
God Eater: Resurrection
Ένα αξιοπρεπές remaster.
Στο, γνωστό, Monster Hunter ύφος, μετά το τέλος κάθε αποστολής επιστρέφουμε στη βάση επιχειρήσεών μας, η οποία λειτουργεί ως hub, για να μιλήσουμε στους συντρόφους μας και να πάρουμε μέρος στην επόμενη αποστολή. Βέβαια, η βασικότερη λειτουργία του hub εντοπίζεται στο να χρησιμοποιήσουμε τα αντικείμενα που πρόσφατα αποκτήσαμε. Όπως γίνεται σε αυτού του είδους τα παιχνίδια, απαραίτητη προϋπόθεση για την επιβίωση και την απόκτηση της νίκης αποτελεί ο σωστός εξοπλισμός. Στο God Eater ισχύει αυτός ο κανόνας, με το να απεικονίζει λίστες του εξοπλισμού και να προβάλλει ένδειξη για το τι είναι άμεσα αναβαθμίσιμο ή όχι, ενώ υπάρχει επιλογή κατασκευής αντικειμένων που έχουμε ήδη βρει, ώστε να μη χρειαστεί να επαναλάβουμε μια αποστολή για να τα αποκτήσουμε.
Επιπλέον, υπάρχει η επιλογή δημιουργίας νέων όπλων και ασπίδων, ενώ ενδιαφέρον παρουσιάζει και η αναβάθμιση του χαρακτήρα μας, μέσω της οποίας μπορούμε να ρυθμίσουμε διαφορετικό “predator” ύφος ώστε να αποκτήσει τελείως διαφορετική συμπεριφορά στη μάχη, όπως να πραγματοποιεί συνδυασμούς επιθέσεων ή να έχει μεγαλύτερη ευκινησία. Αντίστοιχες τροποποιήσεις υπάρχουν και για τους συντρόφους μας. Ανάλογα με τις συμμέτοχες τους στη μάχη, αποκτούν AP, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την εκμάθηση διάφορων χρήσιμων ικανοτήτων που θα διευκολύνουν τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε, όπως αύξηση αντοχής και υγείας, παγίδες, σφαίρες που βάζουν δηλητήριο στον αντίπαλο και διάφορες ανταμοιβές για εμάς μετά το τέλος της μάχης, που περιλαμβάνουν χρήματα, αντικείμενα κ.α.

Η πρόκληση σε αυτού του είδους τα παιχνίδια προκύπτει από την ικανότητα του παίκτη και τις αναβαθμίσεις που θα δημιουργήσει για να επιβιώσει. Αλλά για όσους αναζητούν συγκρίσεις με το franchise Monster Hunter και ένα σημείο αναφοράς, πρέπει να πούμε ότι ο τίτλος της Bandai Namco είναι σαφώς πιο εύκολος, γρήγορος και προσβάσιμος σε αρκετά θέματα, ωστόσο, είναι ξεκάθαρο ότι το περιεχόμενο του, η πρόκληση και το μέγεθος (σε ό,τι αφορά τη διάρκεια) δεν αντέχει σε συγκρίσεις με το βασιλιά του είδους, το Monster Hunter. Από την άλλη, η προσπάθεια της Shift αξίζει τα εύσημα, διότι αποτελει μια καλή εισαγωγή και έναν ιδανικό τρόπο εκμάθησης του genre.
Βέβαια, όπως συμβαίνει με κάθε παιχνίδι, στο God Eater υπάρχουν και αρνητικά στοιχεία, που δυστυχώς εδώ, κατά κύριο λόγο, εντοπίζονται στο online κομμάτι του τίτλου. Στα παιχνίδια αυτής της κατηγορίας, όσο καλή και αν είναι η A.I. ή η ίδια η ικανότητα του παίκτη ώστε να καταφέρνει μόνος του πρόοδο, κάποια στιγμή θα χρειαστεί να μπει στο online κομμάτι. Τα lobbies στο God Eater, όμως, τις περισσότερες φόρες είναι άδεια και υπάρχει αρκετή αναμονή ώστε να συνδεθεί κάποιος. Ένα ακόμα πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο τίτλος είναι πως, αντί να απεικονίζει σε ποιο επίπεδο δυσκολίας βρίσκεται ο κάθε παίκτης, προβάλεται το πλήθος των story missions που έχει πραγματοποιήσει ο καθένας. Αυτό δημιουργεί ένα είδος κακού matchmaking, αφού δεν είναι ξεκάθαρο σε ποιες αποστολές μπορεί να συμμετέχει κάποιος. Με αυτόν τον τρόπο παίκτες χαμηλού επιπέδου δεν μπορούν να προχωρήσουν, ενώ παίκτες που βρίσκονται ψηλά αναγκάζονται σε καθυστερήσεις και “κουβάλημα”.

Εφόσον καταφέρετε και συνδεθείτε τελικά, θα βρεθείτε στη γνωστή βάση σας, περιμένοντας τον leader να επιλέξει την αποστολή που του αντιστοιχεί. Και αφού ετοιμαστείτε, θα πέσετε επάνω σε cutscenes της ιστορίας, τα οποία είναι unskippable και ας τα έχετε ξαναδεί ενώ κάλλιστα θα μπορούσε να υπάρχει η επιλογή να μεταβαίνουμε σε μια οθόνη loadout ή να μένουμε στη βάση μέχρι να παρακολουθήσουν τις σκηνές της ιστορίας όσοι το επιθυμούν. Κλείνοντας με τα αρνητικά του τίτλου, σε αρκετές περιπτώσεις βρεθήκαμε αποσυνδεδεμένοι για αδιευκρίνιστους λόγους, ενώ ένα ακόμη πρόβλημα (όχι online φύσεως) παρατηρείται στην κάμερα του παιχνιδιού, η οποία πολλές φορές, μετά τη χρήση του lock-on, δημιουργεί σημαντικά προβλήματα στην απεικόνιση, με κτίρια να μπαίνουν μπροστά μας και “τρεμόπαιγμα” της οθόνης.
Επιστρέφοντας στα θετικά, ως “συν” θα καταχωρούσαμε τη συνεννόηση μεταξύ των παικτών, που είναι αξιοπρεπής με τη χρήση είτε του game chat είτε του party chat από τις ρυθμίσεις του PS4, ενώ το κοινό που παίζει το παιχνίδι αυτή τη στιγμή είναι, στην πλειονότητά του, ευγενικό και πρόθυμο να βοηθήσει τους νέους παίκτες να προσαρμοστούν. Ακόμη ένα θετικό στοιχείο είναι η δυνατότητα cross play και cross save μεταξύ PS4 και Vita. Εν κατακλείδι, το God Eater Resurrection, εκτός από ένα αξιοπρεπές remaster, αποτελεί έναν ιδανικό τίτλο για αυτούς που θέλουν να κάνουν μια εισαγωγή στο είδος μιας και είναι αρκετά προσβάσιμο από άποψη πρόκλησης και συστήματος αναβαθμίσεων, προσφέροντας έτσι μια πολύ καλή εμπειρία.
Το review βασίστηκε στην PS4 έκδοση του παιχνιδιού.