Virginia

Παιχνίδι που βλέπεται ή ταινία που παίζεται;


Δυστυχώς, ακόμη κι αυτό το υπεραπλουστευμένο gameplay δεν δουλεύει σωστά, καθώς η κίνηση του κέρσορα είναι υπερβολικά απότομη και υπάρχει έντονο motion blur που ενοχλεί το μάτι στην κίνηση. Αυτά δεν αποτελούν σημαντικό πρόβλημα, αλλά όταν υπάρχει μόνο μία  λειτουργία και αυτή δεν δουλεύει σωστά, όπως και να το κάνουμε, χτυπάει άσχημα. Ταυτόχρονα, όμως, εδώ εμφανίζεται και η σπουδαιότερη καινοτομία της  Variable State, ο τρόπος δηλαδή που επιλέγει να αγκαλιάσει τις κινηματογραφικές νόρμες εντελώς απενοχοποιημένα και πλήρως επιτυχημένα. Στο Virginia ο παίκτης δεν χρειάζεται να περιφέρεται σε ατελείωτες αποστάσεις για να προσποιηθεί εξερεύνηση, αλλά μεταπηδά με στιγμιαίο κινηματογραφικό μοντάζ από το διάδρομο ενός γραφείου στις σκάλες και μετά σε ένα άλλο δωμάτιο.

Δεν χρειάζεται να ψάχνει κάθε γωνία του χώρου για να επεξεργαστεί το κάθε άχρηστο αντικείμενο για να προσθέσει ανούσια διαδραστικότητα και διάρκεια (μπορεί, αν θέλει, χωρίς όμως να επηρεάζει κάτι). Δεν χρειάζεται να ψάχνει τι θα κάνει και να σπάει το ρυθμό, γιατί τα πλάνα και το εύρος της κάμερας τον οδηγούν πάντα με τον τρόπο τους να πάει εκεί που πρέπει και να κάνει αυτό που χρειάζεται για την ομαλή ροή της ιστορίας. Στο Virginia δεν παίζεις ένα παιχνίδι, ούτε παρακολουθείς ένα έργο, αλλά στην ουσία, είναι σα να διασχίζεις μία ταινία.

Virginia screen 04

Αυτή η επιλογή αφήγησης, σε συνδυασμό με το χαρακτήρα ονείρου της συνολικής ατμόσφαιρας, όπου τη μία στιγμή μας βάζει πίσω από τα μάτια της πρωταγωνίστριας, και κάποιες άλλες μας βγάζει από το σώμα της σαν παρατηρητές των χαρακτήρων, δουλεύει εξαιρετικά. Και αυτό είναι και το σημείο που οφείλουμε να βγάλουμε το καπέλο στη Variable State. Στην επιλογή της να τολμήσει κάτι καινοτόμο σε μία κατηγορία που είχε αρχίσει να κουράζει είναι η αλήθεια -αυτή του interactive drama. Ακόμη κι αν ανατρέξουμε στις εποχές του βωβού κινηματογράφου, θα δούμε ότι οι τότε πρωταγωνιστές κατάφερναν να πουν πράγματα μέσα από χαρισματικούς στην κίνηση και έκφραση ανθρώπους, όπως οι Baster Keaton, Jacques Tati, Pierre Etaix κ.α. Πόσο δύσκολο είναι άραγε να το καταφέρεις αυτό μέσα από ψηφιακούς χαρακτήρες και μάλιστα μιας indie παραγωγής;

Εδώ, συνδυάζοντας δύο ξεχωριστά μέσα, χρησιμοποιώντας το περιβάλλον, τον ήχο και την εικόνα, καταφέρνουν να φτιάξουν ένα παιχνίδι που μιλάει τη γλώσσα του σινεμά και μάλιστα, αρκετά επιτυχημένα. Μπορεί να επαφίεται περισσότερο από ό,τι θα έπρεπε στις επιρροές του, δεν παύει όμως να είναι μια τολμηρή και πρωτότυπη προσπάθεια, με εξαιρετική αφήγηση, καθηλωτική ατμόσφαιρα και μια ιστορία που έχει πράγματα να πει. Αρκεί ο παίκτης να θέλει να τα ανακαλύψει και να αφήσει τον εαυτό του να ακολουθήσει την ιδιαίτερη ροή του, ξεχνώντας τις βασικές αρχές του gaming. Κάποια παιχνίδια μάς ζητούν να εξολοθρεύουμε ορδές αντιπάλων, ενώ αλλά να πηδάμε εμπόδια ή να λύνουμε γρίφους, το Virginia μάς ζητάει απλά να παίξουμε την ταινία του. Ή να δούμε το παιχνίδι του, όπως το πάρει ο καθένας.

Το review βασίστηκε στην PS4 έκδοση του παιχνιδιού.


Λάμπρος Δημακόπουλος
Λάμπρος Δημακόπουλος

Κάποια στιγμή στο μέλλον το μνήμα του Λάμπρου θα γράφει: Καλό παλικάρι αλλά χαράμισε τη ζωή του. Και θα είναι, εν μέρει, αλήθεια. Videogames, comics, μουσική, ταινίες, σειρές, βιβλία και ευρύτερη ποπ κουλτούρα. Αμετανόητος και περήφανος χομπίστας που σκοπεύει να συνεχίσει έτσι την ζωή του για όσο τον βγάλει.

Άρθρα: 77

Υποβολή απάντησης