
Splinter Cell: Conviction
Ο Sam Fisher βγαίνει ξανά από τις σκιές
Ο Sam Fisher βγαίνει ξανά από τις σκιές
Κάποιοι λένε ότι ο πόλεμος ποτέ δεν αλλάζει. Για άλλους, ο πόλεμος έχει αλλάξει. Όποιος κι αν έχει δίκιο, για τον Sam Fisher δεν έχει σημασία: ο δικός του πόλεμος διεξάγεται στις σκιές, όπου το μόνο σκοτάδι πιο πηχτό από αυτό των στενών διαδρόμων, είναι το σκοτάδι μέσα στην ψυχή του. Το Splinter Cell: Conviction είναι κι αυτό ένα παιχνίδι που ποτέ δεν αλλάζει, κι όμως έχει αλλάξει. Το πολυαναμενόμενο νέο κεφάλαιο της δημοφιλούς stealth σειράς μοιράζεται το όνομα, τον πρωταγωνιστή και τον κόσμο του με τα προηγούμενα μέρη, όμως ακολουθεί ένα νέο μονοπάτι που θα διχάσει τους φίλους του Sam Fisher.
Σκοτεινές ιστορίες: Σενάριο
Το άνοιγμα του Conviction βρίσκει τον Sam στη Μάλτα, εκτός των τάξεων του Third Echelon, να προσπαθεί να ερευνήσει και να εκδικηθεί το θάνατο της κόρης του. Σύντομα συνειδητοποιεί ότι το παρελθόν φυγείν αδύνατον, καθώς γνώριμα πρόσωπα επιστρέφουν για να βοηθήσουν ή να εμποδίσουν το έργο του.
Χωρίς το πανίσχυρο δίκτυο και τον πανάκριβο εξοπλισμό του Third Echelon πίσω του, ο Sam θα πρέπει να βασιστεί αποκλειστικά στην απαράμιλλη εκπαίδευσή του και στον εξοπλισμό που σηκώνει από τα πτώματα των εχθρών του (ναι, ο Sam δεν αφήνει πλέον αναίσθητους φρουρούς τριγύρω – το έλεος μάς τελείωσε) για να ανακαλύψει τους ανθρώπους που ψάχνει και την τελική μοίρα της κόρης του. Το σενάριο του Conviction είναι λειτουργικό και ενδιαφέρον, αν και δεν ξεφεύγει από τα συνηθισμένα επίπεδα ενός “Tom Clancy-ειδούς” μυθιστορήματος.
Clancy εναντίον Bauer: Μάχη
Το βασικό είναι ότι ο Sam Fisher του Conviction είναι ένας διαφορετικός άνθρωπος από αυτόν που στρατολογήθηκε από το Third Echelon τόσα χρόνια πριν. Πιο γέρος, πιο πικραμένος και πιο θανάσιμος, ο Sam είναι επικίνδυνος σαν πληγωμένο ζώο που στριμώχτηκε στη γωνία, και το gameplay αντανακλά αυτό ακριβώς.
Μπορεί μεγάλη έμφαση να δίνεται ξανά στο stealth και στις νέες μεθόδους που έχουν προστεθεί σ’αυτό, αλλά το shooting είναι πιο τονισμένο από ποτέ στη σειρά, σε σημείο που πολλά τμήματα θυμίζουν αποκλειστικά 3rd person cover-based shooter. Δεν είναι λίγα τα σημεία που το stealth μας θα πάει στράφι από μία λάθος κίνηση, κάνοντας ολόκληρο το δωμάτιο να αδειάζει πολυβόλα εναντίον μας, και να ανακαλύψουμε ότι μπορούμε πολύ άνετα να αρπάξουμε ένα κι εμείς και να καθαρίσουμε τους αντιπάλους μας έναν-έναν. Δεν αποκλείεται, μάλιστα, αρκετοί να προσπαθήσουν να παίξουν το παιχνίδι με αυτόν τον τρόπο. Με εξαίρεση κάποια σημεία που η έξοδος από το stealth σημαίνει επιστροφή στο checkpoint, μπορεί και να το καταφέρουν.
Η μάχη ενισχύεται από μία νέα κίνηση ονόματι Mark and Execute, η οποία μας επιτρέπει να “μαρκάρουμε” κάποιους αντιπάλους (από δύο έως τέσσερις, ανάλογα το όπλο που κρατάμε και τα upgrades που του έχουμε κάνει), ώστε με το πάτημα του Υ να τους εκτελέσουμε διαδοχικά με ένα slow motion μοντάζ. Η δυνατότητα αυτή γίνεται διαθέσιμη για μία τέτοια εκτέλεση κάθε φορά που εξουδετερώνουμε έναν αντίπαλο με melee κίνηση. Σε συνδυασμό με το stealth, η συγκεκριμένη δυνατότητα μπορεί να οδηγήσει σε συναρπαστικές στιγμές καθώς εξουδετερώνουμε συστηματικά τους αντιπάλους μας σαν μια καλολαδωμένη μηχανή θανάτου, φέρνοντας στο νου ανάλογες καταστάσεις από παιχνίδια όπως το Batman: Arkham Asylum.
Θέατρο σκιών: Stealth
Το ίδιο το stealth βασίζεται στην προσεκτική κίνηση και στη χρήση της σκιάς για να κρυβόμαστε από τους αντιπάλους. Με το πάτημα ενός πλήκτρου μπορούμε να μετακινούμαστε σχεδόν αστραπιαία από ένα σημείο κάλυψης σε ένα άλλο, με κατάλληλες ενδείξεις να μας πληροφορούν πού θα καταλήξουμε. Όταν βρισκόμαστε στο σκοτάδι, είμαστε ουσιαστικά αθέατοι, και η οθόνη αλλάζει σε ασπρόμαυρη απεικόνιση για να υποδηλώσει το γεγονός αυτό. Πρόκειται για έναν άμεσο και αποτελεσματικό μηχανισμό που μας επιτρέπει να ξέρουμε ανά πάσα στιγμή την κατάστασή μας, ενώ ταυτόχρονα προσθέτει και στην ατμόσφαιρα. Γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι, καταστρέφοντας τις πηγές φωτός σε ένα χώρο, απλώνουμε περισσότερο σκοτάδι στο χώρο και αποκτούμε περισσότερη ελευθερία κινήσεων, ενώ πανικοβάλλουμε τους αντιπάλους μας, οι οποίοι αρχίζουν να απομακρύνονται από το σκοτάδι και να ψάχνουν τα πιο φωτεινά σημεία να σταθούν.
Δυστυχώς, αυτό είναι και το πιο έξυπνο πράγμα που κάνουν στο παιχνίδι, καθώς η AI τους δεν είναι και ό,τι καλύτερο έχουμε δει. Πέρα από την εκνευριστική επανάληψη των ίδιων δύο-τριών ατακών που απαγγέλλουν όταν έχουν αντιληφθεί ότι κάτι δεν πάει καλά, ακολουθούν λίγο-πολύ την ίδια πορεία στο περιβάλλον κάνοντας πολλές φορές το stealth θέμα συνεχούς δοκιμής και λάθους.
{PAGE_BREAK}
Ευτυχώς, οι αντίπαλοι συμπεριφέρονται κάπως καλύτερα στην περίπτωση του Last Known Position, ενός νέου, πολύ ενδιαφέροντος μηχανισμού που αφήνει ένα περίγραμμα του εαυτού μας στο τελευταίο σημείο που μας είδαν οι εχθροί. Στο μεταξύ, εμείς μπορούμε να αλλάξουμε θέση και να τους επιτεθούμε από τα πλάγια, καθώς αυτοί συγκεντρώνονται στην Last Known Position μας. Το πρόβλημα είναι ότι αυτό δουλεύει τόσο καλά, που οι εχθροί δε φαίνεται να σκέφτονται ούτε λεπτό ότι εμείς μπορεί στο μεταξύ να μετακινηθήκαμε, και περνούν αρκετή ώρα πυροβολώντας το ίδιο σημείο ή κινούμενοι προς αυτό, δίνοντάς μας άπλετο χρόνο να τους πλαγιοκοπήσουμε.
Γενικά το Conviction είναι ένα πιο εύκολο και πιο απλοποιημένο παιχνίδι από τους προκατόχους του, κάτι που αναμφίβολα θα ξενίσει τους φανατικούς φίλους της σειράς Splinter Cell, που περίμεναν αυτό το παιχνίδι πολύ καιρό. Πόσο μάλλον δεδομένης της μικρής του διάρκειας, καθώς σε έξι περίπου ώρες είχαμε ολοκληρώσει το single player campaign και αναρωτιόμασταν τα χρόνια πού πήγαν χαμένα. Παρ’όλα αυτά, σαν μια διαφορετική πρόταση στο είδος και στη σειρά, είναι ένα αρκετά καλό παιχνίδι το οποίο ανταμείβει την εξοικείωση με τα κόλπα του με έναν πολύ καλό και εθιστικό ρυθμό.
Ανορθόδοξες τακτικές: Modes
Η μικρή διάρκεια του campaign αντιμετωπίζεται κάπως από την πρόσθεση του co-op campaign για δύο φίλους, το οποίο μπορεί να παιχτεί σε split-screen ή δικτυακά. Εδώ η ιστορία αποτελεί prequel του κυρίως campaign και σας δίνει τον έλεγχο των πρακτόρων Archer και Kestrel, σε ένα πιο παραδοσιακό stealth-based παιχνίδι από ό,τι το single player. Οι αποστολές αυτές δεν είναι πολλές, αλλά υπόσχονται πολύ ενδιαφέρον gameplay καθώς πρέπει να συγχρονιζόμαστε και να συνεργαζόμαστε με τον συμπαίκτη μας για να προχωρούμε. Τα modes του παιχνιδιού συμπληρώνονται από το Deniable Ops, που περιέχει τέσσερα challenge modes, τα οποία μπορούν να παιχτούν σε single player ή σε co-op (κι ένα από αυτά, το Face-Off, βάζει τους δύο παίκτες αντιμέτωπους σε ένα χάρτη γεμάτο με AI εχθρούς). Σε γενικές γραμμές, τα co-op modes του Conviction είναι ποικίλα και ενδιαφέροντα, ανεβάζοντας αφενός τη διάρκεια και αφετέρου την γενικότερη αξία του τίτλου.
Night-vision goggles? Τεχνικά
Η απόδοση όλων αυτών μέσω του εικαστικού τομέα του παιχνιδιού είναι αρκετά καλή, χωρίς να αποτελεί κάτι το συνταρακτικό. Κατορθώνει, πάντως, να περάσει τη σωστή ατμόσφαιρα και να δίνει στον παίκτη ξεκάθαρες οδηγίες και κατευθύνσεις για το πού βρίσκεται και πού πρέπει να πάει.
{VIDEO_1}
Η ιδέα της προβολής των objectives σε τοίχους και επιφάνειες του παιχνιδιού, παράλληλα με εικόνες, video και μηνύματα που υποδηλώνουν την ψυχολογική κατάσταση του Sam είναι αρκετά ενδιαφέρουσα στυλιστικά και δίνει μια τηλεοπτική αίσθηση στα γεγονότα, θυμίζοντας τις δουλειές του JJ Abrams. Το voice-acting είναι ικανοποιητικό, χωρίς όμως να αποτελεί κάτι το ιδιαίτερο – ο θρυλικός Michael Ironside είναι ξανά η φωνή του Sam, όμως ακούγεται το ίδιο κουρασμένος και παραιτημένος όσο κι ο χαρακτήρας που ερμηνεύει, κάτι όχι πάντα υπέρ του.
Το Splinter Cell: Conviction είναι μια ιδιόμορφη περίπτωση παιχνιδιού, που δεν ξεκαθαρίζει απόλυτα σε ποιον απευθύνεται. Στους πιο παραδοσιακούς fans της σειράς θα λείψει η τακτική και ο σχεδιασμός της δράσης, η παρακολούθηση των αντιπάλων και η σιωπηλή εξουδετέρωσή τους, και το λεπτομερές interaction με τον κόσμο. Οι fans των shooters δε θα βρουν τη γρήγορη και έντονη εμπειρία που ζητούν. Ίσως τελικά οι fans που απόλαυσαν παιχνίδια όπως το Arkham Asylum να προσφέρονται καλύτερα σαν κοινό για το Conviction, όμως και πάλι, δεν έχουμε εδώ ένα παιχνίδι με τόσο ξεκάθαρο όραμα όσο η δημιουργία της Rocksteady.
Σε κάθε περίπτωση, πάντως, ο Sam Fisher επέστρεψε, και ενώ η επιστροφή του δεν είναι ακριβώς το παιχνίδι που περιμέναμε τόσα χρόνια, υπάρχουν εδώ πολλά πράγματα να εκτιμήσει κανείς. Για να χρησιμοποιήσουμε μια γαλλική έκφραση που η, επίσης γαλλική, Ubisoft μπορεί κάλλιστα να σκέφτηκε κατά τη δημιουργία του τίτλου, όσο περισσότερο αλλάζουν τα πράγματα, τόσο παραμένουν ίδια.
Μιχάλης Τέγος