

Σπίτι μου, σπιτάκι μου.
Σπίτι μου, σπιτάκι μου.
Ξέρω ότι θα ακουστεί σαν αυτά που συζητάμε μεταξύ μας οι gamers με χαμηλή φωνή γιατί αν μας ακούσει κανείς εκτός του inner circle, θα κουνήσει υποτιμητικά και με οίκτο το κεφάλι, θεωρώντας μας αλλοπαρμένους και φαντασιόπληκτους (και μετά θα πάει να πάρει το νουμεράκι του για τον γκισέ της υπηρεσίας, θα βριστεί στο φανάρι με έναν άλλο οδηγό και γυρίζοντας στο σπίτι θα κάνει και έναν τηλεμαραθώνιο δελτίου ειδήσεων και reality talent show). Αλλά ας το παραδεχτούμε. Πόσες φορές (κάποιοι θα πείτε δεκάδες και εκατοντάδες και θα αρχίσω να αγχώνομαι) δεν είδατε ένα μέρος σε ένα παιχνίδι, μία περιοχή, μία γειτονιά από μία φανταστική πόλη, ένα λιβάδι, ένα χωριό, μια πλαγιά και μια βουνοκορφή, μία σύγχρονη πόλη ή ένα φουτουριστικό αρχιτεκτονικό οργασμό και δε φανταστήκατε τον εαυτό σας κάπου εκεί, ανάμεσα στο πλήθος ή σε άλλες αραγμένο, ατενίζοντας και εισπνέοντας αχόρταγα την απέραντη μοναξιά μίας ερημικής αλλά πανέμορφης περιοχής;
Και πόσες φορές είδατε μία αποτυπωμένη πραγματικότητα τόσο ζοφερή και ανοίκεια, τόσο εχθρική και αφιλόξενη, που δε θα μπορούσατε ποτέ να φανταστείτε τον εαυτό σας κάπου εκεί; Σημάδι ότι οι δημιουργοί μάλλον πέτυχαν εξαιρετικά να περάσουν στο παιχνίδι αυτό που ήθελαν να δημιουργήσουν ως ατμόσφαιρα για το συγκεκριμένο κόσμο. Σε κάθε περίπτωση, μέρη, τοποθεσίες και settings από παιχνίδια που βασίζονται σε ταινίες, βιβλία κλπ δε θα αναφερθούν. Γνωρίζω καλά ότι πολλοί θα θέλαν μία τρύπα κάπου στο Hobbiton με θέα τη λιμνούλα και τα ανθόσπαρτα χωράφια, άλλοι φαντασιώνονται ένα suburban σπίτι στο Springfield με γκαράζ και μεγάλα παράθυρα στο δεύτερο όροφο (και ίσως ένα δεντρόσπιτο), αλλά αυτά ανήκουν πρωτίστως στα βιβλία και στις σειρές ή ταινίες που τα καθιέρωσαν, ακόμα κι αν εκ περιτροπής βρεθήκαμε να ερωτοτροπούμε διαδραστικά μαζί τους σε κάποια games (αν και δε μπορώ να διανοηθώ ότι θα φανταζόταν ο Tolkien το πόσο γλυκά θα περνούσε η Middle Earth μέσα στο Lego The Lord of the Rings!).

Για να είμαι απολύτως ειλικρινής, τα videogames έπρεπε να κάνουν ορισμένα τεχνολογικά άλματα προκειμένου να αρχίσει να δημιουργείται αυτή η περίεργη αίσθηση του παίκτη (είδατε πως απενοχοποιώ τη μουρλαμάρα μου; Το μετατρέπω σε συλλογικό το θέμα και δηλώνω σίγουρος ότι το κάνουν και χιλιάδες άλλοι) ότι σε ένα παράλληλο σύμπαν θα μπορούσε να είναι κομμάτι του κόσμου αυτού του παιχνιδιού. Εννοώ ότι είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τον εαυτό του να αράζει σε μια παραλία της Vice City χωρίς να σκεφτεί ότι τα ακροδάχτυλά του θα είναι παραλληλεπίπεδα και το αυτοκίνητό του ένας σωρός από κύβους. Από την άλλη, αυτό μπορεί να συμβαίνει μόνο σε εμένα. Μπορεί να υπάρχουν χιλιάδες εκεί έξω που να έχουν ήδη χτισμένους πιξελωτούς κόσμους στο μυαλό τους, όπου ποτίζουν της οκτάμπιτες γλάστρες τους και πίνουν τις δεκαεξάμπιτες πίνα κολάντες τους. Ο καθένας όπως τη βρίσκει, έ;
Βέβαια, αν το καλοσκεφτεί κανείς, τα adventure παιχνίδια με την αρτιστική προσέγγισή τους και τη ζωγραφική απόδοση των εικόνων τους, είναι μία πρώιμη ευκαιρία για κάποιον να κάνει ένα ταξιδάκι στους φανταστικούς τους κόσμους. Κι εδώ κάπου μπαίνουν δύο εικόνες που μετά από χρόνια είναι ακόμα δύσκολο να ξεκολλήσουν από το μυαλό. Και παρά το ότι στον αμφιβληστροειδή μας έχουν αποτυπωθεί χιλιάδες πανέμορφες εικόνες (από το γαλλικό χωριουδάκι με το εργοστάσιο παιχνιδιών του Syberia μέχρι το Kickstand Biker Bar στη μέση του πουθενά στο Full Throttle), εκείνο το όμορφο καφέ, το Café de la Chantelle Verte, σε μία ήσυχη γειτονιά του Παρισιού στο Broken Sword συνεχίζει να είναι σήμα κατατεθέν μίας περιοχής που θα μπορούσε κανείς να αράξει άνετα για πολύ πολύ καιρό.

Όλα αυτά εννοείται πριν την έκρηξη, έτσι; Δηλαδή, σκεφτείτε το, φρέσκια μπαγκέτα από το φουρνάρικο της γειτονιάς και κρουασανάκι με καφέ στο εν λόγω bistro με τη γοητεία του Παρισιού ολόγυρά μας. Βέβαια η περιοχή έχει λίγο θόρυβο, γιατί κάπου εκεί εκτελούνται έργα και πού και πού γίνεται και καμιά έκρηξη αλλά ποιος δίνει σημασία; Όπως και να το κάνουμε, Παρίσι είναι αυτό και όποτε εμφανίζεται σε games προσδίδει χαρακτήρα, αέρα και γοητεία. Εκτός ίσως από το Παρίσι του Remember Me, στο οποίο καθόλου μα καθόλου δε θα ήθελα να ζω. Ούτε στα slums και στις φτωχογειτονιές του, ούτε στις πιο κεντρικές και καθαρές περιοχές, που έχουν γεμίσει με διαφημιστικά και τον ουρανό τον κόβουν οι γιγαντιαίοι ουρανοξύστες που κάνουν τον πύργο του Άιφελ να μοιάζει διακοσμητικό μπιμπελό. Μακριά από μας.
Γενικά, ιδίως μιλώντας για τη δεκαετία του ’90, τα adventures έχουν το πάνω χέρι στο να δημιουργούν άκακες φαντασιώσεις για φιλόξενα σπιτικά, ηλιόλουστα απογεύματα στο μπαλκόνι και αγνάντεμα της θέας, αφού η αποτύπωση στην οθόνη ήταν εκείνα τα χρόνια τουλάχιστον πιο άμεση από ένα παιχνίδι της πρώιμης 3D εποχής, που τρομάζει κανείς να ξεχωρίσει το χαρακτήρα μέσα στο περιβάλλον από τα artifacts και τα pixels. To The Longest Journey αυτό το πέτυχε στην εντέλεια. Τόσο που οι «κληρονόμοι» του δεν το κατάφεραν ούτε στο ελάχιστο. Ακόμα και η Venice στο Newport, χωμένη κάπου σε έναν παραθαλάσσιο θύλακα της τρομακτικής φουτουριστικής μεγαλούπολης μοιάζει άκρως γοητευτική και αριστοτεχνικά παρακμιακή.

Η γειτονιά της April δεν έχει καμία σχέση με τις τρώγλες που αντικρίζει η Zoe κάποια χρόνια μετά στο Dreamfall. Είναι μία αρτιστική γειτονιά, με πολιτισμό, κουλτούρα, new age μπαράκια, avant garde μουσεία και πάρκα και οργανωμένα κοινόβια. Όχι ακριβώς το στυλ μου, αλλά σκέφτομαι κάποιους νεοχίπιδες που «λιώνουν» στην ιδέα της Venice, ακόμα και ως περιχαρακωμένου προαστίου του κτηνώδους Newport. Και η αλήθεια είναι ότι η γειτονιά της April ήταν από τα πρώτα μέρη που πήρε ένα αληθοφανές σχήμα στο μυαλό μου ως gamer. Σε αντίθεση με τη Marcuria που ποτέ δε μου έκανε κλικ.
Το αντίπαλο δέος στα adventure παιχνίδια για το γράφοντα είναι το απόλυτα τρομακτικό Yaughton του Everybody has gone to Rapture. Ξέρω, ξέρω. «Μα τι όμορφο χωριουδάκι, τι πράσινα λιβάδια, τι κουκλίστικα σπίτια» σκέφτεται κάποιος. «Τι ψυχροπολεμικός Area 51 εφιάλτης!» λέω εγώ. Άσε που πραγματικά δε μπορείς να φανταστείς ούτε έναν κάτοικο σε αυτή την περιοχή που να μην είναι άνω των 78. Είπαμε, αλλά όχι και μπύρες με τους συνταξιούχους από τώρα! Επιστρέφοντας σε «χουχουλιάρικα» μέρη, σε δύο σύγχρονα adventure, πρέπει να αποτυπώσω την υπέροχη εντύπωση που μου έκαναν τα settings δύο πολύ πρόσφατων τίτλων. Η Arcadia Bay στο Life is Strange (πριν τον κυκλώνα και των αντικυκλώνα βεβαίως) είναι μες την καρδιά μου. Μία ήσυχη (ξέρω, ξέρω, τα σιγανά ποτάμια να φοβάσαι) μικρή πόλη κάπου στη δυτική ακτή, με το φάρο της, το diner της, και τη Lynch-ικής αφέλειας κολεγιακή ομάδα της με τους νεαρούς με τα μπουφάν με τα μονογράμματα. Εκπληκτικό πραγματικά. Και πόσο ακόμα πιο ωραίο που το Seattle είναι κοντά! Έναν απογευματινό καφέ στο παγκάκι πάνω στο λόφο του φάρου, θα τον έπινα ευχαρίστως.

Και πολύ ευχαρίστως θα έπινα και αρκετές φραπεδιές στο φυλάκιο του Firewatch, αγναντεύοντας τα ατέλειωτα παρθένα δάση του απάτητου Wyoming. Νιρβάνα κατάσταση. Τα παλικάρια της Dontnod στη μία, και της Campo Santo στην άλλη περίπτωση, έκαναν εκπληκτική δουλειά, αποφεύγοντας το φωτορεαλισμό και επενδύοντας στο ένστικτα που κινητοποιούνται μέσα μας βλέποντας μια όμορφη ζωγραφιά. Φανταστείτε το τι διάβασμα θα μπορούσε να πέσει στο παρατηρητήριο του Firewatch τα ήσυχα καλοκαιριάτικα απογεύματα. Για να αλλάξουμε όμως ατμόσφαιρα και να πάμε πάλι σε μέρη που δε μας κάνουν να αισθανόμαστε καθόλου άνετα, πρέπει να μεταφερθούμε σε περιοχές που φαινομενικά μοιάζουν ειδυλλιακές και κατάλληλες για διαβίωση και στην πραγματικότητα είναι ένας εφιάλτης.
Πάρτε για παράδειγμα το απάλευτο Chicago του Watch_Dogs. Είπαμε, παρακολούθηση παιδιά, αλλά όχι κι έτσι. Κανένα όμορφο σπιτικό και κανένα πολυτελές διαμέρισμα σε μουράτη γειτονιά δεν ισοφαρίζει την ανάσα που νιώθεις συνεχώς στο σβέρκο σου και τη ματιά που νιώθεις συνεχώς πάνω σου. Να τη χαίρεστε τη ρυμοτομία, τα πάρκα και τους καλλιτεχνικούς ουρανοξύστες. Άσε που στην περιοχή κυκλοφορούν και κάποιοι πολλοί επικίνδυνοι οδηγοί. Και τα ίδια ακριβώς ισχύουν για την εφιαλτική και άκρως αποκρουστική ασπρίλα της City (έτσι, απλά, οργουελικά και ανώνυμα) του Mirror’s Edge. Δε μπορώ να φανταστώ τίποτα άλλο εκτός από androids που να κυκλοφορούν σε αυτό το εξιδανικευμένο και γυαλισμένο βδέλυγμα.

Ας επιστρέψουμε σε γαλήνιες και ειδυλλιακές σκηνές γιατί μπορεί να σας άγχωσα. Μία κουβέντα μόνο. Corvo Bianco. Ή, αλλιώς, «οι Πολωνοί πάνε Τοσκάνη» κι εγώ συλλαμβάνομαι αμήχανα να με φαντάζομαι έξω στο παρκάκι μπροστά από την ανακαινισμένη βίλα, από κάτω στο κελλάρι τα κρασιά να παλιώνουν και ο ήλιος να πέφτει απέναντι στα βουνά. Ή, ακόμα καλύτερα, με φαντάζομαι στο ανάκλιντρο των τελευταίων σκηνών του Blood and Wine παρέα με την Triss ή τη Yeneffer και μην κουνήσει κανείς υποκριτής το κεφάλι, λέγοντας «πάει, λάλησε αυτός», διότι θα λέει ψέματα ότι κάτι τέτοιο δε σκέφτηκε κι αυτός. Δεν το δέχομαι!
Θέλετε ακόμα καλύτερα; Kaer Morhen, στο ψηλότερο δωματιο του μισοανακαινισμένου κάστρου, του χαμένου στα βουνά κάπου στο Βορρά και –ζητώ ταπεινά συγγνώμη για το σεξισμό που αποπνέει η σκέψη αλλά φταίνε οι Πολωνοί- και η Yeneffer κάπου εκεί δίπλα (και ο μονόκερως…). Φαντάζεστε θέα που έχει το αρχαίο ορμητήριο της φρουράς των Λύκων; Και ακόμα πιο ψηλά, εκείνο το τεράστιο δωμάτιο με το μεγάλο τζάκι (και τα πολλά σκαλιά για να ανέβεις ως εκεί αφού είχε loading screen) στο Skyhold του Inquisition. Μα τι μπαλκόνι, τι θέα, τι οξυγόνο! Πάρτε βαθιές ανάσες, γεμίστε τα πνευμόνια σας με τον καθαρό και παγωμένο αέρα του καταφυγίου της Εξέτασης. Αποτοξινωθείτε από βλαβερές ουσίες και βλαβερές σκέψεις. Και κρατείστε απόθεμα γιατί θα το χρειαστείτε.

Γιατί τώρα τα πνευμόνια γεμίζουν καυσαέριο και η μύτη σήψη και δυσοσμία. Τώρα οι αεραγωγοί κλείνουν και το οπτικό πεδίο μειώνεται από την ομίχλη, την υγρασία και τη θολούρα από τα καυσαέρια. Καλώς ήρθατε σε ένα από τα πιο αποπνικτικά settings που έχει δει στο gaming. Όπου και πολυκατοικία ολόκληρη να μου χάριζαν, θα έλεγα «ευχαριστώ πολύ, δε θα πάρω». Golem City, Deus Ex Mankind Divided. Μα πού τους χώρεσαν όλους τους παρίες εκεί μέσα; Πώς τους στοίβαξαν έτσι; Τι περνούσε μέσα από το διεστραμμένο τους μυαλό; Τι μοίρα περιμένει εκεί τους Augmented; Ούτε θέα, ούτε ήλιος, ούτε αέρας, ούτε ανάσα, ούτε ελευθερία. Μία κάθετη φυλακή ιδανική να θρέφει σκλαβωμένα κουφάρια και μελλοντικούς «τρομοκράτες». Γιατί όταν τον άλλο τον πατάς στο λαιμό για χρόνια και του κόβεις την ανάσα και εκείνος αντιδρά, είναι «τρομοκράτης».
Από κοντά κατά πόσο ανυπόφορη είναι και πόσο «αληθινά» αποτυπώνεται στο μυαλό του gamer η Gas Town του Mad Max (εξαίρεση στον κανόνα «είναι από ταινία», διότι δεν υπάρχει σε καμία ταινία του MM και είναι απευθείας προϊόν της μεταβιομηχανικής, μιαρής φαντασίας των ανθρώπων της Avalanche). Εκεί να δεις καυσαέριο και μαυρίλα. Εκεί να δεις βρώμα και δυσοσμία. Και από πολύ κοντά η γειτονιά του Isaac και της Ellie στα Earthrise Apartments στη Σεληνιακή Αποικία. Ε, αν αυτό κατάφερε μέχρι το 2514 η ανθρωπότητα, δεν είναι να αναρωτιέται κανείς γιατί οι Unitologists πήραν το πάνω χέρι και καλωσόριζαν τη μεταμόρφωσή τους σε Necromorphs. Αποκρουστική πραγματικά. Ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να με κάνει κανείς να τρελαθώ είναι να με κλείσει σε ένα από εκείνα τα διαμερίσματα κουτιά. Στο πι και φι, τρέλα.

Πολύ το σκοτείνιασα. Χρειαζόμαστε φωτεινές εικόνες, χρώμα, ουρανό, φως. Χρειαζόμαστε μία πόλη, μία περιοχή που έχει όμορφα σπιτάκια, πλούσια αγορά, τρελή κίνηση και χαρούμενο χαρακτήρα. Όχι ότι θα καθόμουνα και για πολύ καιρό, αλλά μια ματιά θα ήθελα οπωσδήποτε να ρίξω. Sunset City αγαπητοί, μία πόλη-platform πίστα από την τρελό-Insomniac. Και στενοχωρημένος να είσαι, αυτή η πόλη σου φτιάχνει τη διάθεση ακόμα και γεμάτη με ζόμπι από αφρίζοντα αναψυκτικά και αυτονομημένα ρομπότ με πλούσιο οπλοστάσιο. Και για πιο αληθοφανείς καταστάσεις, που διέπονται όμως από την platform λογική του Sunset Overdrive, θα σας πάω στο –προσωπικό κόλλημα αυτό- υπέροχο Seattle του Second Son, όπου η Sucker Punch έχει κάνει παπάδες κι εγώ θα ήθελα μία καλύβα στα περίχωρα, ένα διαμερισματάκι κοντά στο Needle, ένα σπιτάκι στην εξοχή και ένα στουντιάκι στον ουρανοξυστη του Frasier (από αλλού είναι αυτό, αλλά εν πάση περιπτώσει).
Δεν ξέρω τι με πιάνει με το Seattle. Είναι το νερό, τα δάση, η μεγαλούπολη που είναι χωμένη στη φύση; Είναι το Twin Peaks, οι Queensryche; Ιδέα δεν έχω. Αλλά στο Seattle του Second Son πολύ θα ήθελα να ζω. Ώρα να το χοντρύνουμε. Silent Hill. Όποιο Silent Hill θέλετε. Όπου θέλετε. Όποτε θέλετε. Θέλετε στα αποχωρητήρια στο parking λίγο πριν την πόλη; Θέλετε στο diner με τα ραδιόφωνα που ζουρζουράνε; Θέλετε σε άλλη πόλη, στο σύμπαν των Silent Hill; Τι λέτε για εκείνο το διαμερισματάκι στο South Ashfield; Εκείνο μωρέ, με τους μυστήριους γείτονες και τις τρύπες στους τοίχους; Για πόσα θα μένατε εκεί; Για πόσα θα μένατε στο Silent Hill. Τι μυαλά θέλει για να αποτυπώσουν έναν τέτοιο εφιάλτη;

Να πάμε κάπου πιο άνετα; Εκείνο το κοιμισμένο χωριουδάκι στο Fatal Frame 2 το θυμάστε; Ωραίο μέρος ε; Φωτεινά σοκάκια, χαμογελαστοί κάτοικοι, ανοικτά σπίτια, όμορφες αυλές και γοητευτικές διαδρομές μέσα στο γειτονικό δασάκι… Τι, όχι; Κι εκείνη η Metro City του Condemned τι πράγμα είναι ρε παιδί μου; Τι στενούρα, τι κλειστοφοβία, τι μαυρίλα και μουντάδα είναι αυτή; Και επί τη ευκαιρία, πόσο μα πόσο υποτιμημένο είναι αυτό το παιχνίδι; Και λίγο πριν αναρριχηθούμε στο φως, ένα τελευταίο τεστ των νεύρων και της ικανότητας της φαντασίας μας. Μία τελευταία δοκιμασία του φανταστικού μας εαυτού να προσαρμόζεται σε πραγματικότητες και να γίνεται κομμάτι των υπέροχα εφιαλτικών κόσμων των παιχνιδιών που αγαπάμε.
Yharnam. O τρόμος παραφυλάει στα στενά. Τα τέρατα τριγυρνούν και το κυνήγι έχει αρχίσει. Εσύ πίσω από ποια πόρτα βρίσκεσαι; Πίσω από πιο αναμμένο φανάρι είναι το σπιτικό σου; Πόσο ασφαλής νιώθεις; Μέσα στο σκοτάδι, πού θα βρεις καταφύγιο; Στην κλινική της Iosefka ή στο παρεκκλήσι του Odeon; Yharnam. Η πόλη μια παγίδα. Οι κάτοικοι μισότρελλοι ή φοβισμένοι. Άλλοι, στα πρόθυρα της Μεταμόρφωσης. Τα περίχωρα, ακόμα χειρότερα. Θάνατος, σήψη και παράνοια. Μοναδικό καταφύγιο το Εγκαταλελειμμένο Παλιό Εργαστήριο, που ακόμα και μέσα στη μαυρίλα της Yharnam προσφέρει ελάχιστες στιγμές γαλήνης. Αλλά εκείνη η σπασμένη κούκλα κάτι μας θυμίζει και μας ανησυχεί.

Τέλος, City 17. Βρείτε μου ένα λόγο, έναν, για να μένει κανείς εκεί. Ίσως ό,τι πιο εφιαλτικό μπορώ να φέρω στο μυαλό μου, που να προσομοιάζει τη δική μας πραγματικότητα και να θυμίζει κάτι κοντινό στο δικό μας χωροχρόνο. Σφαλιστά παράθυρα, καταθλιπτικές πολυκατοικίες, σφραγισμένες πόρτες, και λογιών λογιών μυστήρια και περίεργα πλάσματα-διασταυρώσεις σάρκας και μηχανικών στρεβλώσεων. Δεν είναι τυχαίο το ότι πουθενά στον κόσμο του Half Life δεν νιώθει κανείς άνετα. Πόσο μάλλον μέσα στην ίδια τη City 17. Ούτε βίλλα με πισίνα εκεί. Και τώρα ξεφυσήστε. Η φοβέρα και η μαυρίλα τελείωσαν. Ώρα για κάποιες τελευταίες ευχάριστες σκέψεις που αποτελούν και την αποκορύφωση των αγαπημένων φανταστικών μας ταξιδιών.
Πρώτα το Bright Falls από το Alan Wake. Αφήστε στην άκρη τους Taken και φανταστείτε την ψαράδικη κωμόπολη, τη Bird Leg Cabin, το Sanctuary στο λόφο και την ειδυλλιακή διαδρομή προς το Lover’s Peak δίχως την παραμορφωτική παρουσία της Σκοτεινιάς. Πραγματικά αριστούργημα. Θα μου πείτε ότι η Σκοτεινιά είναι αναπόσπαστο κομμάτι του Bright Falls (αλλιώς δε θα λεγόταν και Bright Falls, έτσι;). Ναι, αλλά ας μη ξεχνάμε ότι όλα είναι στο μυαλό του Thomas Zane. Και όσο αυτός είναι έγκλειστος στο Cauldron Lake Lodge υπό την επίβλεψη του Dr Hartman, εμείς πρέπει να αισθανόμαστε ασφαλείς.

Και τέλος, ας κάνουμε ένα ταξίδι σε έναν μακρινό πλανήτη, που μοιάζει με τη Γη αλλά όχι τόσο ώστε να μπορεί να υποστηρίξει την ύπαρξη μεγάλων πόλεων και μεγάλων πληθυσμών. Έτσι, ο πλανήτης μένει ως επί το πλείστον ακατοίκητος και έρημος πέρα από ορισμένες μεγάλες μονάδες terraforming και εγκαταστάσεις επιστημόνων για γεωλογικά πειράματα. Και σε μία από τις ερήμους του Intai’sei, υπάρχει ένα σπίτι με το Mako παρκαρισμένο από έξω. Είναι το απάγκιό μας για μετά το πέρας κάθε επικίνδυνης αποστολής που ολοκληρώνουμε. Και έχει όλα όσα χρειαζόμαστε για ένα ήσυχο απόγευμα παρέα με καλή μουσική, ένα δροσιστικό ρόφημα και ένα από τα ομορφότερα ηλιοβασιλέματα του Γαλαξία.
Θα έκλεινα έτσι ευχάριστα και ρομαντικά αυτό το περίεργο ταξίδι από μέρη πανέμορφα και ιδανικά για… μόνιμη κατοικία έως μέρη που ούτε αυτοί που τα δημιούργησαν και τους έδωσαν σάρκα και οστά δε θα ήθελαν να πατήσουν πόδι, αν τελευταία στιγμή δε θυμόμουν κάτι που μου τριβέλιζε το μυαλό. Γιατί υπάρχουν παιχνίδια απίστευτα, αλλά υπάρχουν και παιχνίδια που δεν είναι ο προσδιορισμός του «τέλειου», αλλά έχουν τόση προσωπικότητα που αποκτούν το χαρακτήρα του κλασικού. Και το Brutal Legend είναι ένα τέτοιο παιχνίδι. Και να που θυμήθηκα το BeerHendge. Ένα Stonehenge στην κορυφή ενός λόφου, που αντί για κάθετες, πέτρινες, μεγαλιθικές κολώνες, έχει τεράστια βαρέλια με μπύρα! Και θέλετε να μου πείτε ότι με αφήσατε τόση ώρα να γράφω για όμορφους φάρους και ρομαντικά ηλιοβασιλέματα, όταν κάπου στο πίσω μέρους του μυαλού μου υπάρχει ένα μεγα-μπυρικό μνημείο, με το ποτό να τρέχει ασταμάτητα και το Heavy Metal να σκίζει την ατμόσφαιρα. Ε, δε θέλει και πολύ. Ξέρετε τώρα κατά πού πέφτει το αγαπημένο μου μέρος για άραγμα.