


Ήταν μια φορά και έναν καιρό ένας Πρίγκιπας…
Ήταν μια φορά και έναν καιρό ένας Πρίγκιπας…
Καταρχάς, ο ήρωάς μας στο Fable 3 ΜΙΛΑΕΙ. O Πρίγκιπας ή η Πριγκίπισσα, αναλόγως τι έχουμε επιλέξει, και στόμα έχει, και μιλιά έχει. Για πρώτη φορά στην ιστορία του franchise, o βασικός χαρακτήρας συμμετέχει ενεργά στο σενάριο, απαντά, και εχει λόγο για τα τεκταινόμενα τριγύρω του, τουλάχιστον στα έξοχα cinematics του παιχνιδιού. Ο πρωταγωνιστής μας λοιπόν (ή πρωταγωνίστρια, αλλά δε θα το επαναλάβουμε για την οικονομία του λόγου), είναι αδελφός του Logan, βασιλιά της Albion, σε μια χρονολογική περίοδο διαφορετική από αυτές που έχουμε συνηθίσει, και η οποία παραπέμπει σε έναν παραμυθένιο συνδυασμό της μεταβικτωριανής περιόδου και της περιόδου της βιομηχανικής επανάστασης. Αντιμετωπίζοντας τη σκληρότητα και την αναλγησία του αδελφού του απέναντι στο λαό της Albion, και τον αδίστακτο τρόπο με τον οποίο αυτος κυβερνά, ο Πρίγκιπάς μας, με τη βοήθεια του πιστού του μπάτλερ του Jasper, και ενός ηλικιωμένου αξιωματούχου που τον εκπαίδευσε όλα τα προηγούμενα χρόνια, του Walter, φεύγουν από το κάστρο και μέσω μιας μυστικής υπόγειας τοποθεσίας φτάνουν σε περιοχές της Albion όπου αναζητούν συμμάχους και οπαδούς για την υποκίνηση μιας επανάστασης, με σκοπό την ανατροπή του Βασιλιά Logan και του βασανιστικού καθεστώτος του.
Με την έναρξη αυτής της πορείας, ο νεαρός πρίγκιπας μαθαίνει ότι, με βάση την κληρονομιά της μητέρας του, είναι ένας Ήρωας με ξεχωριστές δυνάμεις και δυνατότητες, γεγονός ικανό να γείρει την πλάστιγγα υπέρ του και να καθορίσει τις περαιτέρω εξελίξεις. Η ροή των γεγονότων θα οδηγήσει σε μεγάλες συγκρούσεις και δύσκολες αποφάσεις, και θα καταλήξει στο να αποφασίζεται η τύχη ολόκληρης της Albion από τον ίδιο τον παίκτη, ανάλογα με τη μέχρι τότε πορεία του στο παιχνίδι.
Με ευχάριστη έκπληξη, διαπιστώνουμε ότι παρά τις βασικές δομικές ομοιότητες της ιστορίας του Fable 3 με τις ιστορίες των προηγούμενων παιχνιδιών, η κλιμάκωση και το στήσιμό της, την καθιστούν κάτι διαφορετικό και ξεχωριστό σε σχέση με αυτά που έχουμε δει στο παρελθόν. Για πρώτη φορά σε ένα παιχνίδι Fable, νιώθουμε ότι οι πράξεις και οι επιλογές καθώς και η εξέλιξη της κεντρικής ιστορίας, επηρεάζει όλο τον κόσμο του παιχνιδιού, και ότι αυτός συμμετέχει ενεργά και καθορίζει από το μέρος του την κατάληξη του παραμυθιού σε συνδυασμό με τα πεπραγμένα του παίκτη. Ας μη γελιόμαστε. Και πάλι ένα Fable δεν καινοτομεί συνοριακά και δεν προκρίνει κάτι ρηξικέλευθο ή πρωτοπόρο.
Η στοιχειώδης δομή κάθε παραμυθιού είναι και πάλι παρούσα, με το μικρό αδύναμο καλό, που σταδιακά ενδυναμώνεται και συγκρούεται με το κακό (έστω και με την περιπλεγμένη εναλλαγή καλών-κακών επιλογών). Αλλά αυτή τη φορά, δεν πρόκειται για ένα μοναχικό ταξίδι με απαθή τον υπόλοιπο κόσμο του παιχνιδιού, αλλά για μια δυναμική πορεία, που αλλάζει την πραγματικότητα που ζει ο πρωταγωνιστής και οι κάτοικοι της Albion και η οποία διαμορφώνεται ανάλογα με τις επιλογές μας.
Για μια ακόμη μία φορά σε ένα παιχνίδι Fable, παρελαύνει μια σειρά από αξιομνημόνευτους χαρακτήρες (άλλοι γνωστοί από το παρελθόν και άλλοι νεοσύστατοι), που προσδίδουν ξεχωριστή ζωντάνια στο σενάριο και χρωματίζουν την ιστορία και την εξέλιξή της. Ναι μεν η σύνδεσή μας με αυτούς στηρίζεται αποκλειστικά στην ροη της ιστορίας, και η αλήθεια είναι ότι ο δεσμός που αναπτύσσεται δεν είναι κάτι το ιδιαίτερο, αλλά θεωρούμε ότι επιτελούν το σκοπό τους σαν ζωντανά γρανάζια της πλοκής, και όχι σαν ακίνητα και άψυχα ανδρείκελα. Είναι περιττο δε, να αναφέρουμε πόσο σημαντικό και καταλυτικό ρόλο διαδραματίζει στην περαίωση του σεναρίου η συγγραφή των διαλόγων του παιχνιδιού και η απόδοσή τους από μια πλειάδα γνωστών και ταλαντούχων έως καταξιωμένων ηθοποιών όπως ο μεγάλος John Cleese και ο Ben Kingsley.
Στο Fable 3, με πολύ απλά λόγια, μπορείτε να απολαύσετε κάποια από τα πιο καλογραμμένα και φροντισμένα cinematics που είχατε την ευκαιρία να παρακολουθήσετε σε παιχνίδι. Πλημμυρισμένα στο βρετανικό φλέγμα και διαποτισμένα με το γνωστό χιούμορ της Γηραιάς Αλβιόνας, ο παραμικρός διάλογος στο πλεον ταπεινό και ήσσονος σημασίας side quest είναι άξιος προσοχής. Πνευματώδη αστεία, σάτιρα, αυτοσαρκασμός και ποιητική-λογοτεχνική διάθεση χαρακτηρίζουν το σενάριο, του οποίου η απόδοση είναι αξιοζήλευτη.
Η ώρα λοιπόν να χτίσουμε το στρατό μας ήρθε και αυτό το επιτυγχάνουμε κάνοντας συμμάχους τους κατοίκους της Albion, πραγματοποιώντας μια σειρά από κύρια και δευτερεύοντα quests. H ποικιλία των quests στο Fable 3 είναι πραγματικά ζηλευτή. Από την κλασική αναζήτηση χαμένων artifacts σε ξεχασμένους από το χρόνο σπηλαιώδεις τύμβους με αντίπαλους ορδές από νεκροζωντανούς, μέχρι τη συμμετοχή μας σε θεατρικά έργα που διαδραματίζονται στο μαγικό κόσμο ενός βιβλίου, τα quests στο παιχνίδι δε θα σταματήσουν να μας εκπλήσσουν με την πρωτοτυπία τους και την ευρηματικότητά τους. Η ανταμοιβή μας λαμβάνεται σε Guild Seals, που αντικαθιστούν τα κλασικά XP points και δεν άφορα μόνο στην περαίωση ενός quest αλλά και στην επιτυχή έκβαση μιας μάχης με ποικίλους εχθρούς και στην αλληλεπίδραση με τους NPC χαρακτήρες του παιχνιδιού.
Με τα Guild Seals που συλλέγουμε, και αφού μεταφερθούμε σε έναν μυστικιστικό δρόμο μιας παράλληλης πραγματικότητας, που συμβολίζει την πορεία προς την επίτευξη του στόχου μας, αποκτούμε πρόσβαση σε σεντούκια που περιέχουν αναβαθμίσεις για τις πολεμικές μας ικανότητες (μάχη με σπαθιά και τσεκούρια ή σφυριά, μάχη με πιστόλια ή τυφέκια και μάχη με τη χρήση fire, shock κ.λπ. spells), στις κοινωνικές μας δεξιότητες (εκφράσεις και ενέργειες προς τους κατοίκους της Albion), στη δυνατότητά μας για αγοραπωλησίες σπιτιών και επιχειρήσεων, ακόμα και στην επιλογή για αλλαγές στην εμφάνισή μας.
{PAGE_BREAK}
Είναι το ιδιότυπο leveling του Fable 3 που ακόλουθει το δρόμο που χαράζουμε στο παιχνίδι, και σκιαγραφεί την πορεία του χαρακτήρα μας, και το πλήθος των συμμάχων μας. Είναι μια επιτυχημένη επιλογή που ,όμως, έκτος των άλλων, καθιστά εμφανές και ξεκάθαρο, ότι και στο τρίτο μέρος της σειράς, η RPG διαχείριση των χαρακτηριστικών μας σχεδόν απογυμνώνεται πλέον, είτε αυτό είναι θετικό, είτε αρνητικό ανάλογα με την οπτική γωνία του καθενός. Στην κατεύθυνση αυτή συνδράμει και το γεγονός ότι πλέον οι επιλογές μας στην κατάληξη ενός quest είναι ξεκάθαρες: Η καλή και η κακή. Κατουσίαν, αυτό δεν αλλάζει και τόσο αυτά που ως τώρα γνωρίζαμε στη σειρά, αλλά το γεγονός από μόνο του ξεσκεπάζει τις προθέσεις των δημιουργών: Το παιχνίδι να αγγίξει ένα ευρύτερο κοινό. Τέλος στις ενδιάμεσες λύσεις και στο «ναι μεν αλλά» που μπορούσε να καταλήξει σε ποικίλα αποτελέσματα. Στο Fable 3, και όσον άφορα τις επιλογές μας, ισχύει ο κανόνας του «Άσπρο-Μαύρο». Καθ’ ότι, όμως, δε γνωρίζουμε ποιες επιπτώσεις μπορεί να εχει μια φαινομενικά καλή ή κακή επιλογή μας στην εξέλιξη του παιχνιδιού, θεωρούμε ότι ουδόλως κοστίζει αυτή η νέα προσέγγιση στη λάμψη και στην αξία του τίτλου.
Εξετάζοντας και διεξοδικότερα όμως το gameplay του τίτλου, θα διαπιστώσουμε ότι η τάση να απλοποιηθούν σχεδόν όλοι οι μηχανισμοί, είναι πλεον για τα καλά εγκατεστημένη στο μυαλό των δημιουργών του παιχνιδιού. Η αλληλεπίδραση με τους κατοίκους της Albion γίνεται μόνο με έναν από αυτούς κάθε φορά, και περιορίζεται στην επιλογή «καλής» ή «κακής» ενέργειας, την οποία όμως εμείς δεν έχουμε δικαίωμα να επιλέξουμε (σε αντίθεση με το Fable 2 που και σε μεγαλύτερο πλήθος κόσμου μπορούσαμε να απευθυνθούμε και ενέργεια της επιλογής μας μπορούσαμε να πραγματοποιήσουμε) και καταλήγουμε να αποφαινόμαστε μόνο για τη φύση της επιλογής μας, πραγματοποιώντας κάτι εντελώς τυχαίο.
Έτσι, με μια ωραία γυναίκα, θα καταλήξουμε να κουτσομπολεύουμε απλά, ή να παίζουμε παιδικά παιχνίδια, ενώ με έναν αντιπαθητικό και κακάσχημο τύπο, του οποίου την εύνοια θέλουμε να κερδίσουμε, μπορεί να πραγματοποιήσουμε έναν αισθαντικό και ερωτικό χορό που θα καταλήξει σε ακροβατική πιρουέτα. Η επιλογή των δημιουργών στο επίπεδο αυτό είναι περιοριστική και δεσμευτική, και με δεδομένο ότι το μόνο αποτέλεσμα από την αλληλεπίδραση με τους NPCs είναι η συλλογή Guild Seals και όχι η διάπλαση του χαρακτήρα μας, σύντομα θα εκπέσουμε σε ένα grinding αλληλεπιδράσεων και τίποτε παραπέρα. Η δε νεοεισαχθείσα δυνατότητα να κρατάμε έναν NPC από το χέρι, το μόνο που καταφέρνει είναι να μας παραπέμψει με άκομψο τρόπο στο ICO αν και η αλήθεια είναι ότι χρησιμοποιείται σε ορισμένα quests με αρκετά επικοδομομητικό τρόπο.
Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι ο παίκτης κατά τη διάρκεια των διαφόρων βασικών η δευτερευόντων quests, θα βρεθεί αντιμέτωπος με προκλήσεις και αντικείμενα στα οποία δε μας εχει συνηθίσει η Lionhead. Έτσι, για παράδειγμα, υπάρχει ένα ολόκληρο -επικό κατά τη γνώμη μας- quest, που οι μάχες είναι ελάχιστες, και πρωταγωνιστικό ρόλο διαδραματίζει η αφήγηση και η σχεδόν σουρεαλιστική ροή της ιστορίας, και το οποίο είναι από τα εντονότερα και σκοτεινότερα (κυριολεκτικά) του παιχνιδιού. Είναι ένας άκρως επιτυχημένος τρόπος, να αποκαλυφθεί μια άλλη διάσταση της ιστορίας του τίτλου, και να εμπλακεί συναισθηματικά ο παίκτης που ακόλουθεί τη δράση.
Οι μηχανισμοί της μάχης έχουν επίσης απλοποιηθεί, και ενώ στην περίπτωση των spells, που πλεον μπορούν να συνδυάζονται ανά δύο με καταστροφικά για τους αντιπάλους αποτελέσματα, και της εκ του μακρώθεν μάχης, δεν υπάρχει κάποιος άμεσος αντίκτυπος και λειτουργούν απροβλημάτιστα και καλυτέρα από ό,τι στο Fable 2, τα μέγιστα υποφέρει η μάχη με Melee όπλα. Αυτή περιορίζεται σε βασικές κινήσεις που ούτε καν σε combo δεν μπορούν να αθροιστούν, σε μια Power κίνηση με ένα τελικό χτύπημα (που όμως μπορεί με τον κατάλληλο συγχρονισμό να είναι πολύ εντυπωσιακή) και στην άμυνα-απόκρουση αντίπαλων χτυπημάτων. Χωρίς καμία υπερβολή, η Melee μάχη στο Fable 3 είναι με διαφορα η χειρότερη της σειράς, και για το γεγονός αυτό δε χωρα καμία δικαιολογία για τους δημιουργούς.
Σε συνδυασμό με το στοιχειώδες AI των αντιπάλων, που απέναντι στα παντοδύναμα ξόρκια μας πέφτουν σαν τις μύγες, η τελική εικόνα δεν είναι η ιδανικότερη. Αξίζει να προσθέσουμε, ότι τα όπλα στο Fable 3 δρουν σχεδόν σα ζωντανοί οργανισμοί, και εφόσον μας συντροφεύουν για αρκετό διάστημα, αλλάζουν ανάλογα με τις επιλογές μας και το χαρακτήρα μας, αποκτώντας ανάλογη εμφάνιση και επιδόσεις. Τέλος, και τα όπλα που χρησιμοποιούμε αλλά και τα spells, ενδυναμώνονται ανάλογα με το βαθμό κατά τον οποίο τα χρησιμοποιούμε. Είναι ένας πρακτικός τρόπος αναβάθμισης χωρίς να ξοδεύουμε χρόνο στο να μοιράζουμε εμείς ατελείωτα XP points.
Περαιτέρω, το gameplay και το περιεχόμενο του Fable 3, δε διαφέρει και πολύ από αυτό του 2. Με συντροφιά το σκύλο μας, του οποίου τις ικανότητες στη μάχη και στο ξετρύπωμα θησαυρών μπορούμε να αναπτύξουμε και να αναβαθμίσουμε, χτενίζουμε την Albion για θησαυρούς σε σεντούκια ή θαμμένους στη γη, ασημένια και χρυσά κλειδιά που ανοίγουν άλλου είδους σεντούκια με πιο σημαντικούς θησαυρούς και Demon Doors που όταν καταφέρουμε να τις ανοίξουμε αποκτούμε πρόσβαση σε κρυμμένα μέρη με πλούσια επιβράβευση. Πολλαπλά dungeons είναι διαθέσιμα προς εξερεύνηση, με την πλειοψηφία τους να προσφέρει μεγάλης αξίας ανταλλάγματα, όπως Legendary Weapons. Ιδιαίτερο βάθος αποκτά το παιχνίδι ενεργοποιώντας το co-op mode του. Αρχικά έχουμε το offline co-op όπου ένα μέλος της οικογένειάς μας μπορεί, απλά, να πατήσει το start και να μας συνοδέψει για όσο και όπου επιθυμεί στην Albion. Σε αυτό το mode η κάμερα “τραβιέται” λίγο πίσω για να επιτρέπει μεγαλύτερο οπτικό πεδίο, ενώ τα λάφυρα και η εμπειρία μοιράζεται και στους δύο παίκτες.
Φυσικά, υπάρχει και το online co-op, που έρχεται μεν από το Fable 2, αλλά εδώ είναι σαφέστατα βελτιωμένο. Και οι βελτιώσεις δεν αφορούν μόνο στην ευκολία εισόδου σε παιχνίδι φίλου μας ή στο γεγονός ότι βλέπουμε πιο χαρακτηριστικά το “φαντασμα” των φίλων μας μέσα στον δικό μας κόσμο όταν παίζουν εκείνοι, αλλά στο ότι στο δικτυακό ταξίδι μας μπορούμε να πάρουμε το δικό μας Ήρωα και ό,τι κερδίσουμε να το φέρουμε πίσω στο “σπίτι”.
{PAGE_BREAK}
Στα καταστήματα που είναι διασκορπισμένα στην επικράτεια αγοράζουμε και πουλάμε σωρεία αντικειμένων, από όπλα και ρουχισμό έως πολύτιμους λίθους και μαγικά φίλτρα, Και εδώ το σύστημα αγοραπωλησίας είναι απλοποιημένο, αφού ουσιαστικά κάθε μαγαζί προσφέρει ένα και μόνο αντικείμενο, αλλά η ετυμηγορία μας εδώ είναι θετική αφού το παιχνίδι ξεφορτώνεται την κουραστική πλοήγηση σε αχρείαστης ποικιλίας εμπορεύματα που γέμιζαν το inventory και έμεναν ως επί τω πλείστον αχρησιμοποίητα. Μας δίνεται η ευκαιρία επίσης να κάνουμε κάποιες δουλειές με σκοπό να κερδίσουμε χρήματα. Με τα χρήματα που κερδίζουμε μπορούμε να αποκτήσουμε περιουσία, αγοράζοντας και νοικιάζοντας μαγαζιά και σπίτια, ενώ είναι αναμενόμενο να μπορούμε να κάνουμε οικογένεια, ή ακόμα και να υιοθετήσουμε ένα παιδί. Το Fable 3, όμως, καινοτομεί σε ακόμα έναν τομέα. Αφού, από τη μέση περίπου του παιχνιδιού, ο παίκτης γίνεται -με κάλο ή κακό τρόπο- βασιλιάς της Albion, καλείται να λάβει μια σειρά αποφάσεων που είτε συσχετίζονται με υποσχέσεις που δόθηκαν στο πρώτο μέρος του παιχνιδιού, είτε με καταστάσεις που απαντώνται στη μεταπολεμική Albion.
Όλες οι αποφάσεις συγκεράζονται με σκοπό να εξοικονομηθεί ένα αρκετά μεγάλο ποσό, ώστε να ισχυροποιηθεί ο στρατός της χωράς και να καταφέρει σε ένα χρόνο, να αποκρούσει μια ισχυρή επίθεση που θα θέσει σε κίνδυνο την ακεραιότητά της. Είναι ένα τμήμα του παιχνιδιού, που ναι μεν περιέχει και quests με τη γνωστή δομή, αλλά προσφέρει και μια αίσθηση στρατηγικής, αφού το θετικό αποτέλεσμα προκύπτει μόνο από σωστά ειλημμένες αποφάσεις.
Είναι ένα πραγματικά ευχάριστο κομμάτι του παιχνιδιού που τοποθετεί τον παίκτη στη θέση ενός βασιλιά, ικανού να αποφασίσει για τη μοίρα ενός ολόκληρου βασιλείου και του λαού του. Οι συνδυασμοί των μονοπατιών που ακολουθούνται είναι πολλοί. Από έναν μεγαλόκαρδο βασιλιά έως έναν ανελέητο τύρρανο, ο παίκτης του Fable 3 μπορεί να παρουσιάσει οποιοδήποτε πρόσωπο επιθυμήσει προκειμένου να πετύχει το στόχο του. Το Fable 3 είναι ένα εξόχως πλούσιο παιχνίδι που θυμίζει ένα παγόβουνο του οποίου το 90% του όγκου του βρίσκεται υποθαλάσσια και αυτό που ο παρατηρητής βλέπει είναι μόνο η κορυφή.
Το παιχνίδι μπορεί άνετα να προσφέρει πάνω από 35 ώρες ανεπιτήδευτου αγνού gameplay αναζήτησης και διαχείρισης των αποκτηθέντων, με ελάχιστες στιγμές επανάληψης και άνοιας. Και αυτό, παρα κάποιες αδικαιολόγητες κατά την άποψη μας υποχωρήσεις στο επίπεδο της πολυπλοκότητας και μοιραία της δυσκολίας του παιχνιδιού, δεν παύει είναι σαφώς ένα μεγάλο επίτευγμα.
Στον τεχνικό τομέα, το Fable 3 δε φαίνεται να διαφέρει και πολύ από τον προκάτοχό του. Και αυτό σημαίνει ότι η Lionhead, εχει φροντίσει να διατηρήσει όλα εκείνα τα γοητευτικά στοιχεία που αναδείκνυαν το Fable 2 σε έναν από τους ομορφότερους τίτλους της βιβλιοθήκης του Xbox 360, παρα το γεγονός, ότι δεν επρόκειτο για ένα high tech τίτλο. Καμουφλάροντας επιδέξια τις ατέλειες και τις τεχνικές αδυναμίες, οι δημιουργοί του παιχνιδιού προτάσσουν άλλα στοιχεία που έλκουν την προσοχή του παίκτη, και καταφέρνουν να καλύψουν προβλήματα όπως το aliasing (που είναι σαφώς μειωμένο σε σχέση με το 2) και το pop up υφών και αντικειμένων –σχηματισμών στο περιβάλλον.
Στο Fable 3 θριαμβεύει η καρτουνίστικη και παραμυθένια αισθητική, τα ζωντανά χρώματα, ο πολυποίκιλος σχεδιασμός των περιβαλλόντων χώρων, οι καλλιτεχνικές επιλογές όσον αφορά την απόδοση των ανθρώπων και των πλασμάτων, των κτηρίων, των γεωλογικών σχηματισμών και των τοποθεσιών του παιχνιδιού. Σαφώς και δε διεκδικεί δάφνες αληθοφάνειας, αλλά καταφέρνει με πολύ μεγάλη άνεση να είναι ένας από τους πιο ξεχωριστούς και ιδιάζοντες τίτλους στην αγορά. Μεθερμηνευόμενον, ότι αυτός που θα αποδεχτεί τις αισθητικές επιλογές, μοιραία θα θεωρήσει το παιχνίδι ένα από τα ομορφότερα στην κονσόλα.
Οι φωτισμοί είναι εξαιρετικά πετυχημένοι, και σε συνδυασμό με το σφύζον από ζωή και χρώμα περιβάλλον, και την εναλλαγή μέρας νύχτας, δίνουν έναν ιδιάζοντα τόνο στο παιχνίδι. Τα animations των χαρακτήρων, κατάτι βελτιωμένα σε σχέση με το 2, συμβαδίζουν απόλυτα με το παραμυθένιο κλίμα, και οι επιμέρους βελτιώσεις σε τομείς όπως η καθαρότητα της εικόνας, το αυξημένο οπτικό πεδίο, τα πιο προσεγμένα και αληθοφανή textures και η πάλλουσα φύση, γεννούν αίσθημα ευδαιμονίας κατά τη διάρκεια της παραμονής μας στον κόσμο της Albion. Τα δέντρα σείονται με τον αέρα, το χιόνι και η βροχή φαίνονται σαν να έρχονται απευθείας επάνω μας, το νερό είναι πιο όμορφο από ποτέ, έντομα, πουλιά και ζωάκια εμφανίζονται συνεχώς στην οθόνη και η ποικιλία από λουλούδια και δέντρα συμπληρώνει τον καμβά.
Στα εσωτερικά περιβάλλοντα των dungeons και των σπηλαίων του παιχνιδιού, τη θέση της πολύχρωμης παλέτας παίρνουν τα πιο μουντά χρώματα, που ντύνουν έναν πολυσχιδέστερο και πλουσιότερο σχεδιασμό επιπέδων σε σχέση με το 2. Οι κλίμακες και τα μεγέθη έχουν αυξηθεί σημαντικά και η αίσθηση των μεγάλων χώρων, και των χαμένων και ξεχασμένων μπουντρουμιών, περνά ατόφια στον παίκτη.
{PAGE_BREAK}
Αυτό βέβαια που κάνει εντύπωση είναι ότι η Lionhead, αποφασίζοντας να διατηρήσει σχεδόν ανέγγιχτο το βασικό σχεδιαστικό και τεχνολογικό πυρήνα του 2, δεν ξεφορτώνεται λάθη και παραλείψεις που ήταν εμφανή στο προηγούμενο παιχνίδι. Όπως φερειπείν η κίνηση του βασικού χαρακτήρα, που ναι μεν είναι βελτιωμένη και δε μετατρέπει σε πονοκέφαλο την κίνηση σε μικρότερους χώρους, αλλά και πάλι δεν αποκτά τη ροη και τη βαρύτητα που θα επιθυμούσαμε. Ή το χοντροκομμένο animation μπροστά σε φυσικά εμπόδια, στις άκρες του χάρτη η μπροστά από NPCs του παιχνιδιού. Ή η αλληλοεπικάλυψη χαρακτήρων (και περισσότερο του Σκύλου) όταν μετακινούνται παρέα). Βέβαια, ας μη γελιόμαστε. Όλα αυτά αποτελούν ήσσονος έως ελαχίστης σημασίας προβλήματα που περισσότερο απασχολούν ως μέρος του ερωτήματος «γιατί δεν τα διόρθωσαν» παρα για τη φύση τους και την επιρροή τους στο gameplay αυτή καθ’ αυτή. Η Lionhead, κατάφερε και δημιούργησε ακόμα έναν τίτλο, που παρα τον ξεχωριστό χαρακτήρα του βάσει της επιλογής της εποχής και της χρονολογικής περιόδου οπού τοποθετείται έστω και φαντασιακά, φωνάζει από μακριά ότι είναι αισθητικά και καλλιτεχνικά διαφορετικός και –γιατί όχι- μοναδικός. Από το σχεδιασμό των χαρακτήρων και των στολών τους, μέχρι τα κτήρια και τις μεγάλες εξωτερικές κατασκευές, όλα συνδράμουν σε μια παραμυθένια αίσθηση, σαν μια ιστορία ενός δημιουργού σαν τον H.K. Andersen ή τους Αδελφούς Grimm να παίρνει σάρκα και οστά στις οθόνες μας.
Λαμβάνοντας υπόψη δε, ότι στο παιχνίδι κάνουν την εμφάνιση του και τοποθεσίες που δεν έχουμε συναντήσει ποτέ στο παρελθόν και είναι διαφορετικής νοοτροπίας και αισθητικής θεώρησης από οτιδήποτε γνωρίζαμε μέχρι τώρα, όπως η ήπειρος της Aurora, αντιλαμβανόμαστε ότι στο παιχνίδι επιχειρείται μια πρωτόγνωρη προσπάθεια για ποικιλία και προσφορά νέων εμπειριών. Και η προσπάθεια αυτή φέρει καρπούς, χωρίς καμία αμφιβολία.
Τα menu του Fable, θα μπορούσαν να αποτελέσουν θέμα πτυχιακής εργασίας Κοινωνικής Ψυχολογίας ή Εφαρμοσμένης Ψυχιατρικής. Το προπατορικό ερώτημα του πώς ένα παιχνίδι που ευαγγελιζόταν χίλιες δυο καινoτομίες, είχε μακράν τα πιο κακοσχεδιασμένα menu σε ότι αφορά τη διαχείριση του ίδιου του παιχνιδιού, του χαρακτήρα, του inventory και του leveling, όλα στριμωγμένα σε ένα ανυπόφορο σχεδιαστικά και πρακτικά μέρος που κάπου χωρούσε και ένα mini map της κακιάς ώρας, θα απασχολεί για πολλά χρόνια τους ερευνητές και τους επιστήμονες. Ήταν σχεδόν αντανακλαστικός ο μορφασμός πνευματικού πόνου και κάματου με το πάτημα του START button στο χειριστήριο του Xbox 360.
Εξού και η ανεξάρτητη ενότητα στο review μας. Τα πράγματα στο Fable 3 αλλάζουν δραματικά, καθώς menu πλοήγησης και διαχείρισης των στοιχείων του παιχνιδιού, ουσιαστικά δεν υφίσταται. Αυτό που υφίσταται είναι το Sanctuary, ένα κρυφό μυστικιστικής φύσεως δωμάτιο το οποίο εχει αναλάβει να φέρει στην παλιά του αίγλη ο πιστός Jasper και στο οποίο (και σε μικρότερα δωμάτια συγκοινωνούντα με το κεντρικό) μπορούμε να διαχειριστούμε την εμφάνισή μας (ρούχα, κόμμωση, τατουάζ, μακιγιάζ κτλ), τον οπλισμό μας, να κάνουμε μια επισκόπηση της προόδου μας, των αποκτηθέντων τροπαίων, αλλά και των ενυπόγραφων υποσχέσεων που έχουμε μοιράσει δεξιά και αριστερά στην Albion, να συμμετέχουμε σε συνεργατικό παιχνίδι και να παρακολουθήσουμε την πρόοδο του χαρακτήρα μας.
Όλα αυτά, με τη βοήθεια χειροπιαστών μοντέλων, εκθεμάτων και κάδρων, που βλέπουμε ολοζώντανα μπροστά μας, χωρίς την πολυδάπανη σε χρόνο και υπομονή προεπισκόπηση των παλαιοτέρων menu στα Fable. Στο κέντρο δε του Sanctuary, βρίσκεται ένα ταμπλό με το στρατηγικό χάρτη της Albion, ο οποίος είναι και ο μοναδικός διαθέσιμος χάρτης (μιας και mini map στην οθόνη κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού δεν υπάρχει), ο οποίος παρέχει πλείστες δυνατότητες όπως τη μετακίνηση από περιοχή σε περιοχή, την εμφάνιση σε κάθε υποπεριοχή των διαθεσίμων Main και Side quests, των κτηρίων, σπιτιών και μαγαζιών προς αγορά ή διαχείριση (εφόσον μας ανήκουν) και την πρόοδό μας (ανάλογα με την περιοχή) στη συλλογή Silver και Gold keys, Demon Doors και λοιπών collectibles.
H πρόσβαση σε αυτό το χάρτη είναι ίσως το πιο κουραστικό μέρος αυτού του ξεχωριστού menu, αλλά οι αλλεπάλληλες ατάκες του Jasper και η αίσθηση διαδραστικότητας αμβλύνουν τις αρνητικές εντυπώσεις. Άλλωστε, αν σκεφτεί κανείς ότι ακόμα και το χαρακτηριστικό Level Up του παιχνιδιού μέσω του Road to Rule και όχι μέσω ενός ακόμα στατιστικού πίνακα με νούμερα και skill trees, κινείται σε αυτή τη διαδραστική νοοτροπία, τότε αντιλαμβανόμαστε όλοι ότι πρόκειται για κεντρική επιλογή που έλαβε υπόψιν της τις κραυγές απόγνωσης των παικτών του Fable 2, που δίσταζαν να πατήσουν για χιλιοστή επίπονη φορά το START και τώρα θα το πράττουν ελαφρά τη καρδία.
Κατά τη γνώμη μας, ο μονος θεμιτός τρόπος να κριθεί το Fable 3 είναι αγνοώντας οποιαδήποτε φιλολογία εχει αναπτυχθεί στο παρελθόν, βασιζόμενη στους κομπασμούς και την αμετροέπεια του Molyneux. Kαι παρέχουμε στο Βρετανό αυτό το προνόμιο, διότι πολύ απλά το Fable 3 είναι ένα υπέροχο παιχνίδι. Το να σκαλίσουμε τα λεξικά προκειμένου να βρούμε εντυπωσιακά επίθετα τα οποία θα μπορούσαν να το περιγράψουν, είναι εκ των ουκ άνευ. Εστιάζουμε απλά και μόνο στο γεγονός, ότι στις όσες ώρες επενδύσαμε προκειμένου να εξαντλήσουμε τον τίτλο, απολαύσαμε στο έπακρο και με ανυπέρβλητη ευχαρίστηση αυτά που μας παρέχει.
Στραβοπατήματα και κακοτοπιές δεν αποφεύγονται, με σημαντικότερο το ότι οι όποιες αλλαγές έχουν γίνει προκειμένου ακόμα περισσότερος κόσμος να ασχοληθεί με το παιχνίδι, είναι σχεδόν αχρείαστες. Και αυτό γιατί θεωρούμε ότι ήδη το Fable 2 ήταν ένας ευπρόσιτος και φιλικός προς τους μη σκληροπυρηνικούς παίκτες τίτλος. Αλλά είναι αδύνατον αυτές οι αδυναμίες να αποτελέσουν τροχοπέδη για αυτό που επιτυγχάνεται εδώ. Και εννοούμε την πρόσβαση που εχει ο παίκτης σε ένα πολυεπίπεδο και πλούσιο περιεχόμενο, με φρέσκο και ανανεωμένο gameplay, με τεράστιο υπόβαθρο με πληθώρα πραγμάτων που μπορεί να κάνει, χωρίς ποτέ να επαναλαμβάνεται και, επιτελούς, σε ένα ικανοποιητικό -το λιγότερο- σενάριο.
{VIDEO_1}
Αναρωτιόμαστε τελικά, αν ο ίδιος ο δημιουργός του αδικεί το πνευματικό του τέκνο, τάζοντας πράγματα που δεν ζήτησε ποτέ κανείς. Είναι ευτύχημα το ότι αυτές οι υποσχέσεις και οι επαμφοτερίζοντες οραματισμοί δεν υλοποιούνται. Το παιχνίδι ως έχει είναι και απολαυστικό, και πλούσιο και πρωτοπόρο. Ποιος ζήτησε υποστήριξη για το Kinect ή βελανίδια που θα φυτρώσουν και θα γίνουν δέντρα; Αυτό που ζητήσαμε είναι να μπορέσουμε να βιώσουμε και να ευχαριστηθούμε μια παραμυθένια ιστορία που να αξίζει τον κόπο. Και στο Fable 3, τα καταφέραμε.
Σάββας Καζαντζίδης