


Όχι, δεν είναι ακριβώς αυτό που νομίζετε...
Όχι, δεν είναι ακριβώς αυτό που νομίζετε…
Σε πρώτη ανάγνωση, τόσο του τίτλου όσο και της αρχικής εικόνας, το Pony Island δείχνει κατά 99.9% πως λογικά θα είναι ένα ακόμα τραγικό παιχνίδι, ανάμεσα από τα εκατοντάδες “χαζοχαρούμενα” από αυτά που ζητάνε (απαιτούν) τη συλλογή από λουλουδάκια, ζαχαρωτά κ.λπ. κ.λπ. Δεν θα μπορούσε να υπάρχει περισσότερο παραπλανητικός τίτλος για την πραγματική ουσία του παιχνιδιού, αν και φαντάζει ιδιαίτερα ταιριαστός μετά την ολοκλήρωσή του. Ευτυχώς για τον Daniel Mullins το Pony Island έκανε γρήγορα αίσθηση, καταφέρνοντας να αποφύγει την πιθανή αδιαφορία του κοινού, ελέω του –φαινομενικά- παιδιάστικου ονόματος και στησίματος. Όπως είναι φυσικό, οι ενθουσιώδεις γλώσσες του indie κοινού για το παρανοϊκό περιεχόμενο του Pony Island δε θα μπορούσαν να προσπεράσουν το βλέμμα του GameOver.
Σε αντίθεση, λοιπόν, με την πρώτη εντύπωση που δημιουργεί η αρχική ανάγνωση του τίτλου, το Pony Island συνθέτει έναν ιδιαίτερα ενδιαφέροντα και πρωτότυπο τίτλο. Σκοπός του είναι το συνεχές σπάσιμο του τέταρτου τοίχου, ώστε να μας μεταφέρει σε έναν παρανοϊκό και μεταφυσικό κόσμο, που βρίσκεται στο κωδικοποιημένο υπόβαθρο ενός παιδικού βιντεοπαιχνιδιού στην “καμπίνα” ενός μαγαζιού με arcades. Αν και το σπάσιμο του τέταρτου τοίχου το έχουν πετύχει και άλλοι τίτλοι, ιδίως indies, εδώ η κατάσταση διαφοροποιείται λίγο, καθώς η επικοινωνία του παιχνιδιού με εμάς γίνεται με έναν ευφάνταστα άμεσο τρόπο.

Βλέπετε, το Pony Island επιχειρεί να δημιουργήσει την ψευδαίσθηση πως εμείς οι ίδιοι είμαστε το άτομο που βρίσκεται στο μαγαζί των arcades και να μας ακολουθήσει στην προσπάθειά μας να ασχοληθούμε με ένα παιχνίδι όπου χειριζόμαστε χαριτωμένα πόνι μέσα σε πολύχρωμα περιβάλλοντα. Εξαρχής, όμως, το παιχνίδι δεν μπορεί να φορτώσει ποτέ. Επιστρέφοντας στα options του, αντικρίζουμε ένα “διαλυμένο” περιβάλλον, όπου ορισμένες επιλογές δεν λειτουργούν καν. Τα options προσφέρουν μία πρώτη εικόνα της παράνοιας που θα ακολουθήσει αλλά και της γενικότερης φιλοσοφίας ενός παιχνιδιού, το οποίο είναι ουσιαστικά unplayable.
Φυσικά αυτή η ημιτελής εντύπωση που προσδίδουν αρχικά τα options και συνεχίζεται ακάθεκτα με λογής λογής προβλήματα, είναι βάσει σχεδιασμού. Συνολικά το Pony Island αποτελεί ένα δήθεν παιχνίδι, που όμως δεν μπορούμε να παίξουμε ποτέ, γιατί ερχόμαστε συνεχώς μπροστά από προβλήματα τεχνικής αλλά και μεταφυσικής φύσεως. Το παιχνίδι όχι μόνο σπάει τον τέταρτο τοίχο, ζητώντας από εμάς να βρούμε πολλές φορές παραθυράκια προκειμένου να ξεπεράσουμε καταστρεπτικά bugs, αλλά επίσης μας αποκαλύπτει πως, μέσω της προσπάθειάς μας να επηρεάσουμε τη μηχανή γραφικών, ξυπνάμε έναν δαίμονα. Στην προκειμένη περίπτωση αναφερόμαστε σε έναν δαίμονα των arcades, καθώς σε πολλές περιπτώσεις δίνεται έντονα η εντύπωση πως η κονσόλα του “ουφάδικου”, μας έχει κυριεύσει, έχοντας ως καίριο στόχο τη λύτρωσή μας από αυτήν την gaming κόλαση όπου έχουμε βρεθεί. Κάτι σαν να βρήκαμε δηλαδή τον ανάλογο, καταραμένο Zoltar του Big (με τον Tom Hanks) αλλά στην έκδοση των arcades και σε μία πιο σκοτεινή εκδοχή.

Η ευφυέστατη ιδέα του Mullins (ο βασικός δημιουργός αυτής της ανεξάρτητης προσπάθειας) παίρνει σάρκα και οστά μέσα από τον έξυπνο σχεδιασμό των ποικίλων σουρεαλιστικών σκηνικών όπου θα βρεθούμε, αλλά και των επαφών που έχουμε με τις λιγοστές ψηφιακές οντότητες που ζουν στα έγκατα του κώδικα. Δεν χρειάζεται να αναφέρουμε πολλά για τη γενικότερη υπόθεση και τους χαρακτήρες που θα συναντήσετε, καθώς η μεγαλύτερη ευχαρίστηση αυτής της, περίπου, τρίωρης εμπειρίας βρίσκεται στις σουρεαλιστικές εκπλήξεις που αποκαλύπτει συνεχώς το παιχνίδι. Αρκεί να πούμε πως σε κάποιο σημείο ακόμα και ο Βελζεβούλ κάνει την εμφάνισή του (ο ίδιος άραγε ή αυτός που έβαλε στο σύστημα κάποιος μοχθηρός προγραμματιστής;).
Κατά βάση, λοιπόν, στο Pony Island θα πρέπει να περιμένετε να ευχαριστηθείτε πρωτίστως το εφιαλτικό ταξίδι στα έγκατα του αφιλόξενου και τρισκατάρατου κώδικα και δευτερευόντως το αμιγώς gameplay κομμάτι. Η αλληλεπίδρασή μας με τον δείκτη του mouse επιτρέπει την εξερεύνηση του περιβάλλοντος για την ανακάλυψη των ποικίλων μυστικών και easter eggs, αλλά και την εύρεση εξόδων από τις παρανοϊκές καταστάσεις όπου θα βρεθούμε στα “σωθικά” του μηχανήματος. Ένα σημαντικό κομμάτι του gameplay αφορά την επίλυση ενός καλοφτιαγμένου puzzle παιχνιδιού μεν, που όμως επαναλαμβάνεται ίσως λίγο περισσότερο από ό,τι θα έπρεπε. Το συγκεκριμένο puzzle αποτελεί μία αρκετά έξυπνη ιδέα, που εξυπηρετεί τη γενικότερη φιλοσοφία του παιχνιδιού σε μεγάλο βαθμό, ιδίως όσον αφορά την ψευδαίσθηση πως προσπαθούμε να αλλάξουμε τον κώδικα του Pony Island.

Η πρόκληση των puzzles βρίσκεται σε καλό επίπεδο, δίχως να φτάνει σε σημείο να εκνευρίζει τον παίκτη. Ένα αρνητικό, βέβαια, βρίσκεται πίσω από την ολική επανάληψη του μοτίβου τους, που όσο και αν προσφέρει παραλλαγές δεν παύει να παραμένει ολόιδιο από την αρχή έως το τέλος. Μικρό το κακό βέβαια, καθώς όπως είπαμε η αρκετά μικρή διάρκεια του παιχνιδιού σημαίνει πως όταν φτάσει σε σημείο να κουράζει, ουσιαστικά βρίσκεται προς το τέλος του. Το έτερο gameplay κομμάτι του Pony Island αφορά, τι άλλο, το χειρισμό των πόνι. Πώς θα μπορούσαν άλλωστε να λείπουν τα πόνι, δεδομένου ότι το αρχικό παιχνίδι υποτίθεται ότι περιστρέφεται γύρω από τις χαρούμενες βόλτες τους στην εξοχή, δίχως bugs και -πολύ περισσότερο- δίχως την παρουσία του Οξαποδώ.
Τα επίπεδα όπου τα χειριζόμαστε βρίσκονται εκεί περισσότερο ως ένα αστείο, αν μπορούμε να το πούμε έτσι, μέσω ενός εντελώς απλοϊκού μοντέλου χειρισμού, όπως θα περιμέναμε να το δούμε στην εποχή των arcades των 80s. Η σταδιακή βελτίωση των δυνάμεων των πόνι δένει απόλυτα με τη φιλοσοφία του παιχνιδιού και ο χειρισμός τους τελικά έρχεται ως ένα αναπάντεχο όπλο προς την αντιμετώπιση του ύστατου κακού που έχει κυριεύσει την “καμπίνα”.

Δεν χρειάζεται να πούμε πολλά περισσότερα για ένα παιχνίδι όπου οι χάρες του κρύβονται γύρω από τις συνεχείς εκπλήξεις έπειτα από το πρώτο πάτημα του “New Game”. Το Pony Island αποτελεί μία ιδιαίτερη indie δημιουργία, που κερδίζει πολλούς πόντους (και την υψηλή μας βαθμολόγηση) χάρη στην πρωτότυπη ιδέα του Mullins, ο οποίος επέλεξε να παραδώσει ένα παιχνίδι που ξεχωρίζει αβίαστα από την πληθώρα των ρετρό indies.
Μπορεί η διάρκειά του να είναι μικρή, αλλά το αντίτιμο των μόλις πέντε ευρώ είναι τελικά τίμιο για το παρανοϊκό, σουρεαλιστικό και ιδίως πρωτότυπο ταξίδι που προσφέρει στην κόλαση των arcades. Όπως και στο Undertale έτσι και εδώ η κεντρική ιδέα του Pony Island αποτελεί μία έξυπνη σύλληψη, που καταφέρνει να εξυψωθεί και όχι να υποβιβαστεί από την άκρως ελιτιστική χρήση της μηχανής γραφικών. Εάν θέλετε να πάρετε μία γεύση του τι θα μπορούσε να σημαίνει μία ψηφιακή κόλαση ενός οκτάμπιτου παιχνιδιού, πλησιάστε άφοβα (;).
Διαβάστε επίσης