
Lara Croft and the Temple of Osiris
Ώρα να ξυπνήσουμε τους αρχαίους θεούς!
Ώρα να ξυπνήσουμε τους αρχαίους θεούς!
Δεν θα ξεχάσουμε ποτέ τα αισθήματα της αγανάκτησης και της καχυποψίας που μας κυρίευσαν, όταν πριν αρκετά χρόνια ανακοινώθηκε ένας spin off τίτλος με την αγαπητή ηρωίδα Lara Croft, αντί για ένα κανονικό παιχνίδι Tomb Raider. Η ονομασία του ήταν “Lara Croft and the Guardian of Light“, και επρόκειτο για ένα dungeon crawling παιχνίδι δράσης (με αρκετό platforming και επίλυση γρίφων), το οποίο εξέπληξε ευχάριστα κοινό και κριτικούς με την ποιότητά του και τη διασκέδαση που προσέφερε σε όσους ασχολήθηκαν μαζί του. Φέτος, κυκλοφορεί η συνέχεια αυτού του παιχνιδιού από την Crystal Dynamics, ονόματι “Lara Croft and the Temple of Osiris”, το οποίο ευελπιστεί να προσφέρει μία ανάλογη, και γιατί όχι, ίσως καλύτερη εμπειρία από το προηγούμενο επεισόδιο.
Στο Temple of Osiris, η Βρετανίδα αρχαιολόγος, μαζί με τον Carter, έναν επίδοξο συνάδελφό της, θα ταξιδέψουν στην Αίγυπτο και βρισκόμενοι στο ναό του Osiris θα βρεθούν αντιμέτωποι με μία κατάρα, η οποία θα φέρει στο δρόμο τους δύο αρχαίους θεούς: τον Horus, και τη μητέρα του, Isis. Σκοπός των τεσσάρων χαρακτήρων είναι να αντιμετωπίσουν τον πανούργο Set, και με τη βοήθεια του Osiris να πάρουν εκδίκηση για το φόνο του Osiris από τον αδελφοκτόνο Set. Η αφήγηση της ιστορίας πραγματοποιείται (όπως και στο πρώτο μέρος) μέσω στατικών εικόνων τύπου “comics” και ορισμένων cut scenes, τα οποία περισσότερο περιορίζονται σε διακοσμητικό ρόλο, παρά προσθέτουν κάτι ουσιαστικό στον τρόπο που ξεδιπλώνεται η ιστορία. Το σενάριο του παιχνιδιού -όπως είναι φυσικό (και αναμενόμενο)- δεν διεκδικεί κάποιο βραβείο πρωτοτυπίας, το αντίθετο μάλιστα. Απλά, αποτελεί ένα ολιγόλεπτο διάλειμμα πριν ξεχυθούμε στους όμορφα σχεδιασμένους χάρτες του παιχνιδιού, σκοτώνοντας ορδές εχθρών και λύνοντας γρίφους!

Ο τίτλος της Crystal Dynamics, όπως προαναφέραμε, δεν έχει ιδιαίτερες σχέσεις με τη σειρά Tomb Raider, αν και σίγουρα τα καταφέρνει καλύτερα στο να μεταφέρει μια αίσθηση από τα παλιά, σε σχέση με ό,τι έκανε το reboot του 2013. Η δράση του απεικονίζεται μέσω μιας ισομετρικής κάμερας 3/4, παρόμοια με εκείνη του Diablo και αναλόγως τις τοποθεσίες και τους χαρακτήρες που συμμετέχουν, γίνεται ανάλογο zoom in και zoom out, ώστε να μπορούν οι παίκτες να βλέπουν καλύτερο το χώρο και να προχωρούν σε επίλυση γρίφων, συνεργασία κ.λπ. Όπως και στο προηγούμενο παιχνίδι, έτσι και εδώ το μεγάλο πλεονέκτημα του τίτλου είναι το συνεργατικό παιχνίδι. Αυτή τη φορά όμως πέρα από το ότι μπορούμε να παίξουμε με παίκτες μέσω διαδικτύου, δίνεται η δυνατότητα για συμμετοχή μέχρι τεσσάρων χρηστών “από τον καναπέ”.
Παρόλα αυτά, το Temple of Οsiris γενικώς, καθώς και οι περισσότεροι οι γρίφοι του είναι σχεδιασμένοι για δύο παίκτες κυρίως, κάτι που πρακτικά σημαίνει πως σε περίπτωση συμμετοχής τριών ή τεσσάρων παικτών δημιουργείται ένα “πανηγύρι”. Εάν λοιπόν δεν έχετε σκοπό να παίξετε με δικά σας πρόσωπα, θα σας προτείναμε να μην παίξετε multiplayer co-op σε online περιβάλλον, καθώς η συνεννόηση μεταξύ τριών και τεσσάρων αγνώστων παικτών δεν έχει τον αντίκτυπο που θα περιμέναμε, με αποτέλεσμα τόσο στις μάχες, όσο και σε διάφορους γρίφους και παγίδες, ο συγχρονισμός κινήσεων και επιθέσεων να “πηγαίνει περίπατο”. Πέρα από αυτό το πρόβλημα, το co-op (ειδικά δύο παικτών) σε τοπικό περιβάλλον δουλεύει εξαιρετικά, με ορισμένους ευφάνταστους γρίφους και έξυπνο level design να προσφέρουν ικανοποίηση και απόλαυση στους παίκτες όταν συνεργάζονται σωστά και προχωρούν επιτυχώς στους χάρτες.

Σχετικά με τον σχεδιασμό των επιπέδων και των εχθρών τώρα, μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα πως εκπλαγήκαμε από την ποικιλία τους. Στη διάρκεια του ταξιδιού μας θα διασχίσουμε χιονισμένες περιοχές, ερήμους, σκοτεινούς τάφους και θα έρθουμε αντιμέτωποι με κάθε λογής πλάσμα της αιγυπτιακής μυθολογίας, όπως σκαραβαίους, μούμιες ή κροκόδειλους. Τα επίπεδα είναι γεμάτα με θανατηφόρες παγίδες και γρίφους, οι οποίοι τις περισσότερες φορές απαιτούν τη συνεργασία παικτών και το απαραίτητο “timing” προκειμένου να επιλυθούν. Πέρα από τα παραπάνω, διάσπαρτοι στις πίστες βρίσκονται κάποιοι τάφοι/ challenges με ιδιαίτερα πολύπλοκους γρίφους, αλλά και με άκρως ενδιαφέροντα “δωράκια” όταν καταφέρουμε να φτάσουμε στην ολοκλήρωσή τους. Αυτά τα δωράκια είναι είτε αντικείμενα (δαχτυλίδια και όπλα), με τα οποία βελτιώνουμε τις προσωπικές μας επιδόσεις στις μάχες, είτε προσθέτουν πόντους στα ψήγματα από RPG που διαθέτει το παιχνίδι, όπως τη “ζωή” και τα πυρομαχικά. Οι παραπάνω τάφοι, αποτελούν κομμάτι των challenges του παιχνιδιού, τα οποία δίνουν ένα ξεχωριστό “τόνο” στη συνολικότερη εμπειρία και παρακινούν τον παίκτη να ολοκληρώσει όσα περισσότερα μπορεί προκειμένου να ξεκλειδώσει νέα αντικείμενα και να ενδυναμώσει το χαρακτήρα του.
Το “RPG” κομμάτι αυτού του dungeon crawler περιορίζεται σε δαχτυλίδια, amulets και ορισμένα upgrades που βρίσκουμε διάσπαρτα στους χάρτες για να αναβαθμίσουν τις ικανότητες του χαρακτήρα μας. Μπορεί κάποια από αυτά να έχουν εντελώς RPG ονομασία και χαρακτηρισμό (“ice damage, + defence, -speed), αλλά επί της ουσίας ο αντίκτυπος που έχουν εντός των μαχών είναι μικρός και τελικά έχουν σχεδόν διακοσμητικό ρόλο. Στον αντίποδα, εντελώς ξεχωριστή είναι η αίσθηση του κάθε όπλου, αφού διαφορετικό είναι το αποτέλεσμα και η αίσθηση της shotgun σε σχέση με το assault rifle. Αξίζει εδώ να αναφέρουμε ότι το σύστημα μάχης του τίτλου είναι τύπου “twin stick shooter” και όχι Diablo, αφού με τον δεξιό αναλογικό μοχλό ελέγχουμε το που θα στοχεύσουμε και πυροβολούμε με το R2.

Όσον αφορά τις μάχες, όπως φαντάζεται κανείς, στην οθόνη μας διαδραματίζεται ένας “μικρός χαμός”, ιδίως όταν συμμετέχουν και άλλοι παίκτες μαζί μας. Οι ορδές των εχθρών είναι ανάλογες του πλήθους παικτών και για να τις αντιμετωπίσουμε είμαστε εφοδιασμένοι με δεκάδες όπλα, μαγείες και χειροβομβίδες. Τα όπλα και οι επιδόσεις μας διαφοροποιούνται με τη χρήση διάφορων αντικειμένων, κάτι που προσθέτει ακόμα μεγαλύτερη ποικιλία και στρατηγική στον τρόπο που θα θελήσουμε να αντιμετωπίσουμε τους εχθρούς μας. Το μόνο που μπορούμε να ισχυριστούμε με βεβαιότητα για τις μάχες, είναι ότι δε βαρεθήκαμε ποτέ.
Το ποιοτικό σύνολο του Temple of Osiris συμπληρώνεται από έναν όμορφο οπτικό τομέα. Τα γραφικά του παιχνιδιού διαθέτουν εξαιρετική λεπτομέρεια στα περιβάλλοντα και τους χαρακτήρες, “ζωντανά χρώματα”, ενώ τα εφέ από τα όπλα, τις εκρήξεις και τους καπνούς, εντυπωσιάζουν με τη λεπτομέρειά τους. Εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, το παιχνίδι τρέχει απροβλημάτιστα και ομαλά, ενώ στις λίγες περιπτώσεις που αντιμετωπίσαμε κάποιο “crashάρισμα” ήταν τις στιγμές που μεταβαίναμε σε διαφορετικές περιοχές και όχι κατά τη διάρκεια κάποιας μάχης, κάτι το οποίο σίγουρα θα μας προβλημάτιζε.

Τελικά, το Temple of Osiris αποτελεί έναν άξιο διάδοχο του Guardian of Light και μπορούμε να βεβαιώσουμε πως όποιος απόλαυσε το προηγούμενο, έχει κάθε λόγο να είναι ενθουσιασμένος με το νέο επεισόδιο. Σε αυτό έπαιξε καθοριστικό ρόλο η “εξέλιξη” πάνω σε όλους τους τομείς. Οι περιοχές, οι εχθροί, τα όπλα, οι γρίφοι και οι παγίδες που θα έρθει σε επαφή ο παίκτης έχουν μία τεράστια ποικιλία και δεν πρόκειται να απογοητεύσουν. Επιπλέον, η προσθήκη συνεργατικού (και όχι μόνο) παιχνιδιού για τέσσερις παίκτες αν και μπορεί να προκαλέσει σύγχυση, σίγουρα αποτελεί βασικό παράγοντα για όσους επιθυμούν να ασχοληθούν παρέα με τους φίλους τους.
Αυτό που θα επιθυμούσαμε είναι μία μεγαλύτερη διάρκεια, μιας και δεν “χορτάσαμε” αρκετά. Το παιχνίδι ολοκληρώνεται με σχετική ευκολία περίπου στις 5 με 6 ώρες και από εκεί και πέρα είναι στη βούληση του παίκτη να ασχοληθεί περισσότερο, είτε ολοκληρώνοντας τα challenges, είτε συμμετέχοντας στο multiplayer τμήμα του. Αναμφισβήτητα, όμως, πρόκειται για ένα πολύ καλό arcade παιχνίδι, το οποίο θα κρατήσει παρέα στους φίλους της Lara και θα τους κάνει να “νοσταλγήσουν” λίγη από τη μαγεία των παλιών, καλών Tomb Raider.
To review βασίστηκε στην PS4 έκδοση του παιχνιδιού.