HTC Vive – Video#1
Οι πρώτες εντυπώσεις από το VR headset της HTC.
Οι πρώτες εντυπώσεις από το VR headset της HTC.
To GameOver γέμισε με ανυπομονησία. Όταν εμφανίζεται hardware ικανό να αλλάξει τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε/ αισθανόμαστε τα videogames, γεγονός αραιό και σπάνιο ακόμα και για τη σύγχρονη εποχή που η τεχνολογία καλπάζει, μας προκαλείται μια λαχτάρα και ένα γαργαλητό στο στομάχι. Ξέρετε, αυτή η παιδική ανυπομονησία, που τελικά, όσο και να μεγαλώνουμε, δε λέει να κοπάσει. Στο μυαλό μας το VR είναι μια επανάσταση ανάλογη με αυτή της εφαρμογής των τρισδιάστατων γραφικών ή -πηγαίνοντας πιο μακριά- της μαζικής παραγωγής των Home Consoles και μια μικρότερη αυτή της φορητότητας. Αν το καλοσκεφτείτε, τα υπέροχα γραφικά που απολαμβάνουμε την τελευταία δεκαετία και ο τρόπος που έχουμε μάθει να παίζουμε τα παιχνίδια μας (είτε σε κονσόλα είτε σε pc), είναι εξέλιξη των δύο αυτό επαναστάσεων είκοσι και τριάντα χρόνια αντίστοιχα πίσω.
Το 480p, που έγινε 720p, που έγινε Full HD, που έγινε 4Κ, που θα γίνει 8Κ σύντομα, άλλαξε μεν το οπτικό αποτέλεσμα, αλλά οι βασικές αρχές από πίσω είναι πάνω κάτω ίδιες. Είναι ένας τρόπος gaming που φτάνει σιγά σιγά στο ζενίθ του (από τεχνολογικής άποψης) και θα παραμείνει και τα επόμενα χρόνια η κυρίαρχη μορφή διοχέτευσης μεγάλων τίτλων στο κοινό. Εδώ όμως έχουμε κάτι φρέσκο, δυναμικό, διαφορετικό, που πιθανότατα θα αλλάξει του όρους του «παιχνιδιού» (pun intended) και τη θεώρησή μας για το πως αντιλαμβανόμαστε, συλλήβδην, το gaming.

Λέμε για το gaming γιατί αυτό μας ενδιαφέρει σε πρώτη φάση, χωρίς να υπολογίζουμε τις άλλες «επαναστάσεις» που μπορεί να φέρει το VR σε τομείς όπως η εκπαίδευση, η multimedia διασκέδαση, η ιατρική κ.ο.κ Όπως σε κάθε θαρραλέο βήμα της βιομηχανίας, που έχει σκοπό να μετατρέψει την εμπειρία σε κάτι διαφορετικό και όχι να «μπασταρδέψει» (συγγνώμη για την έκφραση) ένα μοντέλο που δούλευε καλά, το υποδεχόμαστε με επιείκεια, με σωστή νοοτροπία, με συνείδηση πως θα πληρώσουμε αρκετά παραπάνω για κάτι που βρίσκεται ακόμα στα «σπάργανα». Είναι αδιαμφησβήτητα ακριβό χόμπι (με entry cost για το Vive τα 2000 ευρώ τουλάχιστον), αλλά είναι κάτι που, εξαιτίας της καινοτομίας του, μόνο αν το δοκιμάσετε, θα αποφασίσετε αν αξίζει ή όχι μια τέτοια επένδυση.
Επιμένουμε στη λέξη “εμπειρία”, γιατί ως τέτοια πρέπει να κρίνεται και, ως γνωστόν, μια εμπειρία που ενεργοποιεί ποικιλοτρόπως το αισθητικό σύστημα, δύσκολα μεταφέρεται στο χαρτί και ακόμα πιο δύσκολα κοστολογείται. Ένα παιχνίδι συμπτώσεων επιτάχυνε την έλευση του Vive στα χέρια μας, το οποίο σημειωτέον δεν έχει κυκλοφορήσει στην Ελλάδα ακόμα, και με μια σειρά Videos και κειμένων θα προσπαθήσουμε να σας μεταφέρουμε τις εντυπώσεις μας από τις πρώτες επαφές με το συνεργατικό τεχνούργημα της HTC με τη Valve corp. Να κουβεντιάσουμε και να εκφράσουμε τι εικοτολογίες μας αναφορικά με το VR gaming και το μέλλον του. Να τονίσουμε τα πολλά προβλήματα που υπάρχουν ακόμα και να χαιρετίσουμε τη νέα εποχή στο gaming.

Εντελώς εγκυκλοπαιδικά να αναφέρουμε πως το Vive -τη δεδομένη στιγμή- είναι αντικειμενικά το ισχυρότερο και πιο πλήρες VR headset της αγοράς, με κύριο χαρακτηριστικό τη δυνατότητα να ορίζουμε το χώρο παιχνιδιού μας (και να κινούμαστε ελεύθερα σε αυτόν) από 5-20 (κλέβοντας λίγο και με βάση την αρχή πως όσο μεγαλύτερα τόσο καλύτερα) τετραγωνικά μέτρα, τη «συγκινητικά» πιστή απόκριση των Vive controllers και του motion tracking, τα 90 HZ maximum ρυθμού ανανέωσης και την 1080×1200 ανάλυση ανά οθόνη/ μάτι (2160×1200 συνολικά). Η ύπαρξη μπροστινής κάμερας στο headset επιτρέπει στον παίκτη να αποφεύγει τις κακοτοπιές (ξέρετε, κομοδίνα, γωνίτσες που χτυπάει το μικρό δαχτυλάκι του ποδιού, την οθόνη του υπολογιστή), περιχαρακώνοντας με ένα διακριτικό πλέγμα τη ζώνη ασφάλειας (με δυνατότητα ολογραφικής απεικόνισης του δωματίου μέσω του chaperone mode για ακόμη μεγαλύτερη πιστότητα), ενώ ο συνδυασμός των, περίπου, 110 μοιρών (ονομαστική) του field of view μαζί με τα 1200 της ανάλυσης δίνουν ένα ψηλότερο και ευρύτερο ελαφρώς οπτικό πεδίο.
Για την ακριβή «τριγωνομέτρηση» της θέσης του headset/ παίκτη και την οριοθέτηση της play area, το Vive εκμεταλλεύεται τους 70 σένσορες (του headset και των controllers) με τα διάφορα μαγνητόμετρα, αξελερόμετρα κα γυροσκόπια (που υπάρχουν ήδη στο headset) σε συνδυασμό με τους σταθμούς-βάσεις Lighthouses που «βομβαρδίζουν» το χώρο με υπέρυθρο φως και δεσμίδες laser, θυμίζοντας κατά κάποιο τρόπο τη μέθοδο που χρησιμοποιούν οι ναυτικοί για να προσανατολισθούν με τη βοήθεια των φάρων (εξ ου και το όνομα “lighthouses”). Για να τρέξουν τα παιχνίδια απροβλημάτιστα στο Vive, πρέπει να είστε κάτοχος ενός μηχανήματος με έναν επεξεργαστή I5 4590 ή ΑΜD 8350, 8 GB RAM και μιας κάρτας γραφικών 960 ή 480, δύο θυρών HDMI (ή μίας και μιας Display Port), ώστε να επιτύχετε τα 90 fps (έστω και στα χαμηλότερα settings γραφικών), που είναι απαραίτητα για την ομαλή και με τη λιγότερη δυνατή motion sickness εμπειρία (βασικά, αν δε θέλετε να βγάλετε τα άντερά σας…).
Το τρένο του VR σφύριξε και επιβιβαζόμαστε γεμάτοι χαρά και ανυπομονησία!!