
Deponia Doomsday
Η αναπάντεχη επιστροφή του Rufus.
Η αναπάντεχη επιστροφή του Rufus.
Το ότι θα βλέπαμε νέο Deponia μάλλον δεν το περίμενε κανένας. Η ιστορία, που είχε ήδη ξεχειλώσει λίγο για να γίνει τριλογία, είχε πλέον κλείσει με ένα ευρηματικό τέλος στο Goodbye Deponia και όλοι περιμέναμε πως η Daedalic θα προχωρούσε παρακάτω, προς νέα παιχνίδια και IPs. Όμως, αυτή η περίεργη ησυχία μετά την Ε3 γύρω από τα πολυαναμενόμενα “The Devil’s Men” και “Whispered World 2”, είχε ανησυχήσει λιγάκι το κοινό της και είχε εγείρει ερωτήσεις γύρω από την κατάσταση της εταιρίας. Φαίνεται, όμως, πως οι Γερμανοί έκρυβαν πολύ καλά τον άσσο στο μανίκι τους.
Έτσι, όταν μόλις πριν λίγες εβδομάδες ανακοινώθηκε ένα sequel για την πιο επιτυχημένη σειρά της εταιρίας, το franchise Deponia, οι απανταχού adventurers έπεσαν από το κενό! Μα πως; Πού το έκρυβαν; Είναι δυνατόν να συνεχίσει; Και πώς στο καλό θα κυκλοφορήσει έτσι γρήγορα, σε λίγες μόλις ημέρες; Ήταν ένα ομολογουμένως πανέξυπνο marketing trick, το οποίο έφερε το παιχνίδι στα λαμπρά φώτα της δημοσιότητας ακριβώς πριν την κυκλοφορία του! Βέβαια, καλά όλα αυτά, αλλά εν τέλει, αξίζει το παιχνίδι ή πέσαμε θύματα ενός PR πυροτεχνήματος; Χμμ… αξίζει μεν, αλλά…

Παίρνοντας τα πράγματα με τη σειρά, ας ξεκαθαρίσουμε πως το Deponia Doomsday είναι στην ουσία reboot της σειράς. Τα γεγονότα που ζήσατε στα προηγούμενα παιχνίδια είτε δεν συνέβησαν ή έγιναν σε κάποια άλλη διάσταση. Ως εκ τούτου, ξεκινάτε ξανά σχεδόν από το μηδέν, με τον Rufus να νομίζει πως όλα όσα έγιναν είναι όνειρο. Για να περιπλέξουν οι δημιουργοί ακόμα περισσότερο την κατάσταση, το Deponia Doomsday παίρνει μαθήματα από το Day of the Tentacle και πετάει μέσα στο μείγμα διάφορα ταξίδια στο χρόνο. Από τη μία αυτά τα κολπάκια έχουν αρκετό χιούμορ και θα καταφέρετε να δείτε πολλούς παλιούς αλλά και νέους χαρακτήρες, σε διάφορες φάσεις της ζωής τους.
Από την άλλη όμως, το τελικό αποτέλεσμα είναι κάπως απλοϊκό, αφήνοντας το πεδίο ανοιχτό για ακόμα περισσότερα Deponia. Ο κόσμος αυτός, όμως, έχει αρχίσει λίγο να ξεχειλώνει για να λέμε την αλήθεια. Ναι, θα δείτε πολύ νέο υλικό και backstory και είναι ενδιαφέρον να δούμε επιτέλους καλά την πόλη Elysium και τους κατοίκους της. Όταν αυτό όμως γίνεται “πετώντας στα σκουπίδια” τα άλλα τρία παιχνίδια, η λύση του reboot “φωνάζει” κυρίως λύση με γνώμονα το οικονομικό κέρδος. Εκεί που νιώθετε περισσότερο το ξεχείλωμα είναι στους χαρακτήρες και στην πλήρη στασιμότητά τους. Όχι πως είδαμε μεγάλες εξελίξεις στη πρώτη τριλογία, αλλά το να βλέπεις ξανά τον Rufus να είναι ένα εγωιστικό κάθαρμα και την Goal να έχει χάσει την εξέλιξή της ως άτομο, ε, είναι κάπως περίεργο.

Στα του τεχνικού τομέα μάλλον δε χρειάζεται να σταθούμε και πολύ. Η Daedalic πλέον έχει γίνει συνώνυμο στο λεξικό του Μπαμπινιώτη δίπλα από τη φράση «φαντασμαγορικά 2D γραφικά» και για άλλη μια φορά το αποδεικνύει. Πανέμορφα backgrounds με τρομερή λεπτομέρεια που θυμίζουν δουλειές Lucas Arts και Don Rosa, δένουν αρμονικά με τα πανέμορφα και παλαβά 2D μοντέλα δεκάδων παλιών και νέων χαρακτήρων και χτίζουν από τα συντρίμια το μαγικό σκουπιδότοπο της Deponia. Εξίσου ωραίος είναι και ο ηχητικός τομέας. Από τον άστεγο βάρδο που, κλασικά, τραγουδάει τα μοναδικά του κάφρικα κομμάτια, μέχρι τις μελωδίες που θυμίζουν Leisure Suit Larry 7, υπάρχει μια ομαλή πλεύση σε όλο το παιχνίδι. Ευχάριστη και τεράστια έκπληξη αποτελεί η παρουσία του David Hayter (γνωστού ως “Snake” από τη σειρά Metal Gear Solid) στο ρόλο του «γερασμένου» Rufus! Σχεδόν περιμέναμε να δούμε stealth kills μέσα στο παιχνίδι, αλλά ευτυχώς η Daedelic δεν προέβηκε σε τέτοιο έγκλημα!
Αυτό βέβαια δε σημαίνει πως δεν έκανε ορισμένες άλλες ατασθαλίες μοντερνισμού, που δυστυχώς δεν της βγήκαν και πολύ. Η μία από αυτές είναι η εισαγωγή αρκετών mini-games, που απλά δεν είχαν κάποιο ιδιαίτερο λόγο ύπαρξης. Είναι απλοϊκά, εύκολα και δε προσθέτουν κάτι ιδιαίτερο στο gameplay. Η άλλη “καινοτομία”, η οποία μπορεί να γίνει και ενοχλητική, είναι η προσθήκη αρκετών στιγμών που έχουν quick time στοιχεία. Όχι του τύπου “πάτα Χ, Ψ, πάνω, δεξιά, Ψ”, αλλά του τύπου “πάτα γρήγορα πολλές φορές το left click και μόλις μία μπάρα γεμίσει, κάνε κάτι”. Αν δε προλάβεις, δε χάνεις αλλά απλά πρέπει να ξαναπατήσεις 20 click και να προσπαθήσεις. Ε, όχι, καλά και χρυσά είναι ορισμένα QTEs, αλλά αυτά που είδαμε στο Doomsday είναι τα πιο ανούσια που υπάρχουν, και όταν μάλιστα καλείσαι να τα εκτελέσεις με mouse, η πιθανότητα να ακούτε “click click” στον ύπνο σας είναι μεγάλη!

Στα υπόλοιπα στοιχεία του gameplay τώρα, το Deponia Doomsday είναι ακριβώς όπως θα περιμένατε από ένα Deponia. Παραδοσιακό adventure τρίτου προσώπου, με μια πληθώρα από inventory puzzles, αρκετούς γρίφους και πολλές ομιλίες και συζητήσεις. Το στοιχείο των ταξιδιών στο χρόνο προσφέρει τη δυνατότητα για ορισμένους αρκετά έξυπνους γρίφους, που φρεσκάρουν λίγο την παλαβομάρα της σειράς, αλλά γενικά, το παράλογο της υπόθεσης παραμένει για πολλούς από αυτούς και θα χρειαστεί αρκετό trial & error. Ευτυχώς, σε αντίθεση με τα προηγούμενα Deponia, το Doomsday είναι αρκετά πιο περιορισμένο στην κάθε περιοχή που μεταβαίνει, μειώνοντας σε μεγάλο βαθμό το backtracking και, έτσι, ακόμα και οι παράλογοι γρίφοι θα μπορέσουν να λυθούν πιο γρήγορα σε σχέση με ό,τι χρειαζόταν στα προηγούμενα παιχνίδια.
Και βλέποντάς το σφαιρικά, ως παιχνίδι είναι καλύτερο του τρίτου, παρά τις περίεργες mini-game και “click click” προσθήκες. Έχει πιο έξυπνο σενάριο, μεγαλύτερο κόσμο, πιο πολλούς χαρακτήρες, καλύτερο χιούμορ και καλύτερη ποιότητα παραγωγής. Σαν το 4ο Deponia στη σειρά, όμως, στέκεται κάπως «λίγο». Από τη μία είναι ένα fan service για τους οπαδούς και από την άλλη πετάει εκτός ότι αυτοί οι fans έζησαν ως τώρα. Είναι μια περίεργη επιστροφή, που έχει τις διασκεδαστικές στιγμές της, αλλά και τα παράλογά της.
Διαβάστε επίσης


