Dishonored: Definitive Edition

Ατίμωση, Λύτρωση, Εκδίκηση.


Το ενδιαφέρον είναι ότι βλέπουμε τελείως καινούργιες περιοχές του Dunwall που πιθανώς να είναι ακόμη πιο θελκτικές σε σχέση με αυτές του original παιχνιδιού και νέους εχθρούς που ανεβάζουν τον πήχη σε θέματα πρόκλησης αλλά και καλλιτεχνικής προσέγγισης. Butchers στο κανονικό παιχνίδι δεν είχαμε. Όπως επίσης δεν είχαμε Witches όπως αυτές στο Brigmore Manor. Εδώ ο παίκτης μπορεί και να τα βρει ελαφρώς σκούρα, καθώς η αίσθηση της πληρότητας των μέσων και των τεχνικών που δίνει το υπόλοιπο παιχνίδι, εδώ πηγαίνει περίπατο.

Στο μεταξύ, ο Daud έχει περάσει μέσα από εργοστάσια επεξεργασίας λίπους φάλαινας, έχει ξαναεπισκεφτεί τη φυλακή από όπου απέδρασε ο Lord Protector (και τώρα βρίσκεται κυριολεκτικά στο πόδι) κι έχει συμμετάσχει με το δικό του τρόπο σε έναν πόλεμο συμμοριών στα κανάλια και στους υπονόμους του Drapers Ward που ζέχνουν και μεταδίδουν την αποφορά μέχρι τους τελευταίους ορόφους των σπιτιών που υψώνονται από πάνω τους. Το Brigmore Witches καταλήγει ανεπιτήδευτα σε μία ιστορία εκδίκησης, την ώρα που ο Corvo δραπετεύει από τη φυλακή και βρίσκει για πρώτη φορά τους Loyalists. Έτσι, η ιστορία του Daud αποκαθιστά τους συνεκτικούς της κρίκους με τη βασική ιστορία του Dishonored και μετατρέπεται ομαλά σε ένα κομμάτι του υπέρoχου σύμπαντος που δημιούργησε η Arkane.

dishonored definitive edition 04

Η Definitive Edition, πέρα από την οπτική αναβάθμιση στα 1080p (το οπτικό στυλ του παιχνιδιού δεν αφήνει πολλά περιθώρια για άλλου είδους αναβαθμίσεις, αλλά και να έδινε δε νομίζω ότι εδώ μιλούμε για κάτι τέτοιο), δίνει απλόχερα την ευκαιρία στους παίκτες να ασχοληθούν (ωραία λέξη, ή βουτάς σε αυτόν τον κόσμο ή κάθεσαι στην άκρη της όχθης και κάνεις βατραχάκια με πλακουτσωτές πέτρες, δεν «ασχολείσαι») με ένα υπερπλήρες πακέτο ενός παιχνιδιού που δικαιωματικά ήταν από τα καλύτερα την περίοδο που κυκλοφόρησε και από τα πλέον ξεχωριστά καθ’ όλη την προηγούμενη γενιά.

Αποφεύγοντας το σκόπελο του να εκτοξεύσουμε και πάλι γραφικότητες περί αδικημένων παιχνιδιών και gamers που δεν ξέρουν πού παν τα τέσσερα αγνοώντας τα εν λόγω παιχνίδια, αποδίδουμε τα του Καίσαρος τω Καίσαρι και χαρίζουμε στο συνολικό πακέτο ένα μεγαλοπρεπές “Δέκα” προκειμένου να δημιουργηθεί η ανάγκη το παιχνίδι να παιχτεί (ή να ξαναπαιχτεί από αυτούς που το πέρασαν στα γρήγορα). Το πακέτο χαρίζει παραπάνω από 25 – 30 ώρες καθαρού και απολαυστικού gaming που έχει τύχει φροντίδας και αγάπης από τους δημιουργούς του. Μη κολλάτε στην έκδοση, γιατί λίγες είναι οι διαφορές προηγούμενης και τρέχουσας γενιάς στη συγκεκριμένη περίπτωση. Απλά, φροντίστε να το παίξετε και κάντε και σε μας τους υπόλοιπους παρέα στο club αυτών που περιμένουν με προσμονή το Dishonored 2.

To review βασίστηκε στην PS4 έκδοση του παιχνιδιού.

Σάββας Καζαντζίδης
Σάββας Καζαντζίδης

O Σάββας δεν παίζει videogames από τότε που θυμάται τον εαυτό του. Δεν ξέρει πως είναι από κοντά ένα NES πόσο μάλλον ένα SNES. Παρόλα αυτά καταφέρνει και ανέχεται τον εαυτό του ως gamer και που και που, μεταξύ Heavy Metal και Χέβι Μέταλ, παίζει και κανένα παιχνίδι.

Άρθρα: 761

Υποβολή απάντησης