
Homefront: The Revolution
Η θυελλώδης πορεία ανάπτυξης άφησε ανεξίτηλα σημάδια...
Φυσικά δε θα γινόταν open world σχεδιασμός χωρίς χάρτη γεμάτο με εικονίδια. Ευτυχώς, τα περισσότερα από τα collectibles, αν και πάμπολλα, δεν είναι αναγκαίο να συλλεχθούν, καθώς απαιτούνται πολύ λιγότερα από όσα υπάρχουν προκειμένου να ξεκλειδωθούν διάφορα bonuses. Κάθε επιμέρους γειτονιά μπορεί να απελευθερωθεί, ολοκληρώνοντας κάποιο απλοϊκό objective, όπου η Dambuster προσπαθεί με νύχια και με δόντια να τα διαφοροποιήσει. Σε μία μάλλον απρόσμενη τροπή, τα περισσότερα από αυτά τα σημεία απελευθέρωσης έχουν να κάνουν με παρατηρητικότητα και parkour. Αν και σε καμία περίπτωση δεν έχει το βάθος ή τη χάρη των Mirror’s Edge και Dying Light, το parkour στο Revolution είναι λειτουργικό. Η ολοκλήρωση των objectives που αφορούν το σκαρφάλωμα είναι συνήθως ευχάριστη, προσφέροντας λύσεις που απαιτούν έστω και την ελάχιστη σκέψη, σε αντίθεση με την απλή παρακολούθηση μίας waypoint γραμμης, οδηγώντας σε ορισμένα αρκετά ευχάριστα διαλείμματα από τη δράση.
Σας προβληματίζει η τελευταία πρόταση; Με το δίκιο σας. Η δράση του Revolution πάσχει και αυτή από το σύνδρομο του Dr Jekyll και Mr Hyde, αν και εδώ ο Mr Hyde μάλλον έχει λίγο μεγαλύτερο ρόλο. Καταρχάς, ας γνωρίσουμε τον κύριο Jekyll. Τα όπλα έχουν πολύ καλή αίσθηση και αποδίδουν την ισχύ τους άπταιστα χάρη στα ηχηρά εφέ, την καλοσχεδιασμένη ανάκρουση αλλά και τα αρκετά πειστικά animations των εχθρών όταν τους γαζώνουμε. Η παραμετροποίηση βρίσκεται σε –απλά- ικανοποιητικά επίπεδα, επιτρέποντας αυτοστιγμή να αλλάξουμε ορισμένα κομμάτια του κάθε όπλου, όπως τη διόπτρα ή την κάνη, σε ένα μοντέλο περιεργασίας που είναι δανεισμένο καρμπόν από τα Crysis.

Θα θέλαμε μεγαλύτερη ποικιλία είναι η αλήθεια, αλλά ως έχει το οπλοστάσιο εκπληρώνει το σκοπό του παρουσιάζοντας το αρχετυπικό όπλο από κάθε κατηγορία (πιστόλι, πολυβόλο κ.λπ.). Ωραία ιδέα αποτελεί η ολική μετατροπή των περισσότερων όπλων σε διαφορετικές εκφάνσεις τους, μέσα από ένα όμορφο animation, όπως η αλλαγή όλου του μηχανισμού του sniper που το μετατρέπει σε βομβιδοβόλο. Ας περάσουμε στον Mr Hyde, ο οποίος έρχεται και δε λέει να φύγει. Μπορεί η αίσθηση των όπλων να είναι πολύ καλή, αλλά δυστυχώς δεν αργεί να καταστραφεί από δύο σημαντικούς γολγοθάδες: την Α.Ι. και τον τεχνικό τομέα. Η Α.Ι. είναι από τα πλέον άσχημα παραδείγματα αυτής της γενιάς. Η καλύτερη και πειστικότερη συμπεριφορά που θα δούμε είναι αυτή της κάλυψης των εχθρών, οι οποίοι όμως τις περισσότερες φορές δείχνουν να μοιράζονται DNA με τα lemmings, καθώς έχουν το θανατηφόρο συνήθειο να τρέχουν κατά πάνω μας όσο καλά καλυμμένοι κι αν είμαστε.
Σε αρκετά σημεία απλά περιμέναμε σε μία γωνία, ώστε να εξοντώσουμε έναν έναν βολικά τους εχθρούς, με την αποτελεσματικότατη καραμπίνα (παρεπιπτόντως, κάθε FPS που καταφέρνει να έχει απολαυστική καραμπίνα, αξίζει τα εύσημα, και εδώ έχουμε μία από αυτές τις περιπτώσεις!). Το δεύτερο αρνητικό και το πιο καταστρεπτικό για την εμπειρία αφορά στην ομαλότητα του παιχνιδιού. Σε γενικές γραμμές το frame rate είναι σταθερό, όμως το σταθερό μεταφράζεται σε μία ανανέωση καρέ που δείχνει σαν να είναι κολλημένη στα 20 ή 15 frames το δευτερόλεπτο (τουλάχιστον στην έκδοση του PS4 όπου έγινε η δοκιμή). Σε όλη τη διάρκεια της ενασχόλησής μας, το Revolution αποδίδει μία σχεδόν “σπαστή” απεικόνιση, μία κατάσταση που –φυσικά- δημιουργεί προβλήματα στη δράση, ιδίως όταν χρειάζονται γρήγορες κινήσεις και σημάδι ακριβείας. Το απαράδεκτο frame rate δεν αργεί να κουράσει το μάτι, σε σημείο που να ωθεί στην αποφυγή της δράσης.

Ως μέλος της Αντίστασης, βέβαια, το stealth αποτελεί μία, θεωρητικά, εναλλακτική προσέγγιση, αλλά ας πούμε ότι η δομή των επιπέδων και η διάταξη των εχθρών λειτουργούν ανασταλτικά σε αυτόν το μηχανισμό. Επιστρέφοντας στα της δράσης, στην προσπάθειά της για αληθοφάνεια η Dambuster έδειξε περίσσειο ζήλο στο θέμα της ενέργειας του χαρακτήρα μας, ο οποίος μπορεί να εξοντωθεί με μία ριπή. Δεδομένου ότι ο μηχανισμός αναζωογώνησης λείπει ολοκληρωτικά, τα γιατρικά –μπορούμε να έχουμε μέχρι εφτά με ανάλογο upgrade- αποτελούν τη μόνη σωτηρία μας. Το πρόβλημα με αυτόν τον, ας τον πούμε, ρεαλισμό, είναι πως το παιχνίδι δεν είναι στημένο για τέτοια μονοπάτια. Η μεγάλη τρωτότητα του πρωταγωνιστή περισσότερο εκνευρίζει παρά δημιουργεί ένταση ιδίως όταν οι εχθροί ενδέχεται να εμφανιστούν ως διά μαγείας στα νώτα μας.
Εκτός του κυρίως campaign το Homefront: The Revolution διαθέτει και multiplayer mode, τo οποίo όμως δεν προσφέρει σχεδόν κανένα ενδιαφέρον. Το co-op mode για μέχρι και τέσσερις παίκτες δεν ισχύει για το κυρίως παιχνίδι, αλλά μόνο για συγκεκριμένες, ξεχωριστές αποστολές. Και ενώ ως ιδέα αποτελεί μια καλοδεχούμενη προσθήκη, το γεγονός πως λειτουργεί μόνο σε ορισμένες αποστολές, που συνολικά προσφέρουν μικρή διάρκεια, ενώ ταυτόχρονα είναι τρομερά δύσκολο να βρεις online συμπαίκτες, αποτελεί, εν τέλει, μια χαμένη ευκαιρία.

Φτάνοντας προς το τέλος της κριτικής μας θα πρέπει να αναφέρουμε για άλλη μία φορά πως το Homefront: The Revolution είναι δυστυχώς αποτέλεσμα μίας ομάδας που θέλησε να προσφέρει ένα αρτιότατο FPS, όμως οι αλλεπάλληλες ατυχίες με τους publishers δημιούργησε ρήγματα, που δεν μπορούσαν πλέον να διορθωθούν. Οι cutscenes αποδίδονται μεν ωραία και δίχως κουραστικές προπαγανδιστικές υπερβολές, όμως το σενάριο δεν παύει να είναι τετριμμένο και ο πρωταγωνιστής κουραστικά αμίλητος. Η Φιλαδέλφεια προσφέρει ικανοποιητική ποικιλία σε διαφορετικές γειτονιές, αλλά το περιοριστικό εύρος των περιοχών δημιουργεί ασφυκτικά περιβάλλοντα. Η αίσθηση των όπλων είναι ωραία, αλλά η κακή Α.Ι. και η υποτιθέμενη αληθοφάνεια της χαμηλότατης ενέργειας δεν μας αφήνει να την ευχαριστηθούμε.
Σε αυτήν την παλάτζα, που ήδη γέρνει επικίνδυνα προς την αρνητική πλευρά, έρχεται και προστίθεται το απελπιστικό frame rate ρίχνοντας το μοιραίο βάρος του. Εν κατακλείδι, το Homefront: The Revolution δεν είναι τίποτα περισσότερο από έναν τίτλο που στην καλύτερη περίπτωση θα θυμόμαστε για την ταραχώδη περίοδο ανάπτυξής του.
Το review βασίστηκε στην PS4 έκδοση του παιχνιδιού.
Διαβάστε επίσης – Προσθέστε παιχνίδια στη βιβλιοθήκη σας.



