
RIDE 6 | Review
Νέο περιεχόμενο, ίδια λάθη.
Το RIDE 6, όπως και όλοι οι προκάτοχοί του, δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Αποτελεί το νεότερο μέλος μίας σειράς που καταφέρνει τα τελευταία χρόνια να μονοπωλεί το ενδιαφέρον των φίλων των δύο τροχών, και χωρίς να φλυαρεί, να καταφέρνει να μιλάει στην καρδιά των απανταχού μηχανόβιων. Πυρήνας ήταν πάντοτε ένα καλοδουλεμένο μοντέλο οδήγησης, συνοδευόμενο από κορυφαία physics και μία ανεξάντλητη λίστα από μηχανές. Με την έλευση του νέου τίτλου, όσοι παρακολουθούν τη σειρά σίγουρα θα ήλπιζαν σε ορισμένες βελτιώσεις σε τομείς που πραγματικά το χρειάζονταν αλλά τελικά τα νέα ήρθαν από αλλού.
Η Milestone προτίμησε να εμπλουτίσει ακόμα περισσότερο ένα ήδη πλούσιο προϊόν, να το κάνει ακόμα πιο εύκολα προσβάσιμο σε νέους παίκτες, αλλά να αγνοήσει προβλήματα που από το πρώτο κιόλας RIDE είναι εκεί και κάνουν αισθητή όσο ποτέ άλλοτε την παρουσία τους. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.

Η πλέον αισθητή αλλαγή έρχεται με το καλημέρα, μιας και πλέον ο τίτλος χωρίζεται σε δυο μεγάλες ενότητες. Ουσιαστικά το arcade mode είναι ένα section από μόνο του, γιατί όσοι θυμούνται από παλιότερες προτάσεις, ο ρεαλισμός μπορούσε να ρυθμιστεί πριν από κάθε αγώνα. Η δεύτερη ενότητα είναι αυτή του simulation, και πρακτικά αυτή είναι που θα κρατήσει περισσότερο κοντά της όσους θελήσουν να ασχοληθούν με τον τίτλο σε βάθος. Βέβαια και εδώ τα driving assists είναι πάρα πολλά και πρακτικά μπορεί να φέρει ο καθένας το μοντέλο χειρισμού και το επίπεδο δυσκολίας στα μέτρα του, οπότε αυτός ο διαχωρισμός εξ’ αρχής σε δυο modes, κρίνεται μάλλον ως περιττός.
Προσπερνώντας την παραπάνω περίεργη επιλογή της Milestone, που πρακτικά δεν επηρεάζει σε τίποτα τη γενικότερη ροή του RIDE 6, για φέτος η μεγάλη προσθήκη ακούει στο όνομα “Ride Fest”.

Όπως μαρτυράει και το όνομά του, πρόκειται για ένα φεστιβάλ οδήγησης κοντά στα πρότυπα της σειρά Forza Horizon, μέσω του οποίου ξεδιπλώνεται το career mode. Ο παίκτης καλείται να έρθει αντιμέτωπος με ένα πλήθος δοκιμασιών, και όσο η εξέλιξή του είναι η επιθυμητή, τόσο περισσότερα events θα ξεκλειδώνονται σταδιακά.
Η αρχή θα γίνει με την οδήγηση απλών scooters, μία καλοδεχούμενη προσθήκη που μέχρι πρότινος έλειπε, και από τα χέρια του παίκτη θα περάσουν sport μοτοσυκλέτες, κλασικές, supersport, πρωτότυπα, μοτοσυκλέτες προδιαγραφών Moto GP, superbikes, on-off, chopper ακόμα και enduro, με το συνολικό άθροισμα να αγγίζει το νούμερο των 300. Ποτέ άλλοτε σε μία και μόνο πρόταση δεν υπήρχε τέτοια ποικιλία και πραγματικά πρόκειται για ένα χαρακτηριστικό για το οποίο η ομάδα ανάπτυξης θα πρέπει να αισθάνεται υπερήφανη.

Και μιας και πρόκειται για official licensed προϊόν, τα πάντα είναι πιστά στην πραγματικότητα, μέχρι και την παραμικρή λεπτομέρεια. Και τα ευχάριστα δεν σταματούν εδώ. Ανάλογα με την πρόοδό του, ο παίκτης θα συλλέγει xp points αλλά και ψηφιακά credits, τα οποία θα μπορεί να διαθέσει για την αγορά εξαρτημάτων. Η λίστα και εδώ δείχνει να μην έχει τέλος, με τη δυνατότητα επέμβασης τόσο σε αισθητικούς όσο και σε περισσότερο μηχανολογικούς τομείς – όπως, για παράδειγμα, νέα προγράμματα κινητήρα, εξατμίσεις, αναρτήσεις ή ακόμα και ολόκληρα πλαίσια.
Το επίσης εντυπωσιακό είναι πως αυτές οι μηχανές θα βρεθούν σε μία τεράστια ποικιλία από περιβάλλοντα, και παρόλο που αναμενόμενα δεν υπάρχει ένας ανοικτός κόσμος προς εξερεύνηση, οι 39 διαδρομές είναι βέβαιο πως θα καλύψουν όλα τα γούστα. Από επίσημα αγωνιστικά circuits μέχρι φανταστικές πίστες σε ορεινά σημεία, με τα καιρικά φαινόμενα να είναι μεταβαλλόμενα και με την επιλογή της ώρας διεξαγωγής του εκάστοτε αγώνα να εναπόκειται στις επιλογές του παίκτη, το RIDE 6 σε επίπεδο αριθμών σαφέστατα και εντυπωσιάζει.

Από το RIDE 5 έχει μεταφερθεί ανέπαφο το μοντέλο χειρισμού, και όπως τότε έτσι και σήμερα διακρίνεται για την ακρίβεια και την αμεσότητά του. Ο τρόπος που μια μοτοσυκλέτα μετατοπίζει το κέντρο βάρους της είναι τουλάχιστον εντυπωσιακός, η βίαιη επιτάχυνση αλλά και το απότομο φρενάρισμα μεταφέρονται σχεδόν άψογα στα χέρια του παίκτη, και για ακόμα μία φορά η αίσθηση του Dual Sense είναι απλά υποδειγματική.
Το ακόμα πιο εντυπωσιακό είναι το πώς αυτή η αίσθηση προσαρμόζεται στα μέτρα αλλά και το βάρος της μοτοσυκλέτας που οδηγεί ο παίκτης ανά πάσα στιγμή και γενικότερα το στοιχείο του simulation είναι πάντα εκεί, που δεν συγχωρεί μεν τα λάθη και απαιτεί πολύ χρόνο μέχρι κάποιος να μπορέσει να κινηθεί αλλά και να στρίψει στο όριο, αλλά ποτέ μα ποτέ δεν είναι άδικο ή χρησιμοποιεί “πονηρές” μεθόδους για να πείσει το κοινό.

Από τα παραπάνω δυστυχώς οι αγώνες enduro είναι αυτοί που άφησαν τις χειρότερες εντυπώσεις, μαρτυρώντας πως η σειρά δεν είναι έτοιμη ακόμα να πατήσει χώμα. Εδώ θα έλεγε κανείς πως η Milestone μάλλον υπερεκτίμησε τις δυνάμεις της, γιατί βάσει λογικής είναι πολύ δύσκολο να δημιουργήσεις ένα μοντέλο φυσικής που να μπορεί να ανταποκρίνεται σωστά σε άσφαλτο, χώμα ή μικτές συνθήκες.
Άλλοι developers το έχουν καταφέρει με απόλυτη ακρίβεια σε προτάσεις με τέσσερις τροχούς, αλλά εκεί είναι άλλα τα δεδομένα και σαφώς άλλοι οι χρόνοι ανάπτυξης και φυσικά το budget. Σε γενικές γραμμές, οι χωμάτινες δοκιμασίες του RIDE 6 κρίνονται ως επαρκείς και τίποτα παραπάνω, γιατί πολύ απλά η έλλειψη πρόσφυσης δεν έχει αποδοθεί σωστά και γενικότερα πρόκειται για μία ενότητα που μελλοντικά θα χρειαστεί πάρα πολύ δουλειά.

Από τα παραπάνω γίνεται αντιληπτό πως η νέα πρόταση της Milestone δεν αφήνει κανένα περιθώριο για να κριθεί αρνητικά σε επίπεδο περιεχομένου, όμως τα προβλήματα εντοπίζονται αλλού. Ξεκινώντας με τα πιο επιφανειακά, το Ride Fest αδυνατεί να δημιουργήσει μία ατμόσφαιρα γιορτινή, μία αίσθηση πως ο παίκτης βρίσκεται σε ένα φεστιβάλ πλημμυρισμένο από κόσμο. Όλη αυτή η αίσθηση εξαντλείται πριν τους αγώνες μιας και στην γραμμή εκκίνησης επικρατεί νεκρική σιγή. Ούτε μπαλόνια, ούτε αερόστατα, ούτε αιθέριες υπάρξεις, ούτε συγκλονιστικές εκπλήξεις κατά τη διάρκεια ενός αγώνα.
Το ακριβώς αντίθετο δηλαδή από την ατμόσφαιρα που προσφέρει το Forza Horizon 5. Βέβαια αυτό δεν είναι κάτι το κατακριτέο, αλλά το εκνευριστικό είναι πως οι παίκτες θα βρεθούν σε πανέμορφες διαδρομές, που όμως δεν υπάρχει ψυχή… Ούτε θεατές δίπλα στην πίστα, ούτε κάμερες, ούτε το σήμα κατατεθέν οποιουδήποτε racing τίτλου: ένα ελικόπτερο.

Πέρα όμως από αυτές τις πινελιές που λείπουν και που θα έδιναν έναν αέρα ζωντάνιας στο όλο σκηνικό, το RIDE 6 μαστίζεται από δύο πιο σοβαρά προβλήματα. Το πρώτο από αυτό είναι η ΑΙ των αντιπάλων και ειδικά ο τρόπος που αγνοούν τα πάντα τριγύρω τους, όταν γίνεται κάτι “εκτός σεναρίου”. Αν για παράδειγμα ο παίκτης αποφασίσει χωρίς κανέναν λόγο να φρενάρει απότομα, όλοι όσοι τον ακολουθούν θα πέσουν επάνω του.
Στη διάρκεια ενός αγώνα, όπου υπάρχει ένας σταθερός ρυθμός, οι αντίπαλοι δείχνουν να αντιλαμβάνονται τη θέση τους στην πίστα και να κατανοούν τι συμβαίνει δίπλα τους. Στις αναπάντεχες εκπλήξεις δείχνουν να πελαγώνουν και σε μία πτώση αδυνατούν να την αποφύγουν ή, ακόμα χειρότερα, πέφτουν και οι ίδιοι. Σίγουρα το επίπεδο δυσκολίας δεν είναι και το υψηλότερο που θα συναντήσει κανείς και η ΑΙ αδυνατεί να κρατήσει μία ισορροπία, αλλά σε αυτόν τον τομέα ο ρεαλισμός έχει χαθεί με την πρώτη σχεδόν γκαζιά.

Το δεύτερο σημαντικό πρόβλημα που γίνεται ορατό από το πρώτο κιόλας λεπτό, είναι ο προβληματικός τεχνικός τομέας. Το RIDE 6 έχει σχεδιαστεί επάνω στην Unreal 5, αλλά όπως έχει παρατηρηθεί εντονότατα τους τελευταίους μήνες με αρκετές racing προτάσεις, κάτι έχει πάει πολύ στραβά. Καταρχάς να ξεκαθαριστεί πως δεν κρίνεται η μηχανή γραφικών που έχει αποδείξει επανειλημμένα την αξία της, αλλά ο χρόνος που αφιέρωσε ο εκάστοτε developer ώστε να την κατανοήσει και να την αξιοποιήσει.
Για τα σημερινά δεδομένα η εικόνα του RIDE 6 είναι ακριβώς η ίδια με του προκατόχου του και αυτή μπορεί να χαρακτηριστεί μόνο ως ξεπερασμένη. Στο μενού επιλογών οι μοτοσυκλέτες έχουν μία μεθυστική εμφάνιση, πλημμυρισμένες από λεπτομέρειες που πολλές φορές δεν τις εντοπίζει το μάτι – αλλά μέχρι εκεί.

Σε real time περιβάλλον παρατηρείται μία εντονότατη πτώση στην απεικόνιση ολόκληρου του σκηνικού, με τη δικαιολογία πως τα πάντα τρέχουν σταθερά στα 60 fps να μην είναι αρκετή. Οι παραχωρήσεις είναι δυστυχώς πάρα πολλές, η απεικόνιση ενός βρεγμένου δρόμου δεν είναι διόλου πειστική και τελικά μόνο τα εφέ φωτισμού είναι αυτά που καταφέρνουν να κάνουν τη διαφορά. Η οπτική πρώτου προσώπου παραμένει συγκλονιστική, ιδίως με τον τρόπο που μεταφέρει την αίσθηση της ταχύτητας, αλλά ο σχεδιασμός του τιμονιού, των χεριών του αναβάτη ή ακόμα και η ζελατίνα που πάντα παραμένει ανέπαφη, είναι χαρακτηριστικά που κάνουν το όλο οικοδόμημα να δείχνει απλοϊκό.
Ευτυχώς ο ήχος βρίσκεται στο εντελώς άλλο άκρο, και εδώ η Milestone μάλλον κάτι έχει βρει που δεν έχει καταφέρει κάποιος άλλος. Ο ήχος μιας stock εργοστασιακής εξάτμισης δεν συγκρίνεται με μία custom από κάποιον γνωστό οίκο βελτιώσεων, ενώ οι υψηλές στροφές ενός κινητήρα έχουν αποδοθεί με τέτοιον τρόπο που πραγματικά πρέπει να τον ακούσει κάποιος για να πειστεί.
Αυτό είναι σε γενικές γραμμές το RIDE 6. Μία πρόταση που πατάει στα γερά θεμέλια της σειράς, κάνει ό,τι μπορεί ώστε να εμπλουτίσει το περιεχόμενό της, αλλά συνεχίζει να αγνοεί κάποια προβλήματα που με την πάροδο των χρόνων γίνονται ολοένα και πιο εμφανή και ολοένα και πιο δύσπεπτα.
Το RIDE 6 κυκλοφορεί από τις 12/2/26 για PS5, PC και Xbox Series. Το review μας βασίστηκε στην έκδοσή του για το PS5 με review code που λάβαμε από τη CD Media.