


Σαν να λέμε “VR Missions: The sequel”.
Σαν να λέμε “VR Missions: The sequel”.
Ο Mike Bithell πραγματοποίησε ένα αναμφίβολα δυναμικό ξεκίνημα στην καριέρα του ως game designer μέσω του εξαιρετικού Thomas Was Alone, ένα φαινομενικά απλό παιχνίδι τόσο στον τεχνικό τομέα όσο και στο gameplay, που όμως δεν έπαυε να είναι πανέξυπνο, από όλες τις απόψεις, παραδίδοντας ένα ιδιαίτερο παραμύθι που έντυνε μοναδικά την puzzle υπόσταση του gameplay. Η δεύτερη προσπάθεια του δημιουργού είναι γεγονός και παρόλο που μάλλον δεν θα φτάσει στο σημείο να θεωρείται αξιομνημόνευτο, όπως το πρώτο εγχείρημά του, δεν παύει να είναι ένα αξιοπρεπές και απολαυστικό παιχνίδι.
Αφήνοντας πίσω το platform σκηνικό, ο Bithell επιχείρησε να δοκιμάσει την τύχη του στον τρισδιάστατο κόσμο και μάλιστα στο απαιτητικό είδος των stealth. Μία ματιά στις εικόνες του παιχνιδιού θα είναι αρκετή για να σας ξυπνήσει αναμνήσεις από τις VR αποστολές του Metal Gear Solid και σίγουρα όχι άδικα, καθώς το εν λόγω mode αποτέλεσε βασική πηγή έμπνευσης του Βρετανού δημιουργού. Ειδικότερα, θα μπορούσαμε να περιγράψουμε το Volume ως ένα περίεργο συγκερασμό των VR αποστολών του Metal Gear και του Pac Man, καθώς ο ήρωάς μας χρειάζεται να συλλέγει όλα τα διαμάντια που βρίσκονται στο εκάστοτε επίπεδο προτού μπορέσει να διαφύγει από την έξοδο, αποφεύγοντας παράλληλα κάθε λογής φρουρούς.

Λόγω της προσέγγισης του gameplay, που αποτελείται από 100 ξεχωριστά επίπεδα διάρκειας μισού με δύο λεπτών, ο Bithell πιστεύουμε πως θα μπορούσε να είχε “ξεμπερδέψει” πολύ εύκολα με τα του σεναρίου, παραδίδοντας απλά λίγες λακωνικές πληροφορίες για το λόγο που ο χαρακτήρας μας έχει ουσιαστικά το ρόλο του διαρρήκτη. Αντιθέτως, όμως, το παιχνίδι περιβάλλεται από ένα σενάριο που δίνει συνεχώς το παρόν και προσφέρει πληθώρα πληροφοριών. Το Volume τοποθετείται στο κοντινό και δυστοπικό μέλλον του 2050, όπου το Ηνωμένο Βασίλειο έχει υποπέσει σε δικτατορικό καθεστώς, έπειτα από πραξικόπημα. Η οργουελική κοινωνία βρίσκεται στο έλεος της ολιγάριθμης elite, που αποτελείται από διοικητές μεγαλοεπιχειρήσεων, διευθυντές κατευθυνόμενων καναλιών, διεφθαρμένους δικαστές και λοιπούς γνωστούς-άγνωστους.
Η ιστορία έρχεται να δώσει μία μοντέρνα εκδοχή του Ρομπέν των Δασών, όπου ο ήρωάς μας επιχειρεί να μοιράσει την περιουσία των ολίγων στον καταπιεσμένο κόσμο της Βρετανίας. Για να το καταφέρει αυτό ο –κατάλληλα επονομαζόμενος- Robert Locksley παίρνει στα χέρια του μία ψηφιακή μάσκα, το λεγόμενο Volume, που επιτρέπει στον κάτοχή της να αποδώσει τρισδιάστατα τους χώρους διαφόρων κτηρίων και ουσιαστικά να του δώσει το ελεύθερο να πραγματοποιήσει εικονικές διαρρήξεις με τη βοήθεια της A.I. του Volume, ονόματι Alan. Αυτές οι διαρρήξεις καταγράφονται και μεταδίδονται ζωντανά στον απλό κόσμο του Ηνωμένου Βασιλείου, δίνοντάς τους πρακτικά καθοδήγηση για αθόρυβες ληστείες. Το σενάριο εμβαθύνεται από διάφορα κείμενα που βρίσκονται διασκορπισμένα στα επίπεδα αλλά και από τις αρκετά συχνές συνομιλίες μεταξύ του Locksley και του Alan, ενώ αργότερα θα ακούσετε και τη φωνή του δικτάτορα, στο πρόσωπο του μεγαλοεπιχειρηματία Gisborne, υποδυόμενο από τον εξαιρετικό Andy Serkis.

Η αλήθεια είναι πως ενώ έχει γίνει μία φιλότιμη προσπάθεια για την απόδοση ενός εφιαλτικού σεναρίου (όχι τόσο απίθανου με αυτά που βλέπουμε μέρα με τη μέρα) η ιστορία και η φιλοσοφία του gameplay δεν συμβαδίζουν ιδιαίτερα ομαλά. Εν ολίγοις, η λογική πως εμείς ουσιαστικά έχουμε τα μέσα να διαδώσουμε εικονικά τις ληστείες ώστε να τις παρακολουθήσει αργότερα ο κόσμος προκειμένου να τις ακολουθήσει πιστά και να πραγματοποιήσει επιτυχημένες ληστείες έχει πολλά λογικά κενά. Ως εκ τούτου, αν και η παρακολούθηση του σεναρίου είναι ευχάριστη, λόγω και της καλή γραφής του, δύσκολα θα πιστέψει κάποιος ότι οι πράξεις του μέσα από τις αποστολές θα μπορούσαν να είναι ικανές για να επιφέρουν αλλαγές στον πραγματικό κόσμο.
Επιπλέον, αν και οι Andy Serkis και Danny Wallace (ο αφηγητής στο Thomas Was Alone) είναι εξαιρετικοί στην απόδοση των χαρακτήρων τους, το ίδιο δεν μπορεί να ειπωθεί για τον Charlie McDonnell που υποδύεται τον Locksley. Ο τελευταίος είναι ένας διάσημος άγγλος “YouTuber” (ιδιοκτήτης του καναλιού charlieissocoollike), ο οποίος όμως δεν αποτέλεσε και την καλύτερη επιλογή, όσον αφορά την ερμηνεία του. Αν και προσπαθεί να φανεί στωικός στην απόδοση του χαρακτήρα, τελικά το μόνο που καταφέρνει είναι να αποδίδει συνεχώς αμήχανες παύσεις ως μία έντονη ένδειξη της απειρίας του. Ελπίζουμε πάντως η επιλογή ενός “YouTuber” για το ρόλο του σωτήρα μίας κοινωνίας από τα δικτατορικά μέσα να μην είχε κάποια σημειολογική σημασία… Αλλά ας τελειώσουμε κάπου εδώ με το σεναριακό υπόβαθρο του τίτλου και ας περάσουμε στο κυρίως κομμάτι του. Όπως είπαμε και παραπάνω, το Volume ούτε λίγο ούτε πολύ περιέχει 100 επίπεδα, ένας διόλου ευκαταφρόνητος αριθμός, ανεξαρτήτως της διάρκειάς τους. Αν και ένας τέτοιος αριθμός μπορεί να φαίνεται ικανός να δημιουργήσει την καχυποψία για επανάληψη, ιδίως συνδυαζόμενος με την ελιτιστική μηχανή γραφικών, ο Bithell το διαψεύδει πλήρως χάρη στην ευρηματικότητά του στον σχεδιασμό των επιπέδων.

Από την πλειοψηφία των επιπέδων ελάχιστα φάνηκαν σαν “αγγαρείες”, με τα περισσότερα επίπεδα να προσφέρουν τον δικό τους ξεχωριστό σχεδιασμό, ενώ σε τακτά διαστήματα εισάγονται νέα βοηθήματα για τις stealth προσπάθειές μας καθώς και καινούριοι κίνδυνοι, είτε με την μορφή εμποδίων είτε με την μορφή νέων ειδών φρουρών. Η ποικιλία των φρουρών είναι αρκετά καλή, παρουσιάζοντας συνήθως αλλαγές στο πεδίο όρασής τους. Κάποιο εξ αυτών μπορεί να έχουν πολύ χαμηλό πεδίο όρασης αλλά κυκλική περιφερειακή όρασης, κάποιοι άλλοι μπορεί να βλέπουν πολύ μακριά αλλά με πολύ στενό κώνο κ.λπ.
Αν σας αντιληφθεί κάποιος έχετε μόνο 1-2 δευτερόλεπτα μέχρι να κρυφτείτε προτού μεταφερθείτε στο κοντινότερο checkpoint, οδηγώντας σε ορισμένες ιδιαίτερα έντονες στιγμές. Παρόλο το μικρό μέγεθος των επιπέδων τα checkpoints δηλώνουν το παρόν, χωρίς τελικά να μπορούν να θεωρηθούν ως υπερβολή. Η αλήθεια είναι πως ακόμα και στο μικρότερο επίπεδο είναι αποκαρδιωτικό να χρειάζεται να επαναλαμβάνονται οι ίδιες κινήσεις εάν τα βρίσκει κάποιος σκούρα στο τελευταίο στάδιό του και ως εκ τούτου τα checkpoints έρχονται να απαλύνουν αυτό το συναίσθημα.