
Broken Age
Broken game.
Broken game.
Αααααχχχχχ…. Αχ βρε Τιμ… Εσύ, που μας έδωσες παιχνίδια όπως τα Monkey Island, Grim Fandango και Full Throttle. Εσύ που, κατά γενική ομολογία, ανήκεις στο Δωδεκάθεο των Adventure δημιουργών, πώς κατάφερες να κάνεις ταραμοσαλάτα το πιο σημαντικό παιχνίδι για τα σύγχρονα adventures; Ένα παιχνίδι που η τρομακτική επιτυχία του στο kickstarter πυροδότησε το πρώτο κύμα από μεγάλες δημιουργίες μέσω από την crowdfunding πλατφόρμα και στην ουσία είναι υπεύθυνο για διαμάντια όπως το Pillars of Eternity και θριαμβευτικές επιστροφές όπως το Broken Sword 5;
Όπως, όμως, κυκλοφορούσαν αυτά, όλοι είχαμε στην άκρη του μυαλού μας πως ο Tim Schafer ετοίμαζε ένα τεράστιο adventure, με budget και σχεδιασμό όπως τα παλιά κλασσικά adventures του. Αμ δε! Η φράση «άνθρακες ο θησαυρός» είναι μάλλον ο πιο απλός και ξεκάθαρος τρόπος για να περιγράψει κανείς αυτό το πανάκριβο πείραμα, που αυτοκαταστράφηκε από το βάρος των υποσχέσεων αλλά και τα μεγάλα λάθη των δημιουργών του. Για να είμαστε ξεκάθαροι, το review αυτό αφορά το παιχνίδι στο σύνολό του και όχι μόνο το δεύτερο act.

Η ιστορία του Broken Age, λοιπόν, ξεκινάει με πολύ δυνατές προοπτικές. Ο παίκτης χειρίζεται δύο διαφορετικούς χαρακτήρες, οι οποίοι ζουν σε εντελώς διαφορετικό περιβάλλον, αντιμέτωποι με τα δικά τους ξεχωριστά προβλήματα. Ο Shay βρίσκεται ολομόναχος μέσα σε ένα διαστημόπλοιο, στο οποίο για συντροφιά έχει μόνο τον υπολογιστή που τον νταντεύει, και μερικά ρομπότ. Έχοντας βαρεθεί αυτή τη ζωή και την απομόνωση, αρπάζει μια ευκαιρία να αλλάξει τη ζωή του και να βοηθήσει το γαλαξία. Η Vella, από την άλλη, έχει επιλεχθεί από την οικογένειά της και το χωριό της ως ανθρωποθυσία σε ένα τεράστιο τέρας, αλλά αμφισβητεί την τεράστια αυτή τιμή που της έχει δοθεί και προσπαθεί να αλλάξει τη μοίρα της.
Οι ιστορίες και των δύο χαρακτήρων, λοιπόν, ξεκινούν με πολύ ενδιαφέρον, ιδιαίτερες συναντήσεις και, το πιο σημαντικό, με το δικό τους ιδιαίτερο και ξεχωριστό ρυθμό και ατμόσφαιρα. Έτσι, είναι τεράστια η απογοήτευση όταν μετά από τέσσερις ώρες έρχεται το 2ο act και οι χαρακτήρες διασταυρώνονται, όταν όλη η ιστορία και η ατμόσφαιρα καταρρέει σαν πύργος από τραπουλόχαρτα. Όλο το μυστήριο εξαφανίζεται στο 1/3 του παιχνιδιού, πολλοί χαρακτήρες γεμάτοι ίντριγκα χάνουν τη μάσκα τους υπερβολικά νωρίς και το παιχνίδι αναλώνεται σε 8 ώρες γεμάτες κλισέ και αδιάφορη ροή. Ακόμα και το τέλος του Broken Age δε θυμίζει σε τίποτα τη μεγαλειώδη γραφή που έχει δείξει στο παρελθόν ο Schaffer και απλά αφήνει μια πικράδα στο στόμα του παίκτη.

Ευτυχώς, από τεχνικής άποψης τουλάχιστον, το παιχνίδι δείχνει να δικαιολογεί ως ένα βαθμό το μεγάλο budget του και χρόνο παραγωγής. Το art direction που επιλέχθηκε μπορεί να έχει τους εχθρούς του, αλλά θεωρούμε πως δουλεύει εξαιρετικά για να αποδώσει την υφή του παιδικού παραμυθιού που ήθελαν οι δημιουργοί του. Υπέροχα μοντέλα χαρακτήρων κυκλοφορούν γλυκά και ομαλά μέσα σε έναν πανέμορφο κόσμο, σχεδιασμένο με πολύ μεράκι και ζωγραφισμένο με μια ονειρική παλέτα χρωμάτων και τονισμών. Και αν νομίζετε πως εκεί έχει γίνει καλή δουλειά, αξίζει να ακούσετε τον ηχητικό τομέα του παιχνιδιού για να πάθετε σοκ από την ποιότητά του.
Μεγάλοι stars όπως οι Elijah Wood, Jack Black και Will Wheaton, αλλά και τρανοί βετεράνοι voice actors όπως η Masasa Moyo, δανείζουν τις φωνές τους σε χαρακτήρες του παιχνιδιού και μας επαναφέρουν στην εποχή όπου στα adventures έπαιζαν μεγάλοι ηθοποιοί και όχι “η Νατάσα από τη Ρωσία, που προσπαθεί να υποδυθεί μια Γαλλίδα”! Όμως, η πραγματική ηχητική μαγεία βγαίνει από τη μουσική του παιχνιδιού. Με πλήρη ενορχήστρωση από τον Peter McConnell, που μας έχει μαγέψει τόσες φορές στο παρελθόν (Monkey Island 2, Fate of Atlantis, Full Throttle, Brutal Legend, κ.λπ.), η δουλειά που παραδίδει στο Broken Age είναι τόσο ιδιαίτερη και μοναδική σε βαθμό που ελάχιστα παιχνίδια έχουν καταφέρει να φτάσουν. Δένει απόλυτα στην κάθε στιγμή και κάθε περιοχή και πραγματικά εκτοξεύει την ατμόσφαιρα του παιχνιδιού στα ουράνια.

Βέβαια, η υψηλή ποιότητα του τεχνικού τομέα έχει και ένα μεγάλο τοίχος που την μπλοκάρει: το γεγονός ότι το δεύτερο act λαμβάνει σχεδόν εξ ολοκλήρου χώρα στις ίδιες περιοχές με το πρώτο. Έτσι, μουσική και τεχνικός τομές παραμένουν σχεδόν ίδιοι και στο δεύτερο και μεγαλύτερο τμήμα του παιχνιδιού, σε σημείο που μετά από κάποια στιγμή χάνει την ισχύ του, αλλά δημιουργεί και μεγάλο backtracking στο gameplay. Και να ήταν αυτό το μοναδικό του πρόβλημα σε αυτό τον τομέα. Όταν κυκλοφόρησε το πρώτο act, το παιχνίδι είχε δεχθεί δριμύτατη κριτική για τους λίγους και ιδιαίτερα εύκολους γρίφους του. Έτσι, η Double Fine προσπάθησε στο δεύτερο act να διορθώσει αυτό τον τομέα, ανεβάζοντας τη δυσκολία τους και προσθέτοντας μεγαλύτερη ποικιλία. Αυτό το κατάφερε στα σίγουρα. Όμως, το κατάφερε με το χειρότερο δυνατό τρόπο, αφού οι δημιουργοί προσέθεσαν γρίφους με σκληρό timing, action, γρίφους συνδυαστικούς από το θέατρο του παραλόγου και, γενικά, έχουν “πνίξει” το παιχνίδι σε γρίφους δίχως λόγο -και συχνά, δίχως λογική- που απλά καταστρέφουν το ρυθμό της περιπέτειας.
Μια στο τόσο υπάρχει μια αναλαμπή ευρηματικότητας, ορισμένα έξυπνα, ευχάριστα ή και χιουμοριστικά puzzles, αλλά το γενικότερο συναίσθημα που κυνηγάει τον παίκτη είναι αυτό της ενόχλησης. Και για τους λιγότερο μυημένους adventurers, η απουσία κάποιου hint system ή hot spot indicator μπορεί να το κάνει ακόμα πιο ενοχλητικό. Τουλάχιστον, ο βασικός μηχανισμός του gameplay δουλεύει σωστά. Πρόκειται για τυπικό 2D adventure gameplay τρίτου προσώπου, όπου με το mouse επεξεργάζεστε αντικείμενα, κινείστε στο χώρο και μιλάτε με άλλους χαρακτήρες. Δουλεύει καλά, είναι χτισμένο σωστά, δεν πάσχει από pixel hunting και ευτυχώς δείχνει να είναι δίχως κάποιο σημαντικό bug. Άθλος για παιχνίδι τη σήμερον ημέρα.

Είναι δύσκολο να περιγράψει κανείς την ψυχρολουσία που μπορεί να νιώσει παίζοντας το Broken Age. Είναι ένα παιχνίδι που ξεκίνησε πολύ όμορφα, με πολύ ωραία ιστορία, ατμόσφαιρα και ρυθμό και που αν και εύκολο, προχωρούσε ευχάριστα και άφηνε προοπτικές τεράστιας βελτίωσης στο δεύτερο act. Δυστυχώς, οι ελπίδες μας για κάτι τέτοιο εξανεμίστηκαν πάρα πολύ γρήγορα και είδαμε το παιχνίδι να καταρρέει μπροστά στα μάτια μας, κάτω από το βάρος των υποσχέσεών του, του κακού σχεδιασμού, της μέτριας γραφής και, εμφανέστατα, της προβληματικής παραγωγής.
Είναι ένας τίτλος που αξίζει να του ρίξετε μια ματιά για να δείτε την υψηλή ποιότητα παραγωγής που είχαν τέτοια παιχνίδια στο παρελθόν και να απολαύσετε ορισμένες όμορφες στιγμές του, αλλά μόνο σε κάποια γερή έκπτωση. Δυστυχώς, θα μείνει στην ιστορία για το καλό που έκανε στο gaming μέσω της διαφήμισης του kickstarter και όχι λόγω της τελικής, αμφίβολης ποιότητάς του.
To review βασίστηκε στην PC έκδοση του παιχνιδιού.