
Everdark: Undead Apocalypse | Review
Ένα Love Letter στα Horror Movies των '80s.
Σε μια εποχή κατά την οποία τα παιχνίδια με ζόμπι και βρικόλακες προσπαθούν συχνά να εντυπωσιάσουν με περίπλοκα σενάρια, η ESDIP Games επιλέγει τον δρόμο της «ρετρό» ειλικρίνειας, παρουσιάζοντας ένα παιχνίδι που δεν προσποιείται ότι είναι κάτι περισσότερο από αυτό που φαίνεται. Το Everdark: Undead Apocalypse δεν κρύβει την ταυτότητά του. Πρόκειται για ένα survival horror shooter που μοιάζει να ξεπήδησε από βιντεοκασέτα της δεκαετίας του ’80, αμφιβόλου ποιότητας ίσως, αλλά με ξεκάθαρη πρόθεση: να τιμήσει το είδος, όχι να το επαναπροσδιορίσει. Απλό και τίμιο.
Το παιχνίδι ξεκινά με το κλασικό μοτίβο ενός ατυχήματος που εγκλωβίζει τον πρωταγωνιστή σε μια εφιαλτική / καταραμένη πόλη, ενώ το σενάριο παραμένει σκόπιμα λιτό, ώστε η ατμόσφαιρα να αναδειχθεί ως ο πραγματικός πρωταγωνιστής. Κλασικά, εικονογραφήμενα και αγαπημένα, χωρίς περιττές εισαγωγές, σε ρίχνει κατευθείαν στο χάος και τη μιζέρια.

Χρησιμοποιώντας την Unreal Engine 5, οι δημιουργοί έχουν χτίσει έναν κόσμο στον οποίο ο φωτισμός γίνεται εργαλείο επιβίωσης. Οι σκιές στα στενά δρομάκια και η απόκοσμη ομίχλη δημιουργούν μια συνεχή αίσθηση κλειστοφοβίας, η οποία ενισχύεται από ένα soundtrack που εναλλάσσεται μεταξύ synthwave, rock και metal, προσφέροντας στο παιχνίδι μια μοναδική ταυτότητα ήχου, απολύτως ταιριαστής με τη γενική ατμόσφαιρά του, ενισχύοντας αυτή τη «Β’ κατηγορίας» ταυτότητα που το παιχνίδι αγκαλιάζει συνειδητά.
Η μεγαλύτερη επιτυχία του Everdark είναι ότι αρνείται να γίνει ένα ακόμα απλό shooter. Εδώ, οι σφαίρες δεν αρκούν για να εξοντώσουν οριστικά τους βρικόλακες, και ο παίκτης καλείται να ακολουθήσει μια στρατηγική που βασίζεται στην εξασθένιση και την ολοκλήρωση της επίθεσης από κοντά. Το loop της μάχης αποτελείται από τα δύο αυτά συστατικά: Χρήση πυροβόλων, αυτοσχέδιων ή melee αντικειμένων για να ζαλιστεί ο εχθρός και τελειωτικό χτύπημα από πολύ κοντινή απόσταση ώστε να καρφωθεί ο πάσαλος στην καρδιά του. Απλό στη σύλληψη αλλά απαιτητικό στην πράξη. Αξίζει να σημειωθεί, ότι αν ξεχάσετε να παλουκώσετε τον εχθρό, ο βρικόλακας θα επανέλθει.

Το gameplay φροντίζει να υπενθυμίζει διαρκώς ότι οι σφαίρες δεν είναι ανεξάντλητες. Αντίθετα, αποτελούν πολύτιμο πόρο, τον οποίο οφείλεις να διαχειρίζεσαι με σύνεση, αν δεν θέλεις να βρεθείς απροετοίμαστος μπροστά σε μια αγέλη πεινασμένων βρικολάκων ή σε ένα boss. Αν παρασυρθείς και αρχίσεις να πυροβολείς χωρίς μέτρο, το πιθανότερο είναι ότι θα ξεμείνεις από σφαίρες γρήγορα, τη στιγμή ακριβώς που θα τις χρειάζεσαι περισσότερο και…reload.
Η εναλλαγή όπλων γίνεται μέσω ενός radial menu (κρατώντας L1), το οποίο λειτουργεί καλά στις πιο ήρεμες στιγμές, αλλά μπορεί να φανεί «clumsy» όταν η δράση κορυφώνεται, προσθέτοντας έτσι μια ακόμα δόση στρατηγικής στον χειρισμό των όπλων και στην αντιμετώπιση πολλών βρικολάκων ταυτόχρονα. Αυτό σημαίνει ότι δεν αρκεί να έχετε απλώς γρήγορη πρόσβαση στα όπλα σας, πρέπει να σκεφτείτε ποιο όπλο θα χρησιμοποιήσετε και πότε, ειδικά όταν τα πυρομαχικά είναι περιορισμένα και η πίεση αυξάνεται.

Ωστόσο, η επιβίωση δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τα όπλα. Η στρατηγική επεκτείνεται και σε πιο «παραδοσιακά» μέσα αντιμετώπισης των βρικολάκων, όπως ο αγιασμός, οι σταυροί και οι αυτοσχέδιες βόμβες σκόρδου, εργαλεία τα οποία μπορούν να ανατρέψουν την ισορροπία σε δύσκολες στιγμές.
Παράλληλα, οι λιγοστές ασφαλείς ζώνες, όπου η παρουσία σκόρδου κρατά τις απειλές σε απόσταση, λειτουργούν σαν πολύτιμα καταφύγια. Σε αρκετές περιπτώσεις, μάλιστα, η πιο ασφαλής επιλογή δεν είναι η κατά μέτωπο επίθεση, αλλά η αποφυγή και η προσεκτική κίνηση, καθώς το να τραβήξεις την προσοχή πολλών εχθρών ταυτόχρονα μπορεί να αποδειχθεί μοιραίο.

Αργότερα, το παιχνίδι προσφέρει και πιο εξειδικευμένα όπλα, όπως μια βαλλίστρα, η οποία μπορεί να σκοτώσει ακαριαία αν πετύχουμε το σωστό σημείο. Ωστόσο, ο αργός ρυθμός επαναγέμισης και τα περιορισμένα πυρομαχικά την καθιστούν ριψοκίνδυνη επιλογή σε στιγμές έντασης, με αποτέλεσμα η χρήση της να γίνεται κυρίως επιλεκτικά.
Στο Everdark δεν θα νιώσετε ποτέ απόλυτη ασφάλεια. Ιδιαίτερα στις πρώτες αποστολές, η δυσκολία μπορεί να φανεί αποθαρρυντική, καθώς το παιχνίδι δεν συγχωρεί εύκολα λάθη και ο παίκτης δεν έχει ακόμη εξοικειωθεί με τον ρυθμό και τους μηχανισμούς του. Το σύστημα των checkpoints είναι παλιομοδίτικο και αρκετά αραιό, πράγμα που σημαίνει ότι αν πεθάνετε (και θα συμβεί αρκετές φορές) δεν θα επιστρέψετε λίγα δευτερόλεπτα πίσω, αλλά συχνά θα χρειαστεί να επαναλάβετε ολόκληρα τμήματα του επιπέδου, σκοτώνοντας ξανά τους ίδιους βρικόλακες επαναλαμβάνοντας, σοφότεροι, τα ίδια βήματα.

Παράλληλα, η σχεδίαση των χώρων δημιουργεί στιγμές έντασης πέρα από τους ίδιους τους εχθρούς. Οι στενοί διάδρομοι, τα κολλημένα corners και τα περιβαλλοντικά αντικείμενα μπορούν να περιορίσουν τις κινήσεις σας, κάνοντας εύκολο το να εγκλωβιστείτε.
Η απουσία δυνατότητας χειροκίνητης αποθήκευσης ανά τακτά διαστήματα προσθέτει ένταση, κάνοντας κάθε χαμένη σφαίρα και κάθε χτύπημα που κάνει register να μετράει διπλά. Μία μικρή παρέκκλιση, επομένως, στη στόχευση σε ζωτικό σημείο που θα «τελείωνε» τον βρικόλακα, θα σας αναγκάσει να επαναλάβετε τα section. Είναι μια άσκηση υπομονής.

Εκεί όπου το παιχνίδι δείχνει να υστερεί είναι στον τρόπο με τον οποίο αξιοποιεί το περιβάλλον του. Παρότι η αισθητική και οι αναφορές στα ’80s είναι ξεκάθαρες, οι χώροι δεν καταφέρνουν να μεταφέρουν ιστορία από μόνοι τους, με αποτέλεσμα η πόλη να θυμίζει περισσότερο σκηνικό παρά έναν τόπο με παρελθόν και συνοχή. Είναι ένα στοιχείο που, αν είχε δουλευτεί περισσότερο, θα μπορούσε να δώσει πολύ μεγαλύτερο βάθος στην εμπειρία, πέρα από την αποσπασματική εξιστόρηση του lore μέσω σημειώσεων που βρίσκει ο παίκτης κατά τη διάρκεια της εξερεύνησης.
Πέρα από τη δυσκολία, το παιχνίδι προδίδει τον περιορισμένο προϋπολογισμό του σε ορισμένα τεχνικά σημεία. Η στόχευση δεν προσφέρει πάντα την αίσθηση ακρίβειας που θα περίμενε κανείς, αλλά δίνει την εντύπωση μιας πιο «αδέξιας» προσέγγισης. Επιπλέον, η έλλειψη αυτόματου επαναγεμίσματος του όπλου λειτουργεί συχνά ως παγίδα, καθώς θα βρεθείτε αρκετές φορές αντιμέτωποι με εχθρούς τη στιγμή που συνειδητοποιείτε ότι το όπλο σας είναι άδειο. Όσον αφορά τη διάρκεια, το Everdark: Undead Apocalypse ολοκληρώνεται συνήθως σε 3–4 ώρες, ενώ έχει και δυνατότητα New Game Plus.
Το Everdark: Undead Apocalypse είναι, τελικά, μια τίμια πρόταση που γνωρίζει ακριβώς τι θέλει να είναι. Δεν επιδιώκει να ανταγωνιστεί μεγάλες παραγωγές, αλλά να προσφέρει μια άμεση, ωμή και νοσταλγική εμπειρία, βασισμένη σε έναν στιβαρό και εθιστικό πυρήνα gameplay. Σωστή κατεύθυνση, ξεχωριστή ταυτότητα, αλλά η εκτέλεση της θα μπορούσε να είναι καλύτερη.
Το Everdark: Undead Apocalypse κυκλοφορεί σε retail έκδοση για το PS5 από τις 27/2/26 (σε ψηφιακή μορφή είναι διαθέσιμο από τον Οκτώβριο του 2025 για PS5, PC και Xbox Series). Το review μας βασίστηκε στην έκδοσή του για το PS5 με review code που λάβαμε από την Enarxis Dynamic Media.