
Brothers: A Tale of Two Sons
«Ταξιδεύοντας στο άγνωστο, με βάρκα την ελπίδα...».

«Ταξιδεύοντας στο άγνωστο, με βάρκα την ελπίδα…».
Ειλικρινά μάς προκαλεί έκπληξη το πώς κατάφερε να εξελιχθεί η βιομηχανία τις τελευταίες δεκαετίες. Από πολύ απλά παιχνίδια, που έκαναν χρήση απλοϊκών σχεδίων, χρωμάτων και ήχων, μέχρι παιχνίδια που βραβεύονται σε παγκόσμιο επίπεδο για εικαστικά τους, για την ιστορία τους, για τα πανανθρώπινα μηνύματα που καταφέρνουν και περνούν, με αποδέκτες ανθρώπους ανεξαρτήτως φύλου και εθνικής προέλευσης. Η εξέλιξη αυτή είναι έκδηλη και σήμερα, ίσως ακόμα περισσότερο από ποτέ. Υπάρχουν εκείνα τα παιχνίδια που δεν στοχεύουν σε τίποτα περισσότερο από μερικές στιγμές διασκέδασης, τα οποία είναι καταδικασμένα να μπουν στο περιθώριο μετά από σύντομο χρονικό διάστημα.
Υπάρχουν εκέινα τα παιχνίδια που θέτουν μεγαλόπνοους και μεγαλεπήβολους στόχους, αλλά κάπου καταφέρνουν να χάσουν τον δρόμο τους, καταλήγοντας και αυτά να βρουν το ίδιο, άδοξο τέλος. Και υπάρχουν και εκείνα τα παιχνίδια, τα οποία τραβούν την προσοχή του παίκτη και κάνουν πράξη αυτό που υπόσχονται – να προσφέρον όμορφες εμπειρίες, να αφηγθούν ιστορίες συγκινητικές, αλλά όχι σπαραξικάρδιες, να ταξιδέψουν τον παίκτη, το μυαλό και τη φαντασία του σε όμορφους κόσμους, σχεδόν ονειρικούς… Και το κυριότερο – να βάλουν τον παίκτη να σκεφτεί αρκετά. Όχι πάνω στο αν τα βιντεοπαιχνίδια μπορούν να είναι τέχνη. Θεωρούμε πως αυτό το ερώτημα έχει απαντηθεί ήδη, ειδικά αν αναλογιστούμε πως τα βιντεοπαιχνίδια είναι ένα αμάλγαμα όλων των μορφών τέχνης που διδασκόμαστε από τα μικράτα μας. Να σκεφτούν πως η ανθρώπινη δημιουργική έκφραση μπορεί, εκτός από οπτικοακουστικές σαβούρες, να προσφέρει αξιομνημόνευτες εμπειρίες και, κυρίως, πώς να τις βελτιώνει και να τις ανεβάζει σε νέα, δυσθεώρητα επίπεδα.

Εν μέσω όλων αυτών των σκέψεων και προβληματισμών, έρχεται η σουηδική Starbreeze να αποδείξει ότι, όταν προσφέρεται το μέσο και όταν οι συνθήκες είναι κατάλληλες, ένα όραμα μπορεί να γίνει πραγματικότητα. Μιλάμε για μέσο, δεδομένου του ότι η τεχνολογία μπορεί να αποδώσει μια ιδέα όπως ακριβώς την οραματίστηκε ο δημιουργός της. Μιλάμε για συνθήκες, δεδομένου του ότι ένα βορεινό στούντιο, διαφορετικής ιδιοσυγκρασίας και αντίληψης, μπορεί να προσφέρει μια τόσο ζεστή, μια τόσο ανθρώπινη προσέγγιση σε μια ιστορία, με κεντρικά θέματα που αφορούν αλλά και απασχολούν τα δισεκατομμύρια των ανθρώπων που πέρασαν στον κόσμο μας από τις απαρχές του, μέχρι και τη σημερινή εποχή.
Αυτή είναι η ιδέα πίσω από το Brothers: A Tale of Two Sons. Πρόκειται για μια ώριμη αφηγηματική προσπάθεια, που παρουσιάστηκε αρκετό καιρό πριν σε κονσόλες και υπολογιστές, για να κάνει την πιο πρόσφατη μετάβασή της στο Nintendo Switch, επιτρέποντας στους κατόχους της υβριδικής κονσόλας της Nintendo να βιώσουν την ίδια εμπερία, αρκετά πιο βελτιωμένη σε σχέση με τον προκάτοχό της, για λόγους βέβαια που θα αναφερθούν παρακάτω.

Για την ώρα, θέλουμε να προσφέρουμε μια πρόκληση στους αναγνώστες του παρόντος κειμένου. Θα θέλαμε να μεταφερθούν νοερά στον κόσμο αυτόν και να μπουν στη θέση του κάθε αδελφού και της προσωπικής τους ιστορίας. Τα δυο αδέλφια έχουν ήδη βιώσει το θάνατο στην οικογένεια, με τη μητέρα τους να έχει χαθεί άδικα. Τώρα, όμως, κινδυνεύουν να βιώσουν το θάνατο για δεύτερη φορά, καθώς ο πατέρας τους είναι βαριά άρρωστος και το νήμα της ζωής του κινδυνεύει να κοπεί πολύ σύντομα. Ωστόσο, υπάρχει ελπίδα. Κάπου, μακριά από το χωριό στο οποίο μεγάλωσαν, υπάρχει ένα μυθικό δέντρο, με μυστηριώδεις δυνάμεις, ικανές να θεραπεύσουν τον πατέρα τους και να του επιτρέψουν να μείνει μαζί τους, έτσι ώστε να μην βρεθούν μόνοι τους στους πέντε δρόμους. Η ελπίδα ότι θα μπορέσουν να σώσουν τη ζωή του πατέρα τους είναι αυτή που τους δίνει τη δύναμη να βγουν έξω στον κόσμο και να φέρουν εις πέρας την αποστολή τους.
Τώρα, οι αναγνώστες καλούνται να φανταστούν την εξέλιξη αυτής της ιστορίας. Ας φανταστούν πως ξαφνικά ο κόσμος που γνώριζαν όλη τους τη ζωή έχει αρχίσει να μεγαλώνει παράξενα, απότομα και επικίνδυνα. Δύο παιδιά, απέναντι σε έναν κόσμο αδιάφορα παγερό, που εύκολα μπορεί να γίνει αφιλόξενος και επικίνδυνος, με μικρά ψήγματα ανθρωπιάς, καλοσύνης και ελπίδας να φωτίζουν αχνά το μονοπάτι που καλούνται να διαβούν. Θα διασχίσουν περιοχές που εναλλάσσονται αρκετά συχνά, δίνοντας την ψευδαίσθηση στον παίκτη πως ο κόσμος είναι μεγάλος, καθώς θα μεταβαίνουμε από την εξοχή σε σκιερά σπήλαια, χιονισμένα οροπέδια και δάση που φαίνονται σαν να ξεφύτρωσαν μέσα από τις σελίδες κάποιου ξεχασμένου παραμυθιού.

Μιλάμε για ψευδαίσθηση, καθώς ο κόσμος δεν είναι ούτε μεγάλος, ούτε η περιπέτεια διαρκεί πολύ. Στα μάτια των δυο αδελφών, όμως, όλο αυτό αποκτά μια διαφορετική υπόσταση, ιδιαίτερα αν αναλογιστεί κανείς τις προκλήσεις που τους περιμένουν σε κάθε τους βήμα. Είναι ο δεσμός των δυο αδελφών αυτός που θα τους βοηθήσει να προχωρήσουν με θάρρος στο ταξίδι αυτό της αναζήτησης, της αγάπης, της ελπίδας, της χαράς, αλλά και της απώλειας. Η δύναμη που κυλά στις φλέβες τους είναι αυτή που καλείται να τους οδηγήσει σε μια κατάληξη, η οποία πρέπει να είναι υποχρεωτικά επιτυχημένη, λόγω των περιστάσεων.
Και φτάνοντας στο τέλος της γλυκόπικρης αυτής ιστορίας, θα συνειδητοποιήσουμε άξαφνα πως, αφήνοντας κάτω την κονσόλα, τα καυτά δάκρυα που θα κυλήσουν ελεύθερα από τα μάτια μας θα είναι το λιγότερο λυτρωτικά, καθώς μόνο τότε θα μπορέσουμε να αισθανθούμε την πραγματική βαρύτητα της ιστορίας που αφηγούνται οι «κρύοι» Σουηδοί. Και οι περίπου τρεισήμισι ώρες που διαρκεί το παιχνίδι, αν και παραπάνω από αρκετές για να διατηρηθεί η ροή της αφήγησης σε ομαλά πλαίσια, θα είναι ασύγκριτα, ατέλειωτα βασανιστικές όταν θα αναγκαστούμε να αποχαιρετήσουμε οριστικά τα δυο αδέλφια.

Το Brothers: A Tale of Two Sons είναι ένα παιχνίδι περιπέτειας και γρίφων με platforming μηχανισμούς και στοιχεία. Ο παίκτης ελέγχει ταυτόχρονα και για το μεγαλύτερο τμήμα του παιχνιδιού τα δύο αδέλφια, μέσα από ένα φαινομενικά ιδιόμορφο, αλλά εν τέλει έξυπνο, σύστημα ελέγχου. Όπως συνέβαινε και με τις εκδόσεις που έχουν ήδη γίνει διαθέσιμες για τις οικιακές κονσόλες, το παιχνίδι χρησιμοποιεί τους δυο αναλογικούς μοχλούς για να κατευθύνει τους δυο χαρακτήρες, ενώ με τα ΖR/ ZL πλήκτρα μπορεί να εκτελέσει τις ειδικές ενέργειες που απαιτούνται από τα αδέλφια για να μπορέσουν να συνεχίσουν απρόσκοπτα το ταξίδι τους.
Τα αρχικά παράπονα που έγιναν για τον τίτλο ήταν πως το σύστημα αυτό μπορεί να κουράσει τον παίκτη, δεδομένου του ότι χρειάζεται να παρακολουθεί προσεκτικά κάθε εκατοστό, κάθε αλλαγή στη γωνία πορείας του εκάστοτε αδελφού, αναγκάζοντας παράλληλα τον εγκέφαλο του παίκτη να κάνει δυο ενέργειες ταυτόχρονα, κάτι που είναι φύσει δύσκολο. Αυτή ακριβώς η ιδιομορφία, ωστόσο, είναι αυτή που στην ουσία είναι και υπεύθυνη για τη διάρκεια του παιχνιδιού, για τον σχεδιασμό των γρίφων, των αναμετρήσεων με τα bosses και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του εκάστοτε περιβάλλοντα χώρου, που εν τέλει κάνουν το παιχνίδι μια ιδιαίτερα απολαυστική εμπειρία.

Η προσέγγιση των γρίφων και των αναμετρήσεων δεν είναι δύσκολη, ούτε υπερβολικά απαιτητική, αλλά απαιτεί συντονισμό κινήσεων και αντανακλαστικών που ίσως δυσκολέψουν, ίσως αποβούν και μοιραίοι. Αυτή ακριβώς είναι και η σκέψη που έκαναν οι ιθύνοντες της 505 Games αναφορικά με την κυκλοφορία του τίτλου για το Switch. Η έκδοση του τίτλου για την υβριδική κονσόλα της Nintendo έρχεται συντροφιά με ένα mode δύο παικτών. Ο κάθε παίκτης αναλαμβάνει τον έλεγχο των αδελφών κάνοντας χρήση και των δύο Joy-con που συνοδεύουν την κονσόλα, δρασκελίζοντας έτσι τα ζητήματα που προκύπτουν από το σύστημα χειρισμού, επιτρέποντας στους παίκτες να συνεργαστούν εποικοδομητικά, σαν αδέλφια, να εμβαθύνουν περισσότερο στον κόσμο του παιχνιδιού και, φυσικά, να απολαύσουν την ιστορία στον μέγιστο βαθμό, εντοπίζοντας πιθανόν μικρές αφηγηματικές πινελιές που συνεισφέρουν ακόμα περισσότερο στο κομμάτι της αφήγησης και που είναι πολύ εύκολο να παραβλέψει κάποιος που παίζει μόνος του.
Το Brothers: A Tale of Two Sons είναι ένα παιχνίδι που αναπτύχθηκε επάνω στην Unreal Engine 3. Ως εκ τούτου, η μεταφορά του στο Nintendo Switch είναι σχεδόν απροβλημάτιστη, με έναν σταθερό ρυθμό ανανέωσης της οθόνης, που προσδίδει μια εξίσου ικανοποιητική ροή παίζοντας φορητά, αλλά και σε docked mode. Τα εικαστικά του παιχνιδιού είναι πανέμορφα, με μια παλέτα χρωμάτων που αποδίδει εξαιρετικά το ύφος και την εξέλιξη στην αφήγηση που προσφέρουν τα περιβάλλοντα στο σύνολό τους.

Όλα αυτά, σε συνδυασμό με ένα εξαιρετικό soundtrack, οι μελωδίες του οποίου ντύνουν εξαιρετικά κάθε λεπτό της ιστορίας και κάθε φορά που οι χαρακτήρες έρχονται αντιμέτωποι με τις προκλήσεις αλλά και με τα ίδια τους τα συναισθήματα, καταφέρνουν να μεταφέρουν τον παίκτη νοερά στο πλάι των δύο πρωταγωνιστών της ιστορίας, να κινδυνέψουν, αλλά και να πονέσουν μαζί τους. Ένα στοιχείο που διευκολύνει αρκετά την ενσωμάτωση του παίκτη είναι και η -αρχικώς- περίεργη επιλογή των δημιουργών να χρησιμοποιήσουν μια ακατανόητη γλώσσα για την επικοινωνία των χαρακτήρων με τους NPCs του παιχνιδιού. Πέρα από τις παγκόσμιες, πανανθρώπινες λέξεις που χρησιμοποιούνται για να περιγράψουν τα μέλη μιας οικογένειας, οι άλλες λέξεις που χρησιμοποιούνται σποραδικά δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ορθά στο επικοινωνιακό πλαίσιο. Είναι, όμως, απαραίτητη μια γλώσσα;
Την έχουμε ανάγκη όταν οι εκφράσεις του προσώπου, η γλώσσα του σώματος, οι άναρθρες κραυγές που βρίθουν συναισθημάτων τόσο των πρωταγωνιστών της ιστορίας, όσο και των κατοίκων του κόσμου, καταφέρνουν να μεταδώσουν τα μηνύματα εκείνα που μερικές αράδες ή συστοιχίες λέξεων χρειάζονται περισσότερο χρόνο και χώρο να το κάνουν; Αυτή είναι μια απάντηση που καλείται να δώσει κάθε παίκτης ξεχωριστά, ανάλογα με το υπόβαθρο και την ενσυναίσθηση που τον διακατέχει.

Εμείς το μόνο που μένει να σχολιάσουμε είναι πως το Brothers: A Tale of Two Sons μπορεί να είναι ένας τίτλος που έχει μια ηλικία, μια συγκεκριμένη πορεία ανάμεσα σε διαφορετικές πλατφόρμες, αλλά και μια απίστευτη ικανότητα να αυτοβελτιώνεται με την αγάπη αλλά και το μεράκι με το οποίο δουλεύουν οι δημιουργοί του. Χάρη στο μέσο και την εξέλιξη της τεχνολογίας, η έκδοση για το Nintendo Switch καταφέρνει να επαναπροσδιοριστεί και να προσφέρει εκ νέου μια εμπειρία, η οποία θα μπορούσε να είχε επιτευχθεί στο παρελθόν, αλλά για πολλούς και διάφορους λόγους δεν ήταν εφικτό να γίνει τότε, αλλά ούτε και αργότερα.
Οπτικοακουστικά, η έκδοση για το Switch δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από τους προκατόχους της, ενώ η παρουσία του bonus υλικού αλλά και ενός in-game συστήματος achievements είναι παραπάνω από αρκετά να παρατείνουν τον χρόνο ενασχόλησης με αυτήν την περιπέτεια πολύ περισσότερο από το χρόνο που χρειάζεται να ολοκληρωθεί η κεντρική ιστορία. Δεν θα χρειαστεί να σχολιάσουμε αν προτείνουμε το παιχνίδι. Για όσους δεν το έχουν παίξει ξανά, το Brothers: A Tale of Two Sons είναι μια ευλογία. Ίσως και κατάρα. Οπωσδήποτε, όμως, παραμένει μια ανεξίτηλη εμπειρία, που αναμένεται να σημαδέψει περισσότερες σκέψεις και ψυχές.