιγμές της πλοκής και της δράσης, συμβάλλουν στην κορύφωσή τους. 

«Τσιμπάει» τον παίκτη να θέσει φιλοσοφικά ερωτήματα μέσα του, με πιο βασικό -κατά την προσωπική μας αντίληψη- το ρόλο της οικογένειας στην ψυχοσύνθεση του ατόμου. Από τη μία η αγάπη, η ευθύνη που νιώθουμε απέναντί της, η αδιάκοπη προσπάθειά μας να κρατήσουμε αυτόν τον «κύκλο» ενωμένο και λειτουργικό, και από την άλλη το κατά πόσο, σχεδόν «Σαρτρικά», αυτός ο θεσμός αποτελεί την προσωπική «κόλαση» του καθενός.

Φυσικά, δεν είναι μόνο αυτό. Πολλούς από τους βασικούς προβληματισμούς που απασχολούν μια προσωπικότητα, το παιχνίδι τους θέτει (ηθικής, μεταφυσικά, κοινωνιολογικά) και πετάει το μπαλάκι στον παίκτη για να τα «καβουρδίσει» και να τα επεξεργαστεί. Δε βρήκαμε, ούτε μπορούμε να δώσουμε κάποια απάντηση σε τέτοια σημαντικά θέματα, αλλά μόνο και μόνο το ότι πιάσαμε μια ακρούλα, λίγο απόμερα από τα μακαβριά που λαμβάνουν χώρα, για να αναθυμηθούμε (με τη νοσταλγία που δηλώνει η λέξη) κοιτάζοντας το εκθαμβωτικό τοπίο γύρω μας τα ζητήματά που ανέκυψαν μέσω της ιστορίας, είναι κάτι που λίγοι τίτλοι το καταφέρνουν. Όπως φυσικά και η σχετική ωριμότητα με την οποία τα αντιμετωπίζει, πράγμα διόλου σύνηθες στη gaming βιομηχανία.

the-vanishing-of-ethan-carter-review-03

Όπως είπαμε, το Ethan Carter δεν έχει πολλά να δώσει από άποψη gameplay. Είναι περισσότερο μια αφηγηματική εμπειρία, μια οπτικοποιημένη νουβέλα τρόμου και φαντασίας, που αντλεί επιρροές κυρίως από τη weird fiction των αρχών του 20ου αιώνα (Lovecraft, Ashton Smith) και ως τέτοια πρέπει να κριθεί. Η δυνατότητα να λύσουμε τους γρίφους με όποια σειρά θέλουμε, δίνει μια ψευδαίσθηση non-linear δομής, αλλά μπορεί να αποτελέσει και δυνητικό πρόβλημα, καθώς εύκολα κάποιος χάνεται στον μεγάλο περιβάλλοντα χώρο του παιχνιδιού, ψάχνοντας ορισμένες στιγμές «ψύλλους στα άχυρα», ενώ το backtracking ήταν κάποιες φορές κουραστικό. Βέβαια, αυτό μπορεί να είναι και θετικό για άλλους, καθώς δεν πρέπει να ξεχνάμε πως μπαίνουμε στα παπούτσια ενός ντετέκτιβ και η εμπειρία της εξερεύνησης και της «σταχυολόγησης» των χρήσιμων πληροφοριών είναι μέρος του «επαγγέλματος».

Αυτό που είναι απαράδεκτο, είναι το saving system, που είναι αυτόματο και συμβαίνει μόνο όταν λύσουμε κάποιο από τα μυστήρια. Μας έτυχε να έχουμε μαζέψει στοιχεία από διάφορους γρίφους και να πρέπει προσωρινά να κλείσουμε το πρόγραμμα. Όταν επιστρέψαμε, το παιχνίδι μάς γύρισε στο τελευταίο autosave, διαγράφοντας «μονοκοντυλιά» ό,τι στοιχεία είχαμε μαζέψει σε μία ώρα gameplay. Ο χρόνος που χρειάστηκε για να τα ξαναμαζέψουμε ήταν πολύ λιγότερος μεν, αλλά για έναν τίτλο που βασίζεται στην «πρώτη» δυνατή εμπειρία (και έτσι καταφέρνει να  φορτίσει  τον παίκτη ), η οποιαδήποτε επανάληψη των ίδιων διαδικασιών στερείται νοήματος. Γενικάν προτείνουμε να το παίξετε σε μία δόση, περίπου ένα πεντάωρο, για να νιώσετε τη συνοχή και τις αλλαγές στην ιστορία και στην ψυχολογία σας απρόσκοπτα και σαν κάτι το ενιαίο (κλείστε και το φως, βάλτε και ακουστικά, και τα υπέροχα τοπία της αμερικάνικης υπαίθρου δε θα φαίνονται και τόσο γαλήνια).

the-vanishing-of-ethan-carter-review-04

Η αφήγηση, είτε δίνεται μέσω του τοπίου και του περιβάλλοντος είτε μέσω ιστοριών του μικρού Ethan που βρίσκουμε, είτε μέσω της εκμετάλλευσης των ικανοτήτων του Prospero (που βοηθάνε στην αναπαράσταση γεγονότων), είτε μέσω της «δωρικής» αλλά ουσιαστικής γραφής των διαλόγων, υπερθεματίζει την ατμόσφαιρα και την εμπειρία, ενώ «τραβάει» προς τα πάνω και την ιστορία, που από άποψη πλοκής δεν είναι κάτι το σπουδαίο. Για να μην υπάρξει παρεξήγηση, ο «πυρήνας» της ιστορίας δεν είναι τίποτα σπουδαίο, η σάρκα γύρω γύρω όμως, με τον αποσυμβολισμό της και το πώς τη «βιώνουμε» έχει άλλη «γεύση». Και, μάλιστα, ξεχωριστή για τον καθένα.




To Vanishing Of Ethan Carter έχει αύρα «φθινοπωρινή», πέρα από τα χρώματα του, και πατάει διαρκώς στην εναλλαγή του γλυκού και του πικρού (βέβαια, από ένα σημείο και μετά γίνεται σκοτεινό και βίαιο). Έχει τη γλυκιά μελαγχολία ενός βροχερού απογέματος Οκτώβρη, την ενδοσκοπική αφετηρία που προσφέρει ένα πρωινό Σεπτεμβρίου (από αυτά που άλλα αποφασίζουμε-κανονίζουμε και άλλα κάνουμε), και τη δυσθυμία που προκαλούν οι νύχτες του Νοεμβρίου, που έρχονται πριν την ώρα τους. Δε θα το νιώσουν όλοι οι παίκτες αυτό, οι μηχανισμοί του gameplay και η ποιότητα των γρίφων δε θα γίνουν αρεστοί σε όλους, το πήγαινε-έλα στον ανοικτό κόσμο για την εύρεση στοιχείων μπορεί να κουράσει, το «ατυχές» σύστημα saving μπορεί να αποθαρρύνει, για αυτό και εξηγήσαμε από την αρχή ότι το πώς θα «κάτσει» το παιχνίδι στον κάθε ένα ξεχωριστά δε χωράει σε αντικειμενικοποιημένα «καλούπια».

the-vanishing-of-ethan-carter-review-05

Εμείς παγιδευτήκαμε στις «ρίζες» του, και τα «κλαδιά» του μας αγκάλιασαν, χαθήκαμε στην απαράμιλλη ομορφιά του, τρομάξαμε και αναλογιστήκαμε πολλά πράγματα στα ξέφωτα, τις γέφυρες και τις σπηλιές που η Unreal Engine 3 τα έκανε να δείχνουν τρομακτικά ρεαλιστικά και βιώσαμε στην ολότητά του αυτό που είχαν στο μυαλό τους οι developers. Μάλλον οι «The Astronauts», σε κάποιο ταξίδι στο διάστημα, βρήκαν κάποια «εξώκοσμη ύλη», που έκανε τον τίτλο τους τόσο μαγευτικό και ελπίζουμε να έχουν μπόλικο απόθεμα από αυτή στα «σιλό» τους για την «παντρέψουν»  με τη φαντασία τους και την τέχνη τους και στις  επόμενες κυκλοφορίες τους!

To ερώτημα, όμως, παραμένει: πώς βαθμολογείς κάτι τόσο υποκειμενικό, μια «μεταφυσική βόλτα» εξερεύνησης (γιατί τέτοια στοιχεία έχει ο τίτλος) σε ένα εικονικό περιβάλλον, ένα φιλοσοφικό ανασκάλεμα, μια εμπειρία; Με την έντασή της ίσως. Επομένως…

Νίκος Πλωμαριτέλης
Νίκος Πλωμαριτέλης

Εκεί που ο περίγυρός του έβλεπε ένα Intel 286 ένα εργαλείο δουλειάς «για το μέλλον», ο Νίκος έβλεπε μια παιχνιδομηχανή! Από τότε έως σήμερα συνεχίζει να είναι αμετανόητος PC Gamer, «λιώνοντας» ταυτόχρονα και τις διάφορες κονσόλες που περνούσαν και περνούν ακόμα από τα χέρια του.

Άρθρα: 94

Υποβολή απάντησης