
Tales of Zestiria
Tales of old days.
Ο χάρτης του Tales of Zestiria θα φανεί αρκετά οικείος στους Jrpg γνώστες, και θυμίζει περισσότερο χάρτη του FFXII πάρα τις αχανείς εκτάσεις του Xenoblade Chronicles, με την κάμερα να είναι πίσω από τον παίκτη (όπως γινόταν στο Xillia) και την ύπαρξη mini-map στη γωνία της οθόνης ώστε να καθοδήγει. Oι μάχες δεν είναι Random Encounters (όπως γινόταν εξάλλου και στους πρόσφατους τίτλους της σειράς), αλλά τα τέρατα υπάρχουν στον χάρτη, και εφόσον τα αγγίξουμε, γίνεται η μετάβαση στη μάχη στο μέρος όπου τα βρήκαμε και όχι σε συγκεκριμένο πεδίο μάχης -όπως γινόταν στους τελευταίους τίτλους. Παράλληλα, πίσω από τον Sorey βρίσκεται πάντα ένας από τους συντρόφους (Human characters) του, με τους οποίους μπορεί να συζητήσει μέσω των γνωστών skits για διαφορά quests ή για μέρος της ιστορίας του παιχνιδιού. Τα dungeons έχουν δομηθεί με το γνωστό, γραμμικό σχεδιασμό και ο χάρτης βοηθά -όπως και στην περίπτωση του Xillia- στην καλύτερη και ταχύτερη εξερεύνησή τους.
Θα μπορούσε να σκεφτεί κάποιος πως το backtracking από περιοχή σε περιοχή ενδεχομένως να προκαλέσει κούραση (όπως γινόταν στην περίπτωση του Graces f), είτε πρόκειται για side quests είτε για το main quest, όμως υπάρχει σύστημα fast travel παρόμοιο με εκείνο που είχαμε δει στο Xillia, Ανάλογα με τα save points που συναντάτε στο παιχνίδι, αποκτάτε πρόσβαση σε αυτά μέσω fast travel συστήματος, ώστε να γίνουν τα πράγματα ευκολότερα και ταχύτερα εφόσον φυσικά πληρώσετε το ανάλογο αντίτιμο. Αξίζει να σημειωθεί πως η εξερεύνηση του χάρτη για Chests, Landmarks κ.λπ. εδώ είναι ευκολότερη από ποτέ, λόγω του ότι οι χαρακτήρες έχουν τα λεγόμενα “Support Talents”, τα οποία βοηθούν στην ανακάλυψη των εν λόγω αντικείμενων και την εύρεσή τους με σχετική ένδειξη στο χάρτη. Τέλος, για όσους ανησυχούν ότι θα χαθούν στους μεγάλους χάρτες του νέου τίτλου, υπάρχουν σχετικά ξεχωριστά εικονίδια τα οποία δείχνουν σε κάθε περιοχή τα Sidequests, σημαντικούς διαλόγους και φυσικά το main objective.

“Ο χάρτης του Tales of Zestiria θα φανεί αρκετά οικείος στους Jrpg γνώστες, και θυμίζει περισσότερο χάρτη του FFXII πάρα τις αχανείς εκτάσεις του Xenoblade Chronicles, με την κάμερα να είναι πίσω από τον παίκτη (όπως γινόταν στο Xillia) και την ύπαρξη mini-map στη γωνία της οθόνης ώστε να καθοδήγει.”
Τα Side Quests υπάρχουν και στο νέο τίτλο της σειράς, όμως είναι ισομοιρασμένα, με κάποια να είναι του κλασσικού τύπου “σκότωσε ένα τέρας” ή “βρες ένα αντικείμενο”, ορισμένα να είναι ταυτισμένα με τους συντρόφους του παιχνιδιού ή χαρακτήρες που παίζουν ρόλο στην ιστορία, ενώ τα περισσότερα ζητούν να βρούμε κάποια seraphims ανά πόλη ώστε αφενός να εξαγνιστεί η πόλη και αφετέρου να ξεκλειδώσουν επιλογές για τον παίκτη όπως φθηνό travel μεταξύ των save points, επανεμφάνιση σεντουκιών στο χάρτη της περιοχής κ.α. Όμως, αυτά δεν γίνονται διαθέσιμα εξ αρχής. Aνάλογα τις βαθμολογίες (Grades) που αποκτάμε σε κάθε περιοχή μέσα από την διαδικασία της μάχης, γίνονται διαθέσιμες περισσότερες επιλογές. Όσοι ολοκληρώσουν το παιχνίδι θα βρουν τη γνώστη επιλογή New Game+, που διατηρεί ό,τι είχαμε αποκτήσει στη διάρκεια του αρχικού playthrough, ενώ δίδεται και η κλασική επιλογή του Post Game περιεχόμενου, με το τελευταίο Save να είναι πριν την τελική μάχη. Μέσω αυτού αποκτούμε πρόσβαση σε νέα dungeons, τα οποία έχουν μεγαλύτερες προκλήσεις από αυτές του Final Boss, ενώ παράλληλα γίνονται διαθέσιμα νέα side quests.
Όσον αφόρα στον τεχνικό τομέα του τίτλου, τα πράγματα είναι απογοητευτικά. Αν και οι δημιουργοί είχαν αναφέρει πως το παιχνίδι θα τρέχει στα 30 fps τόσο στο χάρτη όσο και στη μάχη (ενώ στα προηγούμενα Tales είχαμε 30 fps στον χάρτη και 60 fps στη μάχη), λόγω της μετάβασης (transition) που γίνεται ώστε να πολεμήσουμε στην περιοχή που “πέφτουμε” επάνω στον εχθρό, υπάρχουν fps drops ανά στιγμές. Επίσης, αν και το παιχνίδι ενημερώθηκε με day one update για θέματα της κάμερας, προβλήματα συνεχίζουν να υφίστανται -όχι τόσο στο χάρτη αλλά στη μάχη. Πιο συγκεκριμένα, στα dungeons -που είναι κλειστοί χώροι- και όταν ο παίκτης ή ο εχθρός είναι κοντά στον τοίχο, το παιχνίδι έχει την τάση να δείχνει τον τοίχο με πανοραμική κάμερα και να τρεμοπαίζει.

“Πίσω από τον Sorey βρίσκεται πάντα ένας από τους συντρόφους (Human characters) του, με τους οποίους μπορεί να συζητήσει μέσω των γνωστών skits για διαφορά quests ή για μέρος της ιστορίας του παιχνιδιού.”
Επιπλέον, ο τεχνικός τομέας δεν θυμίζει τόσο next gen εμπειρία αλλά κάτι ενδιάμεσο. Αν και το Tales of Zestiria στο PS4 διαθέτει ωραία χρώματα, ευκρίνεια και εύρος βάθους όρασης (depth of field) δεν παύουν να υπάρχουν pop in textures, σεντούκια που εμφανίζονται ή εξαφανίζονται για να λάβει μέρος ένα cut-scene και εχθροί που εμφανίζονται ξαφνικά. Όσοι αναρωτιούνται για την φιλική Α.Ι., αυτή βρίσκεται στα ίδια επίπεδα με τους προηγούμενους τίτλους της σειράς, με τις περισσότερες φόρες να λειτουργούν αξιοπρεπώς και με ελάχιστες φόρες να κολλάνε σε γωνίες ενώ προσπαθούν να ξεφύγουν από κάτι.
Άλλο ένα πρόβλημα που εντοπίσαμε είναι ότι, παρόλο που έχουμε πρόσβαση στο χάρτη, δεν υπάρχει επιλογή εναλλαγής χαρτών στις περιοχές που έχουν ήδη εξερευνηθεί. Αυτό δημιούργει προβλήματα και αναιρεί τη λειτουργία του marker του main objective, αφού δεν υπάρχει καμία ένδειξη προς ποια περιοχή βρίσκεται ο στόχος, και ο παίκτης απλά πρέπει να ακολουθήσει τους διαλόγους της ιστορίας ή να ψάξει το χάρτη τμήμα-τμήμα ώστε να προχωρήσει. Στα θετικά του τίτλου σίγουρα καταγράφεται το γνωστό, όμορφο art direction, από τους γνωστούς artists της σειράς, Kōsuke Fujishima και Mutsumi Inomata, οι οποίοι έχουν επιμεληθεί και τους προηγούμενους τίτλους, ενώ στον ηχητικό τομέα επιστρέφει ο Go Shiina, ο οποίος είχε αναλάβει εξ ολοκλήρου το “μαυρό πρόβατο” της σειράς, το Tales of Legendia, με συνεργάτη τον γνώστο Motoi Sakuraba, οι οποίοι έχουν δημιουργήσει ένα εξαιρετικό OST. Τέλος, αξίζει να αναφερθεί ότι διαθέσιμη είναι και η επιλογή ιαπωνικού voice over, γεγονός που μόνο στα θετικά μπορεί να καταγραφεί.

Ολοκληρώνοντας, βλέπουμε ότι το Tales of Zestiria αφήνει μια ανάμεικτη γεύση συναισθημάτων. Από τη μία έχουμε μια ανανεωμένη ιστορία από την εποχή των Destiny & Phantasia, σε συνδυασμό με το γεγονός πως ξεφεύγουμε από τα γνωστά μοτίβα χαρακτήρων, και παράλληλα προσθέτει το εξαιρετικό σύστημα μάχης του Graces f, το οποίο εξελίσσει. Όμως, από την άλλη έχουμε έναν τεχνικό τομέα ο οποίος όπως και να το δεις δεν θυμίζει σε τίποτα την ποιότητα των προηγούμενων επεισοδίων.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο τίτλος προτείνεται ανεπιφύλακτα σε εκείνους που αγάπησαν τα Tales of Xillia και Tales of Graces f, διότι το Zestiria αποτελεί το “τέκνο” αυτών των δύο, αφού συνδυάζει τα στοιχεία τους. Επίσης, σίγουρα προτείνεται προς εκείνους που άφησαν ή ξεκίνησαν τη σειρά στο Symphonia ή το Vesperia, ώστε αφενός να δουν την εξέλιξη της σειράς και αφετέρου να γνωρίσουν τι ήταν τα “Tales of” σε θέμα ιστορίας και χαρακτήρων τις παλιές, καλές εποχές.
To review βασίστηκε στην PS4 έκδοση του παιχνιδιού.