


Και έτσι παιδιά ήταν η ζωή πριν από το Internet….
Και έτσι παιδιά ήταν η ζωή πριν από το Internet….
You are Lone Wolf. In a devastating attack the Darklords have destroyed the monastery where you were learning the skills of the Kai Lords. You are the sole survivor. In Flight from the Dark, you swear revenge. But first you must reach Holmgard to warn the King of the gathering evil. Relentlessly the servants of darkness hunt you across your country and every turn of the page presents a new challenge. Choose your skills and your weapons carefully — for they can help you succeed in the most fantastic and terrifying journey of your life.
Καταλαβαίνουμε ότι είναι δύσκολο να φανταστούμε κάποια πράγματα, ειδικά αν δεν τα έχουμε ζήσει. Εν έτει 2015 είναι δύσκολο να φανταστούμε το να μην υπάρχει internet. Είναι δύσκολο να φανταστούμε ότι το «θέλω να παίξω κάτι διαφορετικό από πεντόβολα και κρυφτό» δε συνεπάγεται το «έλα μωρέ, όλο και κάποιο f2p action rpg-άκι θα υπάρχει για κατέβασμα». Είναι δύσκολο να φανταστούμε σε μία σχολική βιβλιοθήκη των αρχών των 90s κάτι διαφορετικό από κλασικούς Έλληνες συγγραφείς. Πόσο μάλλον κάτι μυστήριους τύπους που γράφαν για δράκους και πολεμιστές από την κόλαση, καλώντας μάλιστα τον αναγνώστη να συμμετέχει στο παιχνίδι. Και αυτό που δεν είναι απλά δύσκολο αλλά σχεδόν αδύνατο να φανταστούμε τώρα, είναι το πόση ικανοποίηση χάριζε το κλεφτό άνοιγμα των σελίδων του Μοναχικού Λύκου κατά τη διάρκεια ενός βαρετού μαθήματος χημείας ή κατά την ώρα της παράδοσης στην Αντιγόνη.
Ο Joe Dever, συνεργαζόμενος με τον Gary Chalk στο καλλιτεχνικό τμήμα για οκτώ από τα εικοσιοκτώ βιβλία του Μοναχικού Λύκου, πέρασε απλούς RPG μηχανισμούς μέσα από μία εμπειρία ανάγνωσης και χάρισε κάτι πρωτότυπο και φρέσκο. Τόσο πρωτότυπο και φρέσκο, που τα βιβλία του έφτασαν σε πωλήσεις τον άκρως σεβαστό αριθμό των 9 εκατομμυρίων αντιτύπων. Ούτε οι ήρωές του ήταν κάτι μοναδικό, ούτε ο κόσμος της Μagnamund. Αλλά τολμήστε να το πείτε αυτό σε έναν μαθητή της Γ Γυμνασίου κάπου στο 1993, που έχει τελειώσει το τρίτο βιβλίο της σειράς και περιμένει με ανυπομονησία, μεταξύ μπάσκετ, κρατικών καναλιών και προετοιμασίας για την επόμενη μέρα στο σχολείο, το τέταρτο. Τα βιβλία του Joe Dever βρίσκονται και σε ψηφιακή μορφή δωρεάν στο Project Aon, που με περίσσιο σεβασμό τα προσφέρει προς ανάγνωση και απόλαυση. Άλλωστε η οποιαδήποτε προσπάθεια απόκτησης των πρωτοτύπων βιβλίων δε θα είχε καμία τύχη με τις τιμές που «παίζουν» στο διαδίκτυο. Αλλά τώρα, δεν είμαστε στο 1993 χωρίς internet, έτσι δεν είναι;

«Εμπρός προς τα πίσω», λοιπόν, που έλεγε και μια γραφική τηλεοπτική φιγούρα της ελληνικής τηλεόρασης. Τα gamebooks, ή μάλλον πιο γενικά, η χρήση ογκωδών κειμένων ως μέσο αφήγησης και ως κύριο συστατικό του gameplay δεν είναι ιδέα άγνωστη στους «μαθουσάλες» του gaming (text adventures/ rpgs). Η απουσία των εντυπωσιακών γραφικών και της αμεσότητας που δίνει η εικόνα και η δράση, περιορίζει δραστικά το ποσοστό της gaming κοινότητας που θα ασχοληθεί με τέτοιους τίτλους και οι οποίοι, αν και σε επίπεδο indie παράγονται αδιάκοπα, μοιάζουν περισσότερο με το cult ξεχασμένο τριτεξάδελφο της οικογένειας, που εμφανίζεται που και που σε κάποια μάζωξη. Ειλικρινά δεν είναι μομφή προς τις προτιμήσεις των παικτών.
Δεν τίθεται καν θέμα γιατί δεν μπορούν τέτοιοι τίτλοι, όσο καλά δομημένη ιστορία και όσο πολύπλοκους χαρακτήρες και αν έχουν, να αποκτήσουν στιβαρό έρεισμα και εμφατική παρουσία. Στο gaming περιβάλλον που δεσπόζει η εικόνα σα μέσο έκφρασης, τα πολλά λόγια μπορεί να μην είναι «φτώχεια», αλλά φαντάζουν φτωχά και ελλιπή, όταν κυριαρχούν, για να ικανοποιήσουν τη λαγνεία του ματιού. Είναι «a priori» καταδικασμένα στην αφάνεια και δε νομίζουμε να απασχολεί τους δημιουργούς και τους οπαδούς τους ιδιαίτερα. Ούτε καν ο reviewer τα προτιμάει -για να μην κοροϊδευόμαστε.

Είναι κάποιες φορές όμως, που αφού φτύσουμε τις τελευταίες «δρακοφολίδες» του μυθικού ερπετού που κείται νεκρό κάπου στο Thedas, αφού παρατήσουμε το AK 147 και την εξάρτυση μας στον οπλοβαστό και αφού κάνουμε ένα stretching στα ταλαιπωρημένα, στα όρια της τενοντίτιδας, από τα combos, δάκτυλά μας, αποζητούμε κάτι λιγότερο άμεσο. Κάτι πιο ξεκούραστο, ένα παιχνίδι για να χαλαρώσουμε σωματικά και συνάμα να βάλουμε σε λειτουργία τα «φαιά κύτταρα» ( “little grey cells”, που λέει και ο Χερκιούλ) και την απεριόριστη VRAM που έχει ο ανθρώπινος εγκέφαλος. Να δημιουργήσουμε τις εικόνες μόνοι μας και να ταξιδέψουμε σε κόσμους όπου πρωτομάστορες και «πλαστουργοί» είμαστε οι χρήστες. Απλό στη σύλληψη, απεριόριστες οι δυνατότητες αυτοσχεδιασμού.
Καλύτερη αφορμή για να τσιγκλίσουμε τη φαντασία μας, που καμιά φόρα παραμένει κοιμώμενη σε «λανθάνον στάδιο», από το Lonewolf δεν υπάρχει. Έχοντας σα βάση την υπερεπιτυχημένη έκδοση σε φορητές συσκευές, η Forge Reply αποφάσισε να μεταφέρει τον υβριδικό αυτό e-book/rpg τίτλο στους προσωπικούς μας υπολογιστές, κάνοντας προφανώς το απαραίτητο ρετούς στα γραφικά και μαζεύοντας τα 4 ξεχωριστά chapters σε έναν ενιαίο 15ωρο, πλήρη τίτλο. «Γράψε τη δική σου ιστορία» είναι το μότο του παιχνιδιού και αν μη τι άλλο τα καταφέρνει περίφημα σε αυτό.

Με οδηγό τη αφήγηση σε πρώτο, κυρίως, πρόσωπο, ο συγγραφέας προσπαθεί να πετύχει το …immersion (κάποιος τρώει τα καπέλα του τώρα) και να μας βάλει στο πετσί του ρόλου του Lonewolf, του τελευταίου των Kai Lords, που ως συνήθως πρέπει να σώσει την ημέρα. Λογοτεχνικά δεν είναι κάποιο αριστούργημα, δεν είναι ο σκοπός του αυτός άλλωστε, αλλά έχει δυνατές περιγραφές, που λαδώνουν τα γραναζάκια της φαντασίας και καταφέρνει να μεταφέρει στον αναγνώστη/παίκτη την ατμόσφαιρα του κόσμου.
Είναι όπως είπαμε μια διαδραστική περιπέτεια, που σκοπό έχει, αφού μας εγκλιματίσει στον κόσμο και στον ήρωα της, να μας φέρει μπροστά σε αποφάσεις που εξελίσσουν την ιστορία διαφορετικά η καθεμιά. Αυτές οι αποφάσεις, που συναντώνται πολλές φορές κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, είναι είτε ηθικής υφής και συνέχισης της ιστορίας, είτε πιο πρακτικές όπως για παράδειγμα το πώς θα προσεγγίσουμε μια επερχόμενη μάχη ή το πώς θα διαχειριστούμε ένα περιβαλλοντικό «γρίφο».