
Assassin’s Creed II
Τίποτε δεν είναι αληθινό, τα πάντα επιτρέπονται στο sequel της Ubisoft
Τίποτε δεν είναι αληθινό, τα πάντα επιτρέπονται στο sequel της Ubisoft
Η Αναγέννηση που ξεκίνησε από τη Βόρεια Ιταλία ήταν ένα πολιτισμικό κίνημα το οποίο, για πρώτη φορά μετά τα σκοτεινά χρόνια του Μεσαίωνα, έφερε στο προσκήνιο την τέχνη, τη λογοτεχνία και την επιστήμη. Ακολουθώντας τα ιδεώδη του ανθρώπινου πνεύματος και της διανόησης που είχαν χαθεί μετά το τέλος του αρχαίου κόσμου, η Αναγέννηση, δικαιολογώντας το όνομά της, ήταν μια νέα ευκαιρία για τον άνθρωπο να ξαναφθάσει το χαμένο του μεγαλείο. Είναι σχεδόν ταιριαστό το ότι το sequel του Assassin’s Creed, ενός παιχνιδιού με καταπληκτικές ιδέες που χάνονταν σε ένα Μεσαίωνα game design, τοποθετείται ακριβώς στην εποχή αυτή – οι ιδέες που εισήγαγε το πρώτο παιχνίδι έχουν πλέον αναπτυχθεί, έχουν δουλευτεί περισσότερο και αποτελούν πραγματική και αδιαμφισβήτητη πρόοδο για τη σειρά.
Στήνοντας τη σκηνή του δράματος
Η ιστορία του Assassin’s Creed 2 ξεκινά στη Φλωρεντία στα τέλη του 15ου αιώνα, όπου συναντάμε τον ήρωά μας, τον Ezio Auditore da Firenze, έναν έφηβο γόνο καλής οικογένειας που, όπως οι συνομήλικοί του, αγαπά την καλοπέραση και την ξένοιαστη ζωή που του προσφέρουν η κοινωνική του θέση και τα φυσικά του χαρίσματα.
Όμως η Φλωρεντία της εποχής αυτής δεν είναι μια ήσυχη πόλη. Η οικογένεια του Ezio δεν αργεί να εμπλακεί στο πολιτικό παιχνίδι ανάμεσα στη δυναστεία των Medici και των ισχυρών αντιπάλων τους, των Pazzi, πράγμα που κοστίζει τη ζωή στον πατέρα και στα αδέρφια του Ezio. Φυγάς πλέον, ο Ezio θα ανακαλύψει ότι ο πατέρας του, Giovanni, δεν ήταν ένας απλός τραπεζίτης αλλά ένας Ασσασσίνος, μέλος ενός πανάρχαιου τάγματος δολοφόνων που αποστολή έχουν να προφυλάσσουν την παγκόσμια ισορροπία, μαχόμενοι ενάντια στους οπορτουνιστές και μεγαλομανείς Templars.
Καθώς αναλαμβάνει το ρόλο του πατέρα του, τόσο στο πλευρό του, όσο και εναντίον του θα σταθούν μερικές από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες της εποχής, όπως ο Lorenzo de’ Medici, η Caterina Sforza, o Rodrigo Borgia – αργότερα Πάπας Αλέξανδρος VI –, η δυναστεία των Pazzi και φυσικά ο Leonardo da Vinci, ενώ ο ήρωάς μας θα παραβρεθεί σε πραγματικά ιστορικά γεγονότα, όπως η απόπειρα δολοφονίας του Lorenzo de’ Medici από τους Pazzi το 1478.
Στο μεταξύ, μισή χιλιετία αργότερα, ο Desmond Miles ανακαλύπτει ότι σιγά σιγά αναπτύσσει ικανότητες που ποτέ δεν είχε, τις οποίες του κληροδοτούν οι πρόγονοί του, όπως ο Altair και ο Ezio, μέσω της τεχνολογίας του Animus. Δραπετεύοντας από τη διοικούμενη από Templars, Abstergo μαζί με την επίσης Assassin Lucy, ο Desmond βρίσκει μπροστά του περισσότερα ερωτήματα απ’ ό,τι απαντήσεις. Ποιος είναι ο μυστηριώδης Subject 16 που άφησε κρυμμένα ίχνη μέσα στο πρόγραμμα για να τα βρει ο Desmond; Ποιό είναι το μεγάλο μυστικό που κρύβεται πίσω από τα Pieces of Eden; Ποια συνωμοσία υπάρχει πίσω από όλα αυτά και πόσο μακριά – και κυρίως πόσο παλιά – πηγαίνει; Κάποια από αυτά τα ερωτήματα θα απαντηθούν κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού, κάποιων οι απαντήσεις θα εξαρτηθούν από το πώς θα παίξουμε το παιχνίδι και τέλος, κάποια θα παραμείνουν αναπάντητα μέχρι την επόμενη, αναπόφευκτη συνέχεια.
Όπως και στο πρώτο παιχνίδι, το σενάριο είναι από τα πιο δυνατά στοιχεία. Η ιστορία του Ezio είναι φαινομενικά απλή – είναι στη βάση της μια ιστορία εκδίκησης, άλλωστε – αλλά γρήγορα εμπλέκονται σ’ αυτή εκατοντάδες άλλες κλωστές ενός πολύπλοκου υφαντού, η αποκάλυψη του οποίου γίνεται από τα πιο εθιστικά σημεία του παιχνιδιού.
Τα ιστορικά στοιχεία είναι προσεγμένα και συνδυάζονται αρκετά επιδέξια με το μύθο που δημιουργεί το παιχνίδι, δημιουργώντας ένα πολύ υποβλητικό σύνολο. Ο ίδιος ο Ezio είναι αρκετά πιο ενδιαφέρων χαρακτήρας από τον βαρβάτο αλλά μονόπλευρο Altair, μια και κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού παρακολουθούμε την εξέλιξή του από ξένοιαστο νεαρό σε βετεράνο δολοφόνο, με όλες του τις ανασφάλειες, τα ελαττώματα αλλά και τη χαρισματική του προσωπικότητα. Το ίδιο φανταστική όμως είναι και η συμπρωταγωνίστρια του Ezio, που δεν είναι άλλη από την αναγεννησιακή Ιταλία, ένα πολύ πιο συναρπαστικό σκηνικό από αυτό του προηγούμενου. Κάτι που ξεχνιόταν εύκολα στο πρώτο Assassin’s Creed μέσα στο επαναλαμβανόμενο gameplay και στον ενίοτε προβληματικό χειρισμό του, ήταν το πόσο εξαιρετικά σχεδιασμένος ήταν ο κόσμος του.
Το δεύτερο μέρος συνεχίζει αυτή την παράδοση, με το σχεδιασμό των πόλεων του παιχνιδιού να ξεπερνάει κάθε προηγούμενο στη σειρά, τόσο τεχνικά όσο και εικαστικά. Από τους πύργους του San Gimignano ως το Ponte Vecchio της Φλωρεντίας, κι από τους λόφους του Monteriggioni μέχρι το καμπαναριό του Αγίου Μάρκου στη Βενετία, όλες οι τοποθεσίες του παιχνιδιού είναι αριστουργηματικά υλοποιημένες και συνεισφέρουν τα μέγιστα στη δημιουργία της καταπληκτικής ατμόσφαιρας του παιχνιδιού.
{PAGE_BREAK}
Η αναγέννηση του gameplay
Γιατί τόσος πολύς χώρος για την ιστορία και το setting του παιχνιδιού, μπορεί να αναρωτηθούν κάποιοι; Η απάντηση, πέρα από το γεγονός ότι αυτά αποτελούν από τα πιο δυνατά στοιχεία του, είναι ότι χάρη σε αυτά διορθώνεται το μεγαλύτερο πρόβλημα του πρώτου μέρους, η προαναφερθείσα επανάληψη στο gameplay. Οι κυρίως αποστολές μας εξακολουθούν να αφορούν την εκτέλεση ορισμένων σκοπών ώστε να φτάσουμε στη δολοφονία ενός στόχου, όμως λίγες από αυτές τις αποστολές επαναλαμβάνονται πλέον, ενώ όλες τους είναι άρρηκτα δεμένες με την εξέλιξη και την αφήγηση της κυρίως ιστορίας, έτσι ώστε, ακόμη και αποστολές που μοιάζουν μεταξύ τους, διαφέρουν λόγω αλλαγής σκηνικού ή διαφοράς μεταξύ των καταστάσεων, κλπ.
Ταυτόχρονα, υπάρχουν πολύ περισσότερα πράγματα που μπορούμε να κάνουμε στον ανοιχτό κόσμο του Assassin’s Creed II όταν δεν κυνηγάμε κάποιο υποψήφιο θύμα. Στις πόλεις του παιχνιδιού θα συναντήσουμε πλέον εμπόρους διαφόρων ειδών, όπως σιδεράδες από τους οποίους μπορούμε να επισκευάζουμε και να αναβαθμίζουμε τον εξοπλισμό μας, γιατρούς στους οποίους μπορούμε να θεραπευόμαστε και να αγοράζουμε φάρμακα (ουσιαστικά health potions) και εμπόρους έργων τέχνης απ’ όπου αγοράζουμε πίνακες για τη βίλα μας.
Παράλληλα, με τη γνωστή τακτική του σκαρφαλώματος σε ψηλά σημεία για επιτήρηση και ανίχνευση των γύρω περιοχών αποκαλύπτουμε διάφορες side missions που περιλαμβάνουν races, παράδοση αντικειμένων, δολοφονία πιο ασήμαντων στόχων, ξυλοδαρμούς κλπ. Αυτές οι αποστολές είναι μεν αρκετά επαναλαμβανόμενες και γρήγορα γίνονται βαρετές, όμως μπορεί κανείς να τις αγνοήσει και τελείως χωρίς να επηρεαστεί η κυρίως πλοκή. Πιο βασικά για το gameplay είναι τα collectible items, όπως ήταν οι σημαίες στο πρώτο – εδώ συγκεντρώνουμε φτερά που βρίσκονται διάσπαρτα στις πίστες, κρυμμένα σύμβολα πάνω σε μνημεία τα οποία μπορεί να διαβάσει μόνο ο Desmond μέσω του Ezio και κωδικοποιημένες σελίδες που γράφτηκαν από τον ίδιο τον Altair, τις οποίες δίνουμε στον da Vinci για να σπάσει τον κώδικα (το πιάσατε ε;).
Το σημαντικό όμως είναι ότι, όπως οι κύριες αποστολές, το συγκεκριμένο στοιχείο του gameplay συνδέεται πολύ έξυπνα με την ιστορία του παιχνιδιού, δίνοντάς μας ένα πρόσθετο έναυσμα για τη συγκέντρωσή τους, έτσι ώστε η δραστηριότητα αυτή να μη γίνεται εύκολα βαρετή, παρά την επανάληψή της. Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, σημαντικό ρόλο στο gameplay παίζει η βίλα των Auditore στο Monteriggioni, η οποία κατά το μεγαλύτερο μέρος του παιχνιδιού θα αποτελεί την έδρα και βάση μας.
Σαν ιδέα λειτουργεί περίπου όπως το κάστρο μας στο Neverwinter Nights 2, καθώς την παραλαμβάνουμε μαζί με το χωριό της σε εξαθλιωμένη κατάσταση, όμως γρήγορα έχουμε τη δυνατότητα να κάνουμε σ’ αυτή και στο χωριό μεγάλες αναβαθμίσεις, οι οποίες βελτιώνουν την εικόνα του χωριού και των κατοίκων και μας δίνουν μια σταθερά αυξανόμενη πηγή εσόδων. Εκεί μπορούμε επίσης να εκθέτουμε τα όπλα, τις πανοπλίες και τα έργα τέχνης που έχουμε αγοράσει, τις αποκωδικοποιημένες σελίδες του Altair, τα θύματα που έπεσαν από τις λεπίδες μας, και ορισμένα άλλα μυστικά. Έτσι, η βίλα γίνεται κάτι σαν την προσωπική μας bat-cave, και το παιχνίδι φροντίζει να μας δίνει έναυσμα να γυρίζουμε σ’ αυτή όποτε προλαβαίνουμε ανάμεσα στις αποστολές μας.
Όλες οι τοποθεσίες του Assassin’s Creed ΙΙ είναι πλέον πιο πυκνοκατοικημένες, και αυτό μας επιτρέπει να κρυβόμαστε σε οποιοδήποτε πλήθος με τον τρόπο που κρυβόμασταν μέσα στους μοναχούς στο πρώτο. Πέρα από αυτό, στο δρόμο υπάρχουν άνθρωποι που μπορούμε να προσλάβουμε για να μας βοηθούν – πόρνες με τις οποίες μπορούμε να κρυφτούμε ή να τις στείλουμε να απασχολήσουν στρατιώτες, κλέφτες που μας ακολουθούν πάνω στις στέγες και μπορούν να τραβήξουν τους διώκτες μας και μισθοφόρους που μάχονται για μας. Κάποιες φορές η χρήση αυτών των ομάδων μας επιβάλλεται από το σενάριο, όμως μπορούμε να τις χρησιμοποιήσουμε όποτε θέλουμε, καταλήγοντας σε μερικές πολύ ευφάνταστες και βολικές επιλύσεις κάποιων καταστάσεων.
Κώδικας da Vinci: Τεχνικά
Με παρόμοιες βελτιώσεις και προσθέσεις έχει εμπλουτιστεί και ο χειρισμός του παιχνιδιού. Το κυριότερο στοιχείο του παραμένει το free running στην πόλη, το οποίο λειτουργεί όπως ακριβώς και στο πρώτο, μόνο που τώρα ο Ezio έχει ορισμένες νέες κινήσεις και ικανότητες οι οποίες του δίνουν ευκολότερη πρόσβαση σε πιο δύσκολα σημεία. Μαζί με το σύστημα χειρισμού του πρώτου, ωστόσο, έχουν μεταφερθεί και τα προβληματάκια του, όπως η δυσκολία στην κατεύθυνση σε κάποια σημεία που οδηγεί τον Ezio να κάνει μερικά άκρως αψυχολόγητα άλματα στο κενό και η ενίοτε προβληματική κάμερα. Τα προβλήματα είναι αμελητέα, και η εξοικείωση με τον τίτλο σύντομα τα ελαχιστοποιεί, όμως δεν μπορούν να μην αναφερθούν.
{PAGE_BREAK}
Η μάχη περιλαμβάνει επίσης κάποιες ενδιαφέρουσες νέες κινήσεις, ενώ πλέον μπορούμε να αφοπλίζουμε τους αντιπάλους μας και να χρησιμοποιούμε τα όπλα τους εναντίον τους. Παράλληλα, το οπλοστάσιό μας είναι πιο εκτενές, με προσθέσεις όπως οι λεπίδες και στα δύο χέρια, το μικρό πιστόλι στο περικάρπιο και οι βόμβες καπνού που μας επιτρέπουν να ξεφύγουμε από δυσάρεστες καταστάσεις. Όλα αυτά είναι προσβάσιμα μέσω του inventory μας, το οποίο μας δίνει τα εφόδια για να αντιμετωπίσουμε σχεδόν οποιαδήποτε κατάσταση.
Τεχνικά, το Assassin’s Creed II συνεχίζει την καλή παράδοση του προκατόχου του. Η Anvil Engine, που χρησιμοποιήθηκε και στο πρώτο Assassin’s Creed, αποδίδει τον κόσμο με μια πανδαισία χρωμάτων και σχεδίων που αποτυπώνουν με τον καλύτερο τρόπο τη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο και δίνουν μια φανταστική ατμόσφαιρα στο gameplay. Μεγάλο ρόλο σε αυτό παίζουν και τα εξαιρετικά εφέ φωτισμού, και φυσικά η καταπληκτική μουσική του Jesper Kyd που ντύνει υπέροχα όλες τις σκηνές του παιχνιδιού. Τα μοντέλα των χαρακτήρων είναι βασισμένα σε πραγματικούς ηθοποιούς και οι ερμηνείες που έχουν αποτυπωθεί με τη μέθοδο του motion capture συνθέτουν ένα πολύ πειστικό σύνολο, το οποίο όμως σπάνε μερικές παραφωνίες σε κάποια από αυτά.
Το voice acting είναι κι αυτό σε πολύ καλά επίπεδα, αν και ο γράφων εξακολουθεί να ενοχλείται αφάνταστα από τις προφορές – τουλάχιστον το παιχνίδι βάζει έναν από τους χαρακτήρες να σχολιάζει το εν λόγω πρόβλημα, εξηγώντας κάπως την παρουσία του. Σημαντικό είναι ότι, τουλάχιστον στην έκδοση για Xbox 360, δεν παρατηρήσαμε σημαντικά προβλήματα ούτε σε frame rate ούτε γενικά στα γραφικά, πέρα από κάποιες αμελητέες καθυστερήσεις στην εμφάνιση κάποιων textures, ενώ και τα bugs σε μεγάλο βαθμό έλαμψαν διά της απουσίας τους.
{VIDEO_1}
Συμπεράσματα
Το Assassin’s Creed II δεν είναι τίποτα λιγότερο από το ιδανικό sequel. Διατηρώντας όλα τα θετικά στοιχεία που έκαναν το πρώτο επιτυχία, βελτιώνει σχεδόν όλα τα προβλήματα που εκείνο είχε, δίνοντας την ευκαιρία στις πραγματικά έξυπνες ιδέες της σειράς να λάμψουν. Ταυτόχρονα, καταφέρνει να διηγηθεί μια πολύ προσεγμένη ιστορία η οποία συμπληρώνεται ιδανικά από το gameplay και το έξοχο setting, δημιουργώντας έτσι μια φανταστική action εμπειρία. Ίσως η τελευταία πραγματικά μεγάλη κυκλοφορία της χρονιάς, το Assassin’s Creed II φαίνεται προορισμένο να κλείσει τη σαιζόν με μια έκρηξη – ή έστω, μια βόμβα καπνού. Το σίγουρο είναι ότι στη σειρά Assassin’s Creed ήρθε η πολυπόθητη Αναγέννησή της.
Μιχάλης Τέγος