
Mirror’s Edge: Catalyst
Run – Jump – Fly.
Εκεί που έχει γίνει ζημιά, είναι σε ορισμένα main missions που έχουν πάρα πολύ αυστηρούς, ενοχλητικούς ή και εκνευριστικούς περιορισμούς. Όταν, για παράδειγμα, το παιχνίδι σε κλειδώνει σε μια περιοχή όπου πρέπει να σκοτώσεις όλους τους εχθρούς, και αυτοί σκάνε μπουλούκι και με μπόλικο respawn, θα εκνευριστείτε. Και εκεί είναι που το melee combat αυτοκαταστρέφεται, γιατί, απλά, δεν έχετε αρκετό ή το σωστό χώρο για να τρέξετε. Όταν το παιχνίδι δίνει ένα πολύ δύσκολο objective κάτω από έναν σκληροπυρηνικό timer ή όταν θυμάται τα παλιά και δίνει ένα σκαρφάλωμα που κρατάει πέντε λεπτά, και αν κάνεις το παραμικρό λάθος γυρνάς στην αρχή, είναι στιγμές που το controller κινδυνεύει να φύγει προς τον τοίχο με μεγάλη ταχύτητα. Μέσα σε όλο το παιχνίδι, θα συναντήσετε περίπου δέκα τέτοια σημεία εκνευρισμού, που αν δεν υπήρχαν, σίγουρα η εμπειρία θα ήταν πολύ πιο ευχάριστη.
Όπως είπαμε όμως και στην αρχή, ένα άλλο βασικό χαρακτηριστικό που έκανε το Mirror’s Edge τόσο αγαπητό στο κοινό του, ήταν ο πρωτότυπα σχεδιασμένος, πεντακάθαρος, φωτεινός και πολύχρωμος μινιμαλιστικός τεχνικός τομέας του. Αν τον μισήσατε, καλύτερα να προσπεράσετε το Catalyst, γιατί δεν θα δείτε τίποτα παραπάνω. Αν, όμως, τον αγαπήσατε, ετοιμαστείτε για ένα πολύ μεγαλύτερο κόσμο, σχεδιασμένο με ακόμα περισσότερα κτίρια και χρώμα, ικανό να συγκινήσει κάθε καλλιτεχνικό νευρώνα του εγκεφάλου σας. Για άλλη μια φορά, τα παλικάρια της Dice κατάφεραν να δημιουργήσουν έναν τόσο “αποστειρωμένο” και γυαλιστερό κόσμο, με τόσο έντονη χρωματική παλέτα και αντιθέσεις, που το να χαζεύεις τη θέα από έναν ουρανοξύστη είναι σαν να πηγαίνεις βόλτα σε μουσείο μοντέρνας τέχνης. Υπέροχα παιχνίδια φωτισμού συνδέονται πανέμορφα με την απλή αυτή παλέτα χρωμάτων και δημιουργούν όντως την ψευδαίσθηση πως αυτή η πόλη (με το όνομα “Glass”), δε χτίστηκε από ανθρώπους αλλά από μία βιομηχανική μονάδα παραγωγής λακαρισμένου πλαστικού και γυαλιού.

Αν η πόλη του Catalyst έχει ένα ελάττωμα, αυτό είναι πως με το μέγεθός της να είναι πολύ μεγαλύτερο απ’ ό,τι στο παρελθόν, η παλέτα της κάθε περιοχής επαναλαμβάνεται συχνά και χάνει λίγη από τη μαγεία του να βλέπεις σε κάθε αποστολή κάτι διαφορετικό. Ωστόσο, όταν αλλάζεις περιοχές, η διαφορά είναι εμφανέστατη και όταν αλλάζουν οι ώρες της ημέρας η ίδια περιοχή που πριν είχατε βαρεθεί γίνεται ξαφνικά τόσο όμορφη που θέλετε να την ξαναδείτε. Αυτό που σίγουρα, όμως, δεν αλλάζει είναι το γεγονός πως η πόλη δείχνει κλινικά νεκρή. Μπορεί το animation της Faith να είναι πέρα για πέρα εξαιρετικό, αλλά οι υπόλοιποι άνθρωποι που θα συναντήσετε -πλην των εχθρών σας- στέκονται σαν αγάλματα στο μουσείο. Και είναι πολλοί λίγοι αυτοί οι άνθρωποι. Δεν γίνεται να περνάτε μέσα από μια περιοχή που είναι γεμάτη roof gardens και ρετιρέ πλουσίων, να μπαίνετε μέσα στα σπίτια τους και να μη βλέπετε ψυχή ή να μην υπάρχει έστω και το ελάχιστο στοιχείο ότι κάποιος ζει εκεί. Αυτή η νεκρική ατμόσφαιρα είναι ένα στοιχείο που σπάει αρκετά το γυαλί της open world λογικής και ζημιώνει αρκετά το παιχνίδι.
Στα του ηχητικού τομέα τώρα, με μια πιο σωστά δομημένη ιστορία ήταν επόμενο να μπουν και περισσότεροι χαρακτήρες αλλά και να ανέβει αρκετά η ποιότητα του voice acting. Οι φωνές είναι καλά ηχογραφημένες και ιδιαίτερα ταιριαστές στους χαρακτήρες, που καταφέρνουν να τους δώσουν μια παραπάνω νότα ζωντάνιας. Στο δε τμήμα της μουσικής, περιμένετε να συναντήσετε για άλλη μια φορά όμορφα και παιχνιδιάρικα synthwave κομμάτια που συνόδευαν και το αρχικό παιχνίδι. Δυστυχώς, αυτή τη φορά λείπει ένα Still Alive ή ένα νέο κομμάτι με ισχύ αντίστοιχη με αυτή του main theme, αλλά το soundtrack κάνει μια χαρά τη δουλειά του. Η συμβουλή μας; Να μπείτε στα settings του παιχνιδιού και να βάλετε τη μουσική στο max. Είναι ιδιαίτερα χαμηλά στα βασικά settings και θα χάσετε μεγάλο τμήμα της ατμόσφαιράς του τίτλου αν δεν προβείτε σε αυτή την αλλαγή.

Τι συμβαίνει λοιπόν με το Mirror’s Edge: Catalyst; Το θέμα με τον τίτλο είναι πως η Dice δείχνει να άκουσε και να βελτίωσε αυτά που ήθελαν μόνο οι fans και όχι και αυτά που ήθελαν οι υπόλοιποι. Έτσι, συνεχίζει να έχει στοιχεία που θα διώξουν ανυπόμονους παίκτες, συνεχίζει να έχει άψυχο (αν και βελτιωμένο) κόσμο και, έστω περιορισμένα, συνεχίζει να έχει ορισμένα εκνευριστικά σημεία για τα οποία αναλογίζεται κανείς πώς ξέφυγαν από το playtesting. Όμως, όπως και ο προκάτοχός του, είναι ένα παιχνίδι για ένα συγκεκριμένο κοινό.
Για ένα κοινό που μαγεύεται από το μινιμαλιστικό κόσμο του, που τον ευχαριστεί η μεγάλη ταχύτητα του παιχνιδιού και που έχει την υπομονή να επενδύσει χρόνο επάνω του έτσι ώστε όταν ο χειρισμός και η λογική του gameplay γίνει κτήμα του, η Faith θα κυλάει σαν “νεράκι” στην οθόνη. Για αυτούς τους παίκτες, το Catalyst δίνει όλα όσα αγαπήσαμε στο αρχικό παιχνίδι, βελτιωμένα, μεγαλύτερα, καλύτερα.
Το review βασίστηκε στην PS4 έκδοση του παιχνιδιού.
Διαβάστε επίσης – Προσθέστε παιχνίδια στη βιβλιοθήκη σας.


