


«Δεν τα φτιάχνουν όπως κάποτε» και άλλες ιστορίες γεροντογκρίνιας.
«Δεν τα φτιάχνουν όπως κάποτε» και άλλες ιστορίες γεροντογκρίνιας.
Δεν υπάρχει λόγος να ξαναλέμε το πόσο δειλές είναι σε αυτή τη γενιά (ποια γενιά;) οι μεγάλες εταιρείες σε ό,τι αφορά τα νέα παιχνίδια και τις πρωτοπόρες προσπάθειες. Αποδείχθηκαν αρκούντως γενναίες στο να δοκιμάζουν στο πειραματόζωο-καταναλωτικό κοινό νέες τακτικές οικονομικής αφαίμαξης, αρκούντως γενναίες στο να εφευρίσκουν τρόπους ώστε ακόμα και η τιμή των $60-70 να εξασφαλίζει μόνο τη vanilla έκδοση ενός παιχνιδιού, αλλά στον τομέα των καινούργιων προσπαθειών, “μηδέν εις το πηλίκιο” που έλεγε και παλιά γραφική φιγούρα του πολιτικού μας συστήματος.
Όταν, λοιπόν, όλη η ενέργεια και η στρατηγική των εταιρειών καταναλώνεται στο να πλασάρονται νέα μοντέλα, που με τα λιγότερα χρήματα σε επένδυση θα αποδίδουν μεγαλύτερα κέρδη, ο χώρος για καινούργια παιχνίδια, νέες ιδέες και πρωτότυπες προτάσεις εξαφανίζεται και καταλήγουμε σε δειλά βήματα, που αν τύχει και δεχτούν και ένα κύμα αρνητικής κριτικής (όλοι κατάφεραν να αντιπαθήσουν το Recore, αλλά τα κατ’ ευφημισμόν παιχνίδια, που το μόνο που κάνουν είναι να ανοίγουν ένα μικρομάγαζο στο σαλόνι μας, δεν τα αγγίζει κανείς, οπότε πληρώστε άλλα 60 έουρος για να έχετε το πλήρες πακέτο, διότι σε τρεις βδομάδες, με την αρχική έκδοση, άλλα θα παίζετε εσείς και άλλα οι φίλοι σας) εξαφανίζονται δια παντός.

Η λύση; Οι συνέχειες των καθιερωμένων σειρών, που σίγουρα συνεχίζουν να ασκούν τεράστια έλξη και γοητεία στο φιλοθεάμον κοινό, όσο κι αν έχουν αλλάξει τα γούστα και οι συνήθειες. Κι εδώ έχουμε ένα μικρό πρόβλημα. Το μόνο ίσως, αλλά το τόσο σημαντικό: Oι συνέχειες των παιχνιδιών δεν είναι αυθύπαρκτες οντότητες. Έχουν μέτρο σύγκρισης και, καλώς ή κακώς, καλούνται να σταθούν απέναντι σε προηγούμενα παιχνίδια που ήδη έχουν γράψει τη δική τους ιστορία. Όχι ότι δεν υπάρχουν οι περιπτώσεις που οι συνέχειες μεγάλων σειρών δεν τα πάνε περίφημα. Και ειρήσθω εν παρόδω, κανείς δε θα σας πει ότι το Gears of War 4 είναι κακό ή ανάξιο της βαριάς παράδοσης που καλείται να συνεχίσει. Αλλά όταν ξεκινάει η νέα εποχή του παιχνιδιού και απέναντι βρίσκονται τα τρία GoW της Epic, ε, καταλαβαίνει κανείς ότι η δουλειά της Coalition είναι δύσκολη. Πολύ δύσκολη.
Πώς φρεσκάρεις ένα παιχνίδι; Πώς ξαναεστιάζεις το ενδιαφέρον των παικτών σε ένα σύμπαν που έδωσε ό,τι είχε να δώσει από settings, από δράση, από ιστορία και κλισέ χαρακτήρες; Το αλλάζεις πολύ; Λίγο; Το σοβαρεύεις; Το ξανα-ανακαλύπτεις; Οι επιλογές της Coalition στο GoW4 δεν είναι τελείως ξεκάθαρες. Οι νέες ιδέες δε φαίνεται να πατούν πολύ γερά στα πόδια τους, αν και υπάρχουν στιγμές προς το τέλος του παιχνιδιού, που φαίνεται ότι οι προοπτικές υπήρχαν. Αρχικά, η αίσθηση είναι ότι το παιχνίδι θέλει να προσφέρει νέα πράγματα αλλά τελικά αυτά είτε κρίνονται αδύναμα σα στοιχεία του παιχνιδιού είτε υπερισχύει η εύκολη λύση των παραδοσιακών συνταγών. Στο τέλος, η γεύση που αφήνει το GoW 4 είναι γλυκόπικρη, αφού οι δυνατότητες σίγουρα υπάρχουν, αλλά τα περισσότερα νέα στοιχεία πάνε άκλαφτα.

Η επιλογή του χρόνου από μόνη της δε λέει πολλά πράγματα. Ναι, θέλουμε να δούμε τον Sera χρόνια μετά τον πόλεμο με τους Locusts και τους Lambent. Θέλουμε να δούμε πώς έδρασε το Imulsion Couuntermeasure (εκείνο το απίθανο ενεργειακό κύμα, που έστειλε αδιάβαστους όλους τους Lambent σε όλον τον πλανήτη). Αλλά το παιχνίδι δεν κοπιάζει αρκετά ώστε να αναδείξει λεπτομέρειες και να μας βάλει σε αυτόν τον κόσμο. Οι ιστορίες μένουν μισοειπωμένες και πολλά πράγματα δεν εξηγούνται ή μένουν έωλα μέχρι το τέλος του παιχνιδιού.
Στο Sera, 25 χρόνια μετά τον πόλεμο, η Coalition of Ordered Governments έχει εσωκλείσει τον εναπομείναντα πληθυσμό σε κλειστές και οχυρωμένες πόλεις (settlements), που κατασκευάζονται αυτόματα από ένα ωραίο και μαγικό πραγματάκι, τον Fabricator. Robots και mechs αναλαβάνουν να χτίζουν τα Settlements από μέσα προς τα έξω, με περίσσιο βάρος στις οχυρώσεις και στην άμυνα, ώστε όταν οι κάτοικοι εγκατασταθούν να είναι απολύτως ασφαλείς από νέους, άγνωστους κινδύνους, καθώς και από τα Windflares, που είναι ένα καιρικό φαινόμενο σαν ηλεκτρομαγνητική καταιγίδα, απόρροια του Imulsion Countermeasure.

H τύχη των ηρώων των πρώτων Gears of War δεν είναι ξεκάθαρη, αλλά αυτό που ξέρουμε σίγουρα, είναι ότι το COG ασκεί εξουσία με έναν μάλλον απολυταρχικό τρόπο, κάτι που οδηγεί ένα κομμάτι του πληθυσμού του Sera να ζει εκτός των Settlements ως outsiders. Oι Outsiders επιδίδονται σε επιδρομές στα υπό κατασκευή νέα settlements και σε πλιάτσικο των πόρων τους. Η απάντηση του COG είναι ήπια -απ’ όσο αντιλαμβανόμαστε (γιατί;)- καθώς δε μιλάμε για ανοικτό πόλεμο, αλλά για συλλήψεις και χαλαρά τιμωρητικά μέτρα. Εν ολίγοις, στο πολύ χαλαρό τη βγάζουν οι Outsiders. Και προφανώς γι αυτό το λόγο, ο υπολοχαγός JD Fenix, γιος του «συνταξιούχου» Marcus, μαζί με τον κολλητό τους, αυτομολούν και πηγαίνουν να ζήσουν την περιπέτεια με τους outsiders. Τα υπόλοιπα να τα εξηγήσετε μόνοι σας.
Το COG δεν απαντά στις επιδρομές με κανονικό στρατό. Προφανώς το ανθρώπινο δυναμικό δεν επαρκεί. Αντ’ αυτού διαθέτει έναν άλλο στρατό από robot και mechs. Κι επειδή στα πρώτα κεφάλαια του campaign του Gears of War 4, η νέα απειλή, το Swarm, δεν είναι ακόμα παρόν, τα robots και τα mechs είναι οι αντίπαλοι της παρέας των outsiders, που μαζί με τον JD Fenix (ο πρωταγωνιστής) επιχειρούν να κάνουν πλιάτσικο σε ακόμα ένα settlement.