
Crisol: Theater of Idols | Review
Tormentosa ή, αλλιώς, η ισπανική Rapture.
Θυμάστε το Singularity, το TimeShift ή το Prey (της Human Head Studios); Παιχνίδια που ήταν τίμια δημιουργήματα της εποχής τους, σε μία ενδιάμεσα κατάσταση μεταξύ μετρίου και πολύ καλού. Τίτλοι που μας χάρισαν εν τέλει μία ευχάριστη εμπειρία που θυμόμαστε αραιά και που ως μία μακρινή ανάμνηση μίας πιο… “αθώας” και απλής εποχής του gaming. Το Crisol: Theater of Idols (εφεξής Crisol), έρχεται ως μία ανάλογη περίπτωση, σε βαθμό μάλιστα που δείχνει σαν να αποτελεί μία ξεχασμένη παραγωγή από τα Xbox 360 / PS3, η οποία “ρετουσαρίστηκε” εκτενώς με την χρήση της Unreal Engine 5 προτού εκδοθεί σήμερα.
Εάν κυκλοφορούσε“τότε”, θα μιλούσαμε για μία πιο low-budget αλλά συμπαθητική προσπάθεια που θέλει να μεταφέρει μία παρόμοια εμπειρία με αυτήν του Bioshock. Βέβαια, και στο “σήμερα”, πάλι ως μία τέτοια εμπειρία μπορεί να χαρακτηριστεί, καθώς δεν υπάρχουν πολλές FPS περιπτώσεις που να προσφέρουν εφάμιλλη εμπειρία.

Η ισπανική Vermila Studios θέλει να μας ταξιδέψει στο νησί του Tormentosa, όπου έχοντας τον ρόλο του Gabriel, ενός απεσταλμένου του θεού του Ήλιου, θα πρέπει καταπολεμήσουμε τις δυνάμεις του θεού της Θάλασσας. Δεν θα αργήσει κανείς να αντιληφθεί ότι το Crisol δεν επιδιώκει να δώσει φρενήρη δράση. Αντιθέτως, οι εχθροί έρχονται σε πολύ συγκεκριμένα σημεία και η εξερεύνηση αποτελεί ένα σημαντικό σκέλος.
Εδώ έρχονται και οι ομοιότητες του -εμφανώς- βασικού εμπνευστή του, που δεν είναι άλλος από το Bioshock. Οι τρεις εκτενείς και διακριτές περιοχές που θα επισκεφτούμε διαδοχικά αποτελούν ενιαίους χώρους με σφιχτή δομή. Κάθε ένα από αυτά τα περιβάλλοντα περιέχει πολυάριθμα κτήρια, με επιμέρους δωμάτια καθώς και την υποψία ανοιχτών περιοχών (όπως πλατείες και εξωτερικοί αστικοί δρόμοι) που όμως, ως άλλα “αυλάκια”, βρίσκονται εκεί για να μας οδηγήσουν με εντελώς προκαθορισμένο τρόπο από κτήριο σε κτήριο.

Ο σχεδιασμός εν τέλει είναι αρκετά γραμμικός, αλλά με αρκετά παρακλάδια προς εξερεύνηση. Συμπεριλαμβάνοντας μία metroidvania πινελιά, σε κάθε ξεχωριστή περιοχή υπάρχουν διαφόρων ειδών εργαλεία (όπως κάβουρες για να ξεβιδώνουμε συγκεκριμένες βίδες) που μας επιτρέπουν να αποκτήσουμε πρόσβαση σε πρότερα απροσπέλαστα σημεία. Αν και η βασική πορεία παραμένει γραμμική, αυτά τα εργαλεία μάς δίνουν το έναυσμα για το backtracking σε προαιρετικούς χώρους.
Αποτελεί έναν ελκυστικό σχεδιασμό και αρκετά νοσταλγικό με τον τρόπο που εφαρμόζεται, όπου κάθε ένα δωμάτιο ή επιμέρους χώρος γενικότερα (όπως ένα δρομάκι που ενώνει δύο κτήρια), δημιουργεί αυτήν την ευχάριστη αίσθηση πως μπορεί να κρύβει κάποιο loot (εφόδια, κάποιο collectible, ίσως ένα νέο όπλο). Στα παραπάνω έρχεται να προστεθεί και η horror αισθητική στην οποία στοχεύει το Crisol, καταφέρνοντας σε αρκετά καλό βαθμό να περάσει αυτήν την ατμόσφαιρα.

Το έντονα θρησκευτικό στοιχείο μεταφέρεται αρκετά καλά, βλέποντας την ανάλογη εικονογραφία σε διάφορους χώρους ενώ και οι εχθροί, ξύλινα αγάλματα θρησκευτικών χαρακτήρων που ζωντανεύουν, είναι ιδανικοί για το ύφος του παιχνιδιού. Όπως είπαμε και στην εισαγωγή, πρόκειται για μία συμπαθητική προσπάθεια που όμως δείχνει παράλληλα ότι δεν είχε επαρκείς πόρους για να φτάσει ανάλογα επίπεδα με αυτά του Bioshock.
Ένας από τους βασικούς περιορισμούς έρχεται στο θέμα της ποικιλίας των εχθρών. Αν και οι εχθρικές ξύλινες φιγούρες, πλήρως ανέκφραστες και με προσεγμένη, απόκοσμη κίνηση, είναι ιδανικές για τη horror ιδιοσυγκρασία του Crisol, έπειτα από μερικές ώρες καταλήγουν απλά επαναλαμβανόμενες. Τα assets τους ανακυκλώνονται από νωρίς και το ίδιο το bestiary έχει ελάχιστους εμπλουτισμούς, καταλήγοντας αρκετά ρηχό. Παρόλο που αρχικά δημιουργούν ένα σχετικό άγχος όταν εμφανίζονται ξαφνικά από διάφορες κρυφές γωνίες και έτοιμες να εφορμήσουν με τσουγκράνες, μαχαίρια κ.λπ. σύντομα αυτή η τακτική στην εμφάνισή τους καταντάει μονότονη.

Επιπλέον, ο melee οπλισμός τους, σε συνδυασμό με την αργόσυρτη κίνησή τους, σημαίνει ότι σύντομα καταλήγουν ως τίποτα περισσότερο από κινούμενους στόχους για τα ισχυρά πυροβόλα όπλα μας. Αργότερα θα δηλώσουν το παρόν ορισμένοι πιο ισχυροί εχθροί, κάπως πιο κινητικοί, όμως στα σημεία όπου αρχίζουν να εμφανίζονται πιθανότατα θα έχετε ανεβάσει ήδη αρκετά το επίπεδο των όπλων αλλά και τον αριθμό των healing αντικειμένων (σε μορφή ένεσης) που η πρόκληση, ακόμα και στο hard, θα είναι πρακτικά ανύπαρκτη.
Αναμφίβολα τα παραπάνω δεν χαλάνε πλήρως την εμπειρία, καθώς τονίζουμε και πάλι ότι το Crisol δεν έρχεται να προσφέρει καταιγιστική δράση, αλλά σίγουρα αποτελεί ένα μείον για το παιχνίδι, ιδίως αφού η ένταση που θα έπρεπε να προκύπτει από την εμφάνιση των εχθρών σταδιακά γίνεται πιο αναιμική.

Από την άλλη πλευρά, θα πρέπει να σημειώσουμε την ευφάνταστη ιδέα πίσω από το είδος των πυρομαχικών. Οι συμβατικοί γεμιστήρες απλά απουσιάζουν, και τα αρχετυπικά όπλα που έχουμε (πιστόλι, τουφέκι, καραμπίνα, πολυβόλο) γεμίζουν σφαίρες χρησιμοποιώντας το αίμα του χαρακτήρα.
Κάθε ένα από τα όπλα βγάζει καρφιά στη θέση του γεμιστήρα, όπου ο Gabriel μπήγει το χέρι του προκειμένου να γεμίσει με αίμα το όπλο και κατ’ επέκταση με σφαίρες, κάτι που προφανώς σημαίνει ότι σε κάθε reload πρέπει να θυσιάζουμε κομμάτι της ενέργειάς μας. Είναι ένας έξυπνος μηχανισμός που μας βάζει σε μία διαφορετική εγρήγορση για το θέμα της διαχείρισης των πυρομαχικών, αφού κάθε νέα σφαίρα μπορεί να μας φέρει ένα βήμα πιο κοντά στο θάνατο αλλά και στην επιβίωση.

Στα αρχικά στάδια του Crisol αυτός ο μηχανισμός συνάδει και με το θρησκευτικό στοιχείο (διαρκώς ο Gabriel πρέπει να αυτοτιμωρείται για να πολεμήσει, ως μία ένδειξη πίστης στον θεό του Ήλιου) αλλά και με το survival στοιχείο που πάει χέρι με χέρι με το horror. Όπως αναφέραμε και νωρίτερα βέβαια, ο Gabriel ισχυροποιείται σε τέτοιο βαθμό που η θυσία του αίματος απλά γίνεται χωρίς δεύτερη σκέψη, μειώνοντας έτσι τον αντίκτυπο του μηχανισμού, ακόμα και αν μιλάμε για τη hard δυσκολία.
Με τη σειρά του, το σκέλος της εξερεύνησης είναι άνισο αν και κλίνει προς τη θετική πλευρά. Πάντα είναι ευχάριστο να βρίσκει κανείς ένα καλά κρυμμένο collectible, αλλά γενικά υπάρχει έλλειψη από ουσιαστικό loot, το οποίο περιορίζεται σε ενέσεις και μπιτόνια βενζίνης (χρησιμεύουν για τα ακονιστήρια του μαχαιριού).

Ακόμα και τα πυρομαχικά απουσιάζουν, λόγω της φύσης του συστήματος μάχης. Ως εκ τούτου, όταν ένας επιμέρους χώρος εμφανίζεται με κόκκινο στον χάρτη (ως ένδειξη πως ακόμα υπάρχουν αντικείμενα) ενδέχεται να δημιουργήσει αυτήν την ευχάριστη αίσθηση πως πρέπει να προβούμε σε εκτενές ψάξιμο, αλλά σχεδόν πάντα αυτό που βρίσκουμε είναι παντελώς προβλέψιμο και συχνά αχρείαστο.
Η ελλιπής εξερεύνηση αντισταθμίζεται σε αρκετά καλό βαθμό από την προσπάθεια της Vermila να διανθίσει την περιήγηση με διάφορους γρίφους – άλλοτε μηχανικούς, άλλοτε παρατηρητικότητας άλλοτε αποκρυπτογράφησης κειμένων – που φέρνουν τον απαραίτητο εμπλουτισμό στο gameplay. Οι γρίφοι είναι αρκετά έξυπνοι, αποφεύγοντας παράλληλα την επανάληψη και λόγω του ρηχού περιεχόμενου στο θέμα της δράσης, έρχονται ιδανικά για να καλύψουν εν μέρει αυτό το κενό.

Το σύνολο του παιχνιδιού κλείνει με το σενάριο, που επιχειρεί να σκιαγραφήσει μία κλειστή κοινωνία στην Tormentosa, όπου οι αντίπαλες θρησκευτικές ομάδες (του Ήλιου και της Θάλασσας) έρχονται διαρκώς σε προστριβές, συχνά με θανατηφόρα αποτελέσματα. Ως ένα άλλο είδος μαγνητοφώνου (που υπήρχαν στο Bioshock) εδώ βλέπουμε σε διάφορα σημεία στατικά οράματα, όπου ακούμε διάφορες μεμονωμένες ιστορίες από τους κατοίκους.
Σε σημεία θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι γίνεται μάλλον φλύαρο, αλλά από την άλλη αυτά τα οράματα είναι και απαραίτητα προκειμένου να χτίσουν την έντονη αντιπαλότητα που υπάρχει σε αυτό το νησί, καθώς και την τυφλή υπακοή σε δύο θεούς, που -όπως συνηθίζεται σε αυτές τις θεματικές- ουδεμία ευαισθησία έχουν για τα υποκείμενά τους.

Η πορεία του Gabriel προς την εξόντωση του θεού της Θάλασσας έρχεται με διάφορες σχετικά ενδιαφέρουσες ανατροπές που μπορούν να δημιουργήσουν προβληματισμό για την πίστη του. Ωστόσο, θα λέγαμε ότι το φινάλε προσπαθεί υπέρ του δέοντος να μας φέρει σε μία αντίστοιχη σκηνή με την αλησμόνητη “Would you kindly…” του Bioshock, αλλά καταλήγει υπερβολική και… ξεκάρφωτη.
Παρόλα αυτά, η Tormentosa έρχεται ως ένα αρκετά όμορφο μέρος για να επισκεφτεί κανείς μέσα από τον κόσμο των FPS, με ιδιαίτερη, ισπανικής ιδιοσυγκρασίας αρχιτεκτονική, κάτι που το καθιστά αρκετά διαφορετικό. Για το ακόμα καλύτερο immersion συνιστούμε ανεπιφύλακτα την επιλογή Ισπανών ηθοποιών, οι οποίοι -όπως είναι φυσικό- ταιριάζουν πολύ περισσότερό από τους αντίστοιχους αγγλόφωνους ηθοποιούς και μεταφέρουν τους διαλόγους με έντονο ταπεραμέντο.

Όπως θα περίμενε κανείς, η χρήση της Unreal Engine 5 αποδίδει ένα απόλυτα ικανοποιητικό αποτέλεσμα, ομαλό στο μεγαλύτερο κομμάτι της -περίπου- οκτάωρης διάρκειας. Ωστόσο, υπάρχει ένα αγκάθι και σε αυτόν τον τομέα, όπου στο 100% των εχθρών η χαριστική βολή μας συνοδευόταν πάντα από μία παύση μερικών κλασμάτων του δευτερολέπτου.
Αποτελεί ένα περίεργο glitch καθώς οι διαμελισμοί ή η εμφάνιση πολλαπλών εχθρών δεν είχαν καμία επίπτωση στο frame rate. Παρόλο που η δράση έτσι κι αλλιώς είναι αρκετά μετρημένη ώστε να μην αποτελεί τεράστιο πρόβλημα (σίγουρα υπαρκτό βέβαια), υπάρχουν κάποια σημεία με πιο έντονες μάχες όπου αυτό το θέμα είναι απλά κουραστικό. Ευελπιστούμε ότι σύντομα κάποιο patch θα στρώσει αυτήν την κατάσταση.
Φτάνοντας στο τέλος του κειμένου, πιστεύουμε ότι από τα λεγόμενά μας θα εκλάβατε την εικόνα ενός μέτριου παιχνιδιού, και βέβαια όχι άδικα. Πρόκειται για ένα “τίμιο” παιχνίδι του 6 ή του 7, ανάλογα πώς βλέπει ο καθένας τη βαθμολογική κλίμακα (6.5 βάλαμε εμείς για να πέσουμε μέσα…) αλλά αυτής της περίπτωσης όπου θα μπορούσε να πει κανείς το “καλό 6” (ή 7).
Άλλωστε, για κάθε έναν από τους περιορισμούς που έχει, και πάλι καταφέρνει να πείσει ότι ασχολούμαστε με ένα παιχνίδι ανάλογο του Bioshock, υποδεέστερο μεν, αλλά που είναι σε θέση να μεταφέρει αυτήν την αίσθηση – μία ικανή συνθήκη θα λέγαμε για να πείσει αρκετούς να του δώσουν μία ευκαιρία.
Το Crisol: Theater of Idols κυκλοφορεί από τις 10/2/26 για PS5, PC και Xbox Series. Το review μας βασίστηκε στην έκδοσή του για PC με review code που λάβαμε από τη Blumhouse Games.
2 Σχόλια
Υποβολή απάντησης
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.
Ωραίο review!Λόγω της ιδιαίτερης αισθητικής του, θα δοκιμαστεί σίγουρα κάποια στιγμή.
Μου αρέσει πολύ η ατμόσφαιρα του και για αυτό το λόγο θέλω να το δοκιμάσω. Από αυτά που διάβασα ψήθηκα αρκετά.
Ωραίο review Νικόλα!