The Bearer & the Last Flame | Review

Η λεπτή γραμμή μεταξύ Φόρου Τιμής και… «Abibas».

Και κάπως έτσι έρχονται κάτι παιχνίδια, σαν και αυτό εδώ, που λειτουργούν ως υπενθύμιση ότι η γαϊδουρινή υπομονή, που εν αφθονία είχαμε παλαιότερα, πλέον δεν υφίσταται. Να “σφίξουμε τα δόντια” μπροστά σε έναν κακό τίτλο ώστε να διαμορφώσουμε “ολοκληρωμένη άποψη” ψάχνοντας σε κάδο απορριμμάτων, ακούγεται περισσότερο σαν κάποιο είδος βασανιστηρίου που πρέπει να περάσει κάποιος για να γλυτώσουν όλοι οι άλλοι. Ακόμα και έτσι, αντέξαμε μέχρι τα 3/5 της διαδρομής και αυτό εδώ είναι ένα κείμενο σε ρόλο αγγελιοφόρου, που μόλις μπούκαρε τρέχοντας στο χωριό και ουρλιάζει “έρχονται να μας φάνε, τρεχάτε να σωθείτε!”.

Το Bearer & The Last Flame είναι ένα παιχνίδι σκουπίδι. Είναι ένα παιχνίδι το οποίο δόθηκε στον ανυποψίαστο reviewer κατόπιν αίτησης της σελίδας για κωδικό κάλυψης του Crimson Desert, και καθότι η πηγή προέρχεται από την ίδια εταιρία διανομής, στο σκεπτικό “δείτε, έχουμε και αυτό” μας κατσικώθηκε αυτός ο τίτλος.

Σε έναν υποθετικό πίνακα κατάταξης του ορυμαγδού από Soulslike τίτλους, που ακροβατούν ανάμεσα σε τίτλους-φόρο τιμής και τίτλους-φθηνή απομίμηση, το Bearer & The Last Flame κατορθώνει να βρίσκεται χαμηλότερα και από παιχνίδια όπως τα Dolmen και Hellpoint, παιχνίδια δηλαδή που μόνο οι μύστες του είδους αντέχουν.

To Bearer & The Last Flame δεν είναι ένα καλοσχεδιασμένο videogame. Κατά βάση, μας βάζει στο ρόλο διαμεσολαβητή μεταξύ κάποιου που δεν έχει ακόμα ξεπεράσει τον χωρισμό του με το Dark Souls και ψάχνει απεγνωσμένα κάτι να του μοιάζει. Σχεδόν 15 χρόνια μετά την εμφάνιση του Dark Souls στον gaming κόσμο, και αμέτρητους κλώνους ή “soulslikes” μετά, το τελευταίο πράγμα που μας απασχολεί είναι να ψάξουμε να βρούμε άκρη σε ένα παιχνίδι που είναι χειρότερη απομίμηση και από τα “Abibas”.

Το παπουτσάκι-μαϊμού, βέβαια, θα κάνει σωστά τη δουλειά του μέχρι η φθορά χρήσης να το στείλει στα αζήτητα. Στο Bearer & The Last Flame μπήκαμε σε έναν κόσμο που στην καλύτερη περίπτωση δίνει την αίσθηση ενός παιχνιδιού που βρίσκεται σε pre-alpha στάδιο και, παρόλο που ο τίτλος τρέχει κανονικά, όλο αυτό που καλούμαστε να παίξουμε είναι πολύ χαμηλής ποιότητας, βαρετό, ανέμπνευστο, μίζερο. Δεν υπάρχει τίποτα που να σώζεται έστω ως φόρος τιμής στην κατηγορία και ούτε αξίζει τον κόπο να βρεθούν ελαφρυντικά για τον οποιοδήποτε λόγο.

Μόλις από την εισαγωγή, με την επιλογή ενός narrator που ακούγεται σαν AI που μόλις μπήκε σε φροντιστήριο αγγλικών, καταλαβαίνεις το απύθμενο βάθος. Τρία ή τέσσερα patches μετά, κατά τη review περίοδο, και το ορθογραφικό λάθος στα μενού ακόμα δεν έχει διορθωθεί, με αποτέλεσμα να συνεχίζουμε να βλέπουμε να αναγράφεται η λέξη “Inventory” και να μας γυρίζει το μάτι. Αυτό που βλέπεις να κινείται στην οθόνη, είτε πρόκειται για κίνηση στο χώρο, animations μοντέλων ή κίνηση κάμερας, είναι ικανά να σε στείλουν στον οφθαλμίατρο για καταρράκτη.

Πίσω από το σωρό με σκουπίδια υπάρχει μια καλλιτεχνική ανησυχία όσον αφορά την απόδοση του dark fantasy περιβάλλοντος και μια καλών προθέσεων ιδέα για το level design, όμως αυτά θέλουν όψιμο μάτι και εμπειρία για να καταφέρουν να αναδειχθούν. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να χρησιμοποιηθεί το lock-on στη μάχη ή οι λειτουργίες για block / parry / dodge, όταν αρκεί να ρίξεις δόλωμα στη χαμηλή νοημοσύνη κάθε μοντέλου εχθρού, και απλά να περιμένεις να τελειώσει το animatιοn της επίθεσής του ώστε να το ρίξεις με δύο χτυπήματα.

Το παιχνίδι, μάλιστα, αποφασίζει να σε ρίχνει και αυτό με δύο χτυπήματα (πολλές φορές αρκεί και ένα) – προς χάριν ισορροπίας εικάζουμε – αλλά δεν θα σκάσουμε κιόλας, χωρίς να μπορείς να παρέμβεις σε αυτό με κάποιον τρόπο. Περισσότερο μυστήριο μπορεί να προκαλέσει η άνοδος μιας σκάλας που ανεβαίνει και ανεβαίνει και βγαίνει εκτός κόσμου παιχνιδιού, χωρίς να γνωρίζουμε πού οδηγεί ή εάν κάποτε θα σταματήσει, παρά να σημειώσουμε στη λίστα με τα ψώνια εάν το παιχνίδι διαθέτει διαφορετικά μοντέλα εχθρών ή ποικιλία στα περιβάλλοντα.

Παρόλα αυτά, καταφέραμε να βγάλουμε τους τρεις από τους πέντε κόσμους του παιχνιδιού, παίζοντας σχεδόν δέκα και κάτι ώρες, και καταλήξαμε με τα εξής δύο συμπεράσματα: Από τη στιγμή που ας πούμε ότι δεχόμαστε ότι οι προθέσεις είναι ειλικρινείς και οι δυνατότητες αποδεδειγμένα χαμηλής δυναμικής, γιατί δεν χρησιμοποιήθηκε το μοντέλο της Early Access για αυτό το παιχνίδι; Να μαζέψει ο developer πέντε, δέκα, εκατό παίκτες που θα το αγοράσουν, και όλοι μαζί να το φέρουν σε ένα ευπαρουσίαστο επίπεδο.

Και για το Θεό, έως πότε θα συνεχίζεται αυτός ο κανιβαλισμός της φόρμουλας της From Software με χαμηλής ποιότητας παιχνίδια, που θα έκανε ακόμα και τον πιο αισιόδοξο κάτοικο της Lordran να πάρει φορά και να φουντάρει από τις σκεπές του Anor Londo;

Το The Bearer & the Last Flame κυκλοφορεί από τις 6/3/26 για PS5, PC και Xbox Series. Το review μας βασίστηκε στην έκδοσή του για το PS5 με review code που λάβαμε από την Enarxis Dynamic Media.

Οδυσσέας Γιαννιώτης
Οδυσσέας Γιαννιώτης

Keep Playing and Praise the Sun

Άρθρα: 99

Υποβολή απάντησης