
Destiny: Rise of Iron
Πέρασε η SIVA... και δεν ακούμπησε.
Πέρασε η SIVA… και δεν ακούμπησε.
Όπως ήταν προγραμματισμένο, το πολυαναμενόμενο τέταρτο –και μάλλον τελευταίο- expansion του Destiny είναι πλέον γεγονός. Οι Guardians ανά το Ηλιακό Σύστημα καλούνται και πάλι να εξαλείψουν μια νέα απειλή. Αυτή τη φορά δεν πρόκειται για τις ορδές Taken του βασιλιά Oryx, ούτε για το αέναο Σκότος που «κατατρώει» το Φως του Traveller. Εδώ, η μεγάλη απειλή παίρνει τη μορφή της SIVA, μιας πολύ προηγμένης μορφής αυτοαναπαραγόμενης νανοτεχνολογίας, που δημιουργήθηκε στο παρελθόν, με σκοπό να επιταχύνει την αποικιακή εξάπλωση της ανθρωπότητας στο διάστημα. Φυσικά, η συγκεκριμένη τεχνολογία στα λάθος χέρια μπορεί να έχει κατακλυσμικές συνέπειες… Μπορείτε να φανταστείτε πολύ εύκολα τη συνέχεια.
Λίγο πιο αναλυτικά, στην εποχή πριν από την άνοδο του θεσμού των Guardians που γνωρίζουμε τώρα, προστάτες της ανθρωπότητας μετά την Πτώση ήταν οι Σιδερένιοι Άρχοντες και Λύκοι (Iron Lords και Iron Wolves). Εκείνοι, με την αγνή πρόθεση να φέρουν μια νέα «Χρυσή Εποχή», θέλησαν να χρησιμοποιήσουν τη δύναμη της SIVA. Δυστυχώς όμως, δεν πήγαν όλα βάσει σχεδίου και σχεδόν όλοι οι Iron Lords και οι μαθητευόμενοί τους έχασαν τις ζωές στους στα Plaguelands και αυτοθυσιάστηκαν για να κρατήσουν τον επικίνδυνο τεχνο-ιό σφραγισμένο για πάντα, με μόνους επιζώντες τον Lord Saladin και τη Lady Efrideet. Ερχόμενοι στην υπόθεση του εν λόγω expansion -αρκετά χρόνια μετά από τα προαναφερθέντα και ένα έτος μετά τα γεγονότα του The Taken King– o Lord Saladin διαπιστώνει ότι η SIVA έχει ανακαλυφθεί από τους Fallen που κυκλοφορούν στο Cosmodrome της Ρωσίας και έχουν ήδη αρχίσει να τη χρησιμοποιούν προς το όφελός τους με σκοπό να γίνουν «θεοί». Οι Guardians πρέπει να βοηθήσουν στην καταστολή των «εξελιγμένων» Fallen και να καταστρέψουν τη SIVA μια και καλή, ενώ στο τέλος να γίνουν οι ίδιοι πλέον Iron Lords. Απλή και βασική η πλοκή, γνώριμη, προβλέψιμη και χωρίς πολυπλοκότητες.

«Αυτό ήταν όλο;». Ιδού η πρώτη σκέψη μετά την ολοκλήρωση των μόλις πέντε κύριων αποστολών της βασικής ιστορίας, οι οποίες, solo, θα διαρκέσουν το πολύ δύο ώρες και ακόμη λιγότερο για παίκτες που είχαν ήδη φτάσει το light cap των 335 πριν ξεκινήσουν το expansion. H διάρκεια είναι παρόμοια με εκείνη των δύο πρώτων πακέτων επέκτασης και ούτε κατά διάνοια δεν φτάνει το questline του The Taken King. Οι αποστολές όμως -αν και μικρές- δεν είναι διόλου βαρετές, αντιθέτως προσφέρουν στιγμές ασταμάτητης δράσης με μπόλικη πρόκληση. Το level design παραμένει σταθερά πολύ καλό και το gameplay εξαιρετικό, ενώ τα ελαφρώς βελτιωμένα και πιο λεπτομερή γραφικά προσθέτουν στην όλη εμπειρία.
Δυστυχώς, όμως, το γεγονός ότι το campaign υστερεί σε διάρκεια, δεν βοηθά καθόλου στο να αναδειχτούν λίγο περισσότερο αυτά τα θετικά στοιχεία. Ένα τέτοιο παράδειγμα, που έρχεται σε αντίθεση με αυτό, είναι η τελευταία αποστολή. Εκεί είναι που πραγματικά συνδυάστηκαν σωστά και έλαμψαν όλα τα καλά κομμάτια που συνθέτουν το Destiny. H αποστολή αυτή ήταν σαφώς μεγαλύτερης διάρκειας, και η δομή της παρέπεμπε πιο πολύ σε εκείνη των co-op Strikes. Από την αρχή ως το τέλος της, οι Guardians τοποθετούνται στα «μολυσμένα» έγκατα των Plaguelands, όπου κυριαρχούν απειλητικοί σκούροι κόκκινοι χρωματισμοί και επιβλητικές γεωμετρικές κατασκευές, που ενδεχομένως θα προκαλέσουν το δέος του παίκτη, ενώ κλιμακώνεται η ιστορία και λήγει με ένα αρκετά αξιομνημόνευτο και ξεχωριστό boss fight.

Η ιστορία αποσκοπεί στο να είναι πιο επική σε ύφος, με ακόμη περισσότερα στοιχεία epic fantasy ενσωματωμένα στο sci-fi, και, ομολογουμένως, ο συνδυασμός τους είναι πολύ ελκυστικός. Η Bungie, όμως, συνεχίζει να υποκύπτει στο ίδιο λάθος της κακής παρουσίασης ενός lore που έχει μεν τη δυνατότητα να εμπλουτιστεί, αλλά δεν παρουσιάζεται με καθόλου σωστό τρόπο. Άλλωστε, πώς γίνεται να ενδιαφερθεί κανείς στα σοβαρά με μόλις 90 λεπτά story missions και 9 λεπτά cinematic cutscenes, όπου δεν προστίθεται τίποτα περισσότερο από αυτά που είδαμε στα trailer; Με λίγα λόγια, η ιστορία του Rise of Iron ήταν πολλά υποσχόμενη και δεν τις έφτασαν αυτές οι λιγοστές αποστολές στο να ξεδιπλωθεί. Πριν καταφέρει να εξάψει το όποιο ενδιαφέρον, η ιστορία λήγει απότομα από την μια αποστολή στην άλλη, χωρίς να προλάβει ο παίκτης καν να κατανοήσει το μέγεθος της απειλής της SIVA για κάθε έμβιο ον, ούτε να συνειδητοποιήσει το γεγονός ότι έγινε ο ίδιος Iron Lord. Στα μόνα σημεία αυτού του expansion, που φαίνεται το πόσο έχει επηρεάσει η ταχύτατη εξάπλωση της επικίνδυνης νανοτεχνολογίας, είναι στη νέα περιοχή που προστέθηκε, καθώς και σε ορισμένους εχθρούς.
«Welcome to the Plaguelands, we got shanks n’ dregs !» Εμ… Εννοούμε «Splicer Shanks» και «Splicer Dregs». Όπως είναι φανερό, το Rise of Iron δεν εισάγει νέους εχθρούς, αλλά κάνει ένα re-skin των γνωστών Fallen, οι οποίοι πλέον αποκαλούνται splicers, καθώς έχουν ενσωματώσει τη νανοτεχνολογία SIVA στα σώματά τους, η οποία έχει αλλοιώσει τα χαρακτηριστικά και τις δυνάμεις τους. Στην αρχή θα φανούν ως κάτι όντως καινούριο, όμως μετά την πέμπτη επίσκεψή σας στα Plaguelands και τον 1000ο Fallen Splicer που θα σκοτώσετε, θα συνειδητοποιήσετε ότι σκοτώνετε απλούς Fallen με καινούρια «φορεσιά». Εν ολίγοις, τους λείπει η απόκοσμη αύρα των Taken (αν και αποτελούσαν και εκείνοι ένα απλό re-skin).

Όσον αφορά τo θέμα της περιοχής, έχουμε μια επιστροφή σε γνώριμα «λημέρια». Οι Guardians επιστρέφουν στο Ρωσικό Cosmodrome, σε μια ολοκαίνουρια ξεκλειδωμένη γωνιά του χάρτη. Πρόκειται για ένα μυστήριο, σκοτεινό και χιονισμένο τοπίο, «ρημαγμένο» από τους Fallen Splicers και τα «πλοκάμια» της SIVA. Σε έκταση δεν είναι πολύ μεγάλη, αλλά δίνει την αίσθηση ότι είναι, διότι έχει πολλά σημεία καλά κρυμμένα, τα οποία οδηγούν από το ένα μέρος στο άλλο, με αποτέλεσμα να χάνεις εύκολα το δρόμο σου μέχρι να τα μάθεις. Ορόσημα αποτελούν, κυρίως, το πέρασμα που σε οδηγεί μέσα από ένα τεράστιο πλοίο tanker, τα «ρυάκια» λιωμένου μετάλλου κοντά στο Archon’s Forge και, φυσικά, η τεράστια κατασκευή που μοιάζει με γιγάντιο Servitor και τυγχάνει να είναι και η πύλη στο ξεκίνημα του Raid.
Θα μπορούσε κανείς να εκλάβει ως αρνητικό το γεγονός ότι το Rise of Iron δεν μας παρέδωσε μια εντελώς νέα περιοχή, αλλά λαμβάνοντας υπόψη τα άλλα αρνητικά του συγκεκριμένου expansion, αυτό δεν είναι και τόσο άσχημο. Αυτό που πραγματικά όμως «σπάει» κάθε immersion, είναι το ότι κάποιες μικρές περιοχές των Plaguelands συμπίπτουν κυριολεκτικά με τις περιοχές του κανονικού Cosmodrome και καταντά κάπως αστείο να διαλέγεις να επισκεφτείς και τις δύο για patrol, τη μια μετά την άλλη.