
Oxenfree
Interactive storytelling στα καλύτερά του.
Interactive storytelling στα καλύτερά του.
Μπορεί η Telltale να είναι αυτή που το έφερε στη μόδα, αλλά το interactive movie υπό-είδος των adventures έχει πλέον πάρει φωτιά και ολοένα και περισσότερα studios δοκιμάζουν την τύχη τους. Είτε αυτό γίνεται μέσω ακριβών παραγωγών -όπως το Until Dawn και το Life is Strange- είτε μέσω μικρότερων, όπως το επερχόμενο Whispered World 2 και το Dreamfall Chapters, η επιρροή που έχει ασκήσει η συγκεκριμένη εταιρία στο είδος είναι πλέον αδιαμφισβήτητη. Είναι λοιπόν επόμενο οι υπάλληλοί της να έχουν γίνει ανάρπαστοι και να γίνεται μάχη για την απόκτησή τους, όπως και επόμενο είναι αρκετοί από αυτούς να ρισκάρουν και να επιχειρούν να φτιάξουν ένα παιχνίδι μόνοι τους. Κάποιες φορές το αποτέλεσμα δεν τους δικαιώνει, γιατί το παρατραβάνε (όπως στο Firewatch). Κάποιες άλλες φορές, όμως, καταφέρνουν να δημιουργήσουν κάτι πολύ ιδιαίτερο που τους κάνει να ξεχωρίζουν από την μάζα. Το Oxenfree είναι μια τέτοια περίπτωση.
Η ιστορία του θα μπορούσατε να πείτε πως ξεκινάει με μια ατμόσφαιρα Beverly Hills και Dawson’s Creek. Μια παρέα φίλων επιστρέφει στο μικρό νησάκι στο οποίο γεννήθηκαν, με στόχο να κάνουν ένα ωραίο πάρτυ στην παραλία, δίπλα από τις μυστηριώδεις σπηλιές του νησιού. Όλα κυλάνε γλυκά και μελαγχολικά και για αρκετή ώρα θα σας παρασύρει η χαλαρή διάθεση της παρέας αλλά και η θλίψη για ορισμένες προστριβές και προβλήματα του παρελθόντος τους. Κάποια στιγμή, όμως, πολύ απλά και οργανικά, όλα τα αλλάζουν. Το νησί θα είναι διαφορετικό, οι φίλοι σας θα συμπεριφέρονται περίεργα και συχνά δε θα θυμούνται πράγματα τα οποία συζητήσατε πριν λίγα λεπτά. Και θα αρχίσουν να συμβαίνουν μυστήρια πράγματα, που δεν μπορούν να εξηγηθούν από τη λογική ή την επιστήμη. Με την κατάσταση να γίνεται ολοένα και χειρότερη, το χρόνο σας να τελειώνει και το άγχος να ανεβαίνει κατακόρυφα, θα μπορέσετε να συγκρατήσετε τις σκέψεις σας και να σώσετε τον εαυτό και την παρέα σας;

Δεν θέλουμε να πούμε λέξη παραπάνω για το σενάριο, καθώς όλη η μαγεία του τίτλου κρύβεται πίσω από αυτό. Όμως, θα πρέπει να παραδεχθούμε πως το πρώτο μισό του παιχνιδιού έχει ένα από τα καλύτερα δείγματα γραφής και ροής που έχουμε δει σε παιχνίδι. Έχει μια τρομερή μαγεία στον τρόπο που μεταμορφώνεται από μια γαλήνια ιστορία σε ένα ψυχολογικό θρίλερ, έναν τόσο μαεστρικά σχεδιασμένο ρυθμό που πραγματικά είναι σχεδόν αδύνατον να σταματήσετε να παίζετε. Με τον κόσμο τριγύρω σας να αλλάζει, τα όρια του χωροχρόνου να διαλύονται στα χέρια σας και το μυστήριο του νησιού να γίνεται ολοένα και βαθύτερο, η εξέλιξη θα σας οδηγήσει στο να βρίσκεστε σε τρομερή ένταση, με άγχος αλλά και μια έντονα φορτισμένη ψυχική διάθεση.
Σε αυτό βοηθάει η άλλη γνωστή παρακαταθήκη από την Telltale, οι πολύ καλές συνομιλίες και οι χαρακτήρες. Και εδώ, οι δημιουργοί πετυχαίνουν ένα εξαιρετικό αποτέλεσμα, το οποίο μάλιστα καταφέρνει να ξεφύγει από τους στερεοτυπικούς, εφηβικούς ρόλους, που ούτε το Life is Strange κατάφερε να ξεπεράσει. Οι τέσσερις βασικοί χαρακτήρες της ιστορίας μιλούν τόσο φυσικά και ομαλά, που πολύ σύντομα νιώθετε και εσείς μέλος της παρέας τους. Βασικό συνθετικό της μαγείας αυτής είναι η επιλογή που έγινε ώστε οι συζητήσεις να εξελίσσονται παντελώς οργανικά. Οι χαρακτήρες μιλάνε συνέχεια, είτε κάθεστε είτε προχωράτε, και εσείς μπορείτε να μπείτε στη συζήτηση, να την αγνοήσετε ή να αλλάξετε τη ροή της σε πραγματικό χρόνο. Ναι, δεν είναι το πρώτο παιχνίδι που δίνει περιορισμένο χρόνο για μια απάντηση, αλλά μάλλον είναι το πρώτο το οποίο το κάνει τόσο οργανικά.

Επίσης, μεγάλο ατού αποτελεί το γεγονός ότι ενώ υπάρχουν διαφορετικά endings (που μπορούν να τελειώσουν την ιστορία πολύ καλά ή πολύ άσχημα), το παιχνίδι ουδέποτε θα το φωνάξει με karma points, “he will remember that”, “κόκκινο ή μπλε” κλπ. Το μόνο που δείχνει είναι αν κάτι που είπες, έκανε έναν από τους άλλους χαρακτήρες να σε συμπαθήσει, και ακόμα και αυτό το κάνει τόσο διακριτικά, που σχεδόν δεν το προσέχετε. Και φυσικά, το ίδιο διακριτικά θα αλλάξουν οι συζητήσεις σας με αυτούς και θα χτιστεί σιγά-σιγά το πλαίσιο για το δικό σας τέλος. Τόσο απλά και λιτά, που το τέλος σας θα είναι φυσικό επακόλουθο όλου του παιχνιδιού και όχι 2-3 συγκεκριμένων στιγμών.
Τώρα, στα του gameplay, θυμίζουμε πως έχουμε να κάνουμε με ένα interactive movie στυλ παιχνιδιού, οπότε μην περιμένετε ιδιαίτερο βάθος σε gameplay. Στο μεγαλύτερο μέρος του τίτλου θα εξερευνείτε το νησί, κάνοντας ένα βασικό platforming και λύνοντας κάποιους απλούς γρίφους με τη βοήθεια ενός ραδιοφώνου. Η ιδέα πίσω από τη χρήση του ραδιοφώνου είναι αρκετά έξυπνη και δένει πολύ καλά με το δεύτερο μυστήριο πίσω από το νησί, όπως και με τις έξτρα πληροφορίες που μπορείτε να βρείτε σε όλο το νησί. Από την άλλη, όμως, η χρήση του μετά από ένα σημείο γίνεται υπερβολική και προς το τέλος αρχίζει να κουράζει. Και αυτό είναι το μόνο μας παράπονο με το παιχνίδι: το γεγονός πως όλα δείχνουν να τραβάνε λίγο παραπάνω απ’ ό,τι θα έπρεπε, με αποτέλεσμα να “ξεχειλώνει”. Έτσι, όταν πλέον έχετε δει όλο το νησί και πηγαίνετε ξανά στα ίδια μέρη, γνωρίζοντας περίπου το τι συμβαίνει και γιατί, το πέπλο μυστηρίου πέφτει και οι τελευταίες δύο ώρες είναι κάπως διαδικαστικές, χωρίς βέβαια να σημαίνει πως δεν είναι καλογραμμένες. Απλά, αν μαζευόταν λίγο και είχε μια ωρίτσα λιγότερη, θα μιλούσαμε για αριστούργημα.

Εκεί που το Oxenfree είναι αριστούργημα, όμως, είναι σίγουρα στο voice acting. Είπαμε πιο πάνω πως η γραφή, το σύστημα συζήτησης και η ροή σε κάνουν να νιώθεις μέλος της παρέας, αλλά τίποτα από αυτά δε θα ήταν εφικτό δίχως ένα εξαίσιο voice acting. Η δουλειά που έχει γίνει σε αυτό τον τομέα αγγίζει τα ανώτερα επίπεδα επαγγελματισμού και φέρνει στη ζωή ορισμένους από τους πιο φυσικούς και ρεαλιστικούς χαρακτήρες του gaming. Βέβαια, αυτός ο ρεαλισμός χάνεται ολίγον τι άδικα, όταν οι δημιουργοί κοτσάρουν με φωτογραφίες το πώς δείχνουν οι χαρακτήρες. Το zoom στις φωτογραφίες αυτές τους κάνει να δείχνουν σαν cartoon από το Nickelodeon και χάνουν τη βαρύτητα που είχαν χτίσει πριν. Ένα πιο ρεαλιστικό σχέδιο θα τους ταίριαζε γάντι και ας έμεναν έτσι, πιο χαλαρά στυλιζαρισμένοι στο gameplay.
Για τα υπόλοιπα γραφικά του παιχνιδιού, τα screenshots μάλλον αδυνατούν να περιγράψουν τη ζωντάνια του κόσμου. Εκ πρώτης όψης δείχνει υπερβολικά απλός και θολός, και εκ δεύτερης σίγουρα δεν ειναι κάτι το τρομερό ή εντυπωσιακό. Έχει όμως μια γλυκιά μελαγχολία στο σχέδιό του, που δύσκολα περιγράφεται. Είναι σα να επισκέπτεστε τον αγαπημένο σας καλοκαιρινό τουριστικό προορισμό, το χειμώνα. Ένα όμορφο μέρος, που στο φως του ήλιου δείχνει μαγικό, αλλά στο μισοσκόταδο δείχνει μουντό και στενάχωρο.
Το Oxenfree, λοιπόν, είναι ένα μικρό διαμαντάκι, το οποίο ήρθε από το πουθενά και με το δικό του, ιδιαίτερο τρόπο, κατάφερε να κερδίσει μία ξεχωριστή θέση στα παιχνίδια του 2016. Είναι ένας τίτλος που λίγοι θα σκεφτούν να δουν, επειδή δεν έχει τα εντυπωσιακά γραφικά ή την προώθηση μιας μεγάλης εταιρίας. Εκεί, όμως, που το hype πιάνει πάτο σε άλλα παιχνίδια ή που μένουν απλά με μια έξυπνη ιδέα δίχως σωστή υλοποίηση, το Oxenfree κάνει οχταράκια και ελιγμούς ανάμεσά τους και αφήνει αρκετό από τον ανταγωνισμό του στη σκόνη. Έχει τα προβλήματά του, σίγουρα, δείγμα της απειρίας μιας νεοσύστατης ομάδας, αλλά το επίπεδο που προσφέρει στην αφήγηση είναι παράδειγμα προς μίμηση για όλη τη βιομηχανία.
Διαβάστε επίσης



