
Resident Evil Requiem | Review
Resident Evil medley.
30 χρόνια Resident Evil. 30 χρόνια από τότε που ο γράφων κατασκήνωνε στο σαλόνι ενός συμμαθητή του και χάζευε μαγεμένος τη Spencer Mansion. 30 χρόνια από τότε που μας κόπηκε η χολή με το καταραμένο zombie dog που πετάχτηκε κατά πάνω μας μέσα από το παράθυρο. 30 χρόνια που τρέχαμε να αγοράσουμε περιοδικά από τα περίπτερα για να δούμε τον οδηγό στρατηγικής και να καταβροχθίσουμε μετά μανίας το παραμικρό νέο ψίχουλο πληροφορίας για αυτό το ρηξικέλευθο παιχνίδι, που πήρε τη συνταγή των πρωτοπόρων του είδους (βλ. Alone in the Dark) και προσέφερε κάτι τόσο μα τόσο μοναδικό στο gaming.
30 χρόνια νοσταλγίας και μνημόνευσης για την αρχή αυτής της υπερ-επιτυχημένης σειράς λοιπόν, και αυτό φαίνεται να σκέφτηκε και η Capcom και αποφάσισε το Resident Evil Requiem να είναι και ένας φόρος τιμής στη σειρά για όλα αυτά τα 30 χρόνια. Και όταν λέμε όλα, το εννοούμε, καθώς η Capcom έκανε μια μεγάλη προσπάθεια να εφαρμόσει το στυλ, τις στιγμές αλλα και τον χαρακτήρα από τα περισσότερα παιχνίδια της σειράς, στήνοντας μια εμπειρία με στοιχεία από πολλούς τίτλους.

Σαν να λέμε, λοιπόν, ένα “Resident Evil medley” ή ένα “30 Years Greatest Hits” πακέτο, αλλά με νέα ιστορία και γεγονότα. Ως ιδέα είναι καλό και το παιχνίδι στη διάρκειά του όντως θα θυμίσει πολλά από τα προηγούμενα RE. Όμως αυτή η προσπάθεια να σερβίρεις λίγο από όλα έχει τα καλά αλλά και τα κακά της. Ας τα πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Λόγω των περιορισμών του review embargo, είναι κάπως δύσκολο να μιλήσει κανείς για την ιστορία, τη ροή, τους εχθρούς και τις περιοχές του παιχνιδιού. Θα αποφύγουμε λοιπόν τα μεγάλα spoilers, αλλά ορισμένα σημαντικά στοιχεία πρέπει να ειπωθούν.
Όπως έχει γίνει γνωστό εδώ και καιρό, η νέα αυτή περιπέτεια χτίστηκε γύρω από δύο χαρακτήρες, αυτούς της Grace και του Leon. Η Grace είναι ένας νέος χαρακτήρας, η οποία είναι μια μάλλον χαμηλόβαθμη και άπειρη analyst για το FBI. Κατά τη διάρκεια μιας έρευνας ρουτίνας γύρω από έναν μυστηριώδη θάνατο, βρίσκεται ξαφνικά παγιδευμένη και τρομοκρατημένη σε ένα σύμπαν που ποτέ δεν γνώριζε ότι υπήρχε.

Ο δε Leon, επιστρέφει στη σειρά επίσημα μετά από 14 ολόκληρα χρόνια (Resident Evil 6). Ξεκάθαρα μεγαλύτερος σε ηλικία και ταλαιπωρημένος, συνεχίζει όπως πάντα τη σταυροφορία του μέσω της BSAA, για να σώσει τον κόσμο από τον bioterrorism τρόμο που εξαπολύθηκε από την Umbrella πριν τόσα πολλά χρόνια και που ο ίδιος απέτυχε να καταφέρει να σταματήσει στο Resident Evil 2.
Όπως πάντα, η ιστορία και οι χαρακτήρες δεν είναι το δυνατό στοιχείο της σειράς. Έτσι, το Requiem δεν έχει να δώσει κάτι το ιδιαίτερα συναρπαστικό ή διαφορετικό σε αυτό το κομμάτι. Πατάει επάνω στα γνώριμα μονοπάτια της σειράς, βασίζεται σε αρκετό βαθμό στη νοσταλγία και επιχειρεί να δώσει και κάποια νέα στοιχεία γύρω από το παλιό και καθιερωμένο lore. Αλλά το σενάριο είναι εκεί, όπως πάντα, απλά για να δώσει ένα καλό b-movie background για το zombie splatter fest που θα επακολουθήσει.

Ο Leon είναι πάλι ο κλασικός good guy της σειράς, με όμως μία πιο κουρασμένη και κυνική άποψη για τον κόσμο σε σχέση με το πώς τον γνωρίζαμε ως τώρα, κυρίως λόγω της ηλικίας και των δεκαετιών μάχης που έχει ζήσει. Η Grace, από την άλλη, είναι μια πιο περίεργη υπόθεση. Από τη μία, έχει πράγματι ενδιαφέρον ότι είναι ο πρώτος ουσιαστικός κεντρικός χαρακτήρας της σειράς που είναι πράγματι αδύναμος και μόνιμα τρομαγμένος από όσα συμβαίνουν και για όσο συμβαίνουν.
Και ο Ethan (στα Resident Evil 7 και Resident Evil 8) είχε ψιλοξεκινήσει έτσι, αλλά στην πορεία μακέλεψε το σύμπαν. Από την άλλη, η Capcom ίσως να το παραέκανε λιγάκι γιατί δεν έφτανε να είναι τρομαγμένη, έπρεπε να έχει και ψυχολογικά προβλήματα και τρακ και άγχος και χίλια δυο άλλα. Αυτό έχεις ως αποτέλεσμα – για ένα σεβαστό τμήμα του παιχνιδιού – και σε συνδυασμό με ορισμένες στιγμές της ιστορίας, απλά ή να μη βγάζουν νόημα οι κινήσεις της ή να κουράζουν από την κάποια σχετική υπερβολή. Βρίσκει, βέβαια, τον ρυθμό της οδεύοντας προς το τέλος της ιστορίας, αλλά η αρχή είναι λίγο δύσκολη.

Το ότι υπάρχουν δύο βασικοί χαρακτήρες όμως, δεν σημαίνει ότι έχει εφαρμοστεί δομή αντίστοιχη με αυτή του Resident Evil 2, όπου μπορούσες να παίξεις όλο το παιχνίδι με τον ένα ή τον άλλο χαρακτήρα και μια στο τόσο έβλεπες μια σκηνή με αυτόν που δεν έπαιζες. Το Requiem έχει ένα playthrough story μέσα στο οποίο η ροή και η ιστορία εναλλάσσεται ανάμεσα στους δύο χαρακτήρες. Το RE6 είναι το μόνο παιχνίδι που “έσπασε” εντελώς τα campaigns των χαρακτήρων, αλλά εκεί είχαμε να κάνουμε με εντελώς ξεχωριστές ιστορίες.
Εδώ οι ιστορίες τρέχουν σχεδόν παράλληλα, μια στο τόσο έχουν μια σύνδεση, και εν τέλει δένονται στο τελευταίο κεφάλαιο. Αυτή η επιλογή επέτρεψε στην Capcom να πειραματιστεί με την εξέλιξη της ιστορίας αλλά και με τον τρόπο με τον οποίο θα δώσει διαφορετικά στοιχεία στο gameplay. Αυτό είναι μία δύναμη αλλά και συνάμα μια αδυναμία για τον τίτλο, καθώς η εναλλαγή αυτή κάνει το παιχνίδι να δυσκολεύεται να αποκτήσει μια δική του ταυτότητα.

Ο Ethan μπορεί να ήταν “χάρτινος” σαν χαρακτήρας αλλά η εξέλιξή του μέσα και στα δύο παιχνίδια του είχε καλή ροή και ο παίκτης γινόταν σιγά σιγά δυνατότερος καθώς ταυτόχρονα εξελισσόταν ο κόσμος και οι ιδιαιτερότητές του. Εδώ, η Capcom τραβάει στοιχεία από πολλούς τίτλους της σειράς, με αποτέλεσμα η ροή να χωλαίνει λιγάκι στην προσπάθεια να τα χωρέσει όλα μαζί (αλλά και με τον τρόπο που το κάνει). Προσοχή. Δεν θα αναφέρουμε spoilers για την ιστορία εδώ, αλλά θα αναφερθούμε στα βασικά τμήματα του παιχνιδιού και στο πώς “σπάνε” αυτά στα στυλ gameplay. Οπότε, αν θέλετε να αποφύγετε οποιαδήποτε γνώση γύρω από το στήσιμο του τίτλου, καλύτερα να προσπεράσετε τις ακόλουθες δύο παραγράφους.
Θα λέγαμε λοιπόν ότι το Requiem είναι σπασμένο σε τρία βασικά τμήματα. Ένα τμήμα είναι full survival horror με πολύ περιορισμένες δυνατότητες και ξεκάθαρα επηρεασμένο από το Resident Evil 7, αλλά στημένο μέσα σε έναν χάρτη που “αναβλύζει” RE2. Και κάθε τόσο, τρώει ορισμένα μικρά εμβόλιμα action pieces από Resident Evil 4. Ένα άλλο τμήμα είναι ξεκάθαρα ένας γάμος του RE4 με το RE5, με μπόλικους εχθρούς και ανοιχτές περιοχές για μακελειό.

Αλλά υπάρχει και εμβόλιμο ένα Resident Evil 8 / Silent Hill στοιχείο, και ένας RE6 πανζουρλισμός. Και το τρίτο τμήμα είναι ξεκάθαρα κλείσιμο του ματιού στα ορθόδοξα Resident Evil 1-2-3 αλλά με αρκετή παραπάνω ισχύ πυρός! Ζαλιστήκατε λίγο; Και εμείς είναι η αλήθεια. Οι εναλλαγές δεν είναι απότομες και το κάθε βασικό τμήμα κρατάει σεβαστή διάρκεια έτσι ώστε να το συνηθίσεις, αλλά το κάθε τμήμα είναι τόσο διαφορετικό από το άλλο, που το παιχνίδι δυσκολεύεται να αποκτήσει μια συνοχή και η ιστορία μέχρι σχεδόν το τέλος αιωρείται. Mini spoilers τέλος.
Όπως είχε κάνει γνωστό η Capcom εδώ και καιρό, ο κάθε χαρακτήρας έχει διαφορετικό στήσιμο και gameplay. Η Grace είναι άπειρη, αδύναμη και στο μεγαλύτερο τμήμα της ιστορίας της παίζει σε βαθύ survival horror gameplay, με έντονη αποφυγή των αντιπάλων, εξαιρετικά περιορισμένο inventory και οπλοστάσιο, αλλά και μόνιμο άγχος και τρόμο. Ακόμα και η κίνησή της είναι κάπως άγαρμπη, ενώ βλέπετε τα χέρια της να τρέμουν όταν πυροβολεί ή και να πονάνε από το recoil. Αυτή η αίσθηση κρατάει σε μεγάλο τμήμα της περιπέτειάς της, χωρίς ποτέ να γίνεται powerhouse δυνατοτήτων, ενώ στο ανώτερο επίπεδο δυσκολίας (ξεκλειδώνει αφού το τερματίσετε μια φορά), η αίσθηση της απελπισίας και του πόσο εύκολα τρώτε ξύλο (ή σας τρώνε για σνακ) εκτοξεύεται.

Μια ακόμα διαφοροποίηση μεταξύ των χαρακτήρων είναι ότι ενώ η Grace κάνει ένα περιορισμένο crafting με scraps που βρίσκει – αλλά και συλλέγοντας αίμα από εχθρούς (όχι, δεν υπάρχει λογική εξήγηση για αυτό, είναι απλά ένας φουλ gaming μηχανισμός από τους πάμπολους που είχε πάντα η σειρά) – ο Leon έχει ένα πιο περιορισμένο crafting. Ωστόσο, μπορεί να αγοράζει και να αναβαθμίζει οπλισμό και εξοπλισμό μέσα από ένα αυτοματοποιημένο store, με χρήματα που παίρνει αυτόματα σκοτώνοντας εχθρούς (επίσης καμία λογική εξήγηση, απλά αποδεχθείτε το όπως και τα μονίμως τρελά puzzles της σειράς!).
Ο Leon βέβαια είναι ο Leon του RE4, αλλά ακόμα πιο έμπειρος και με ακόμα μεγαλύτερο οπλοστάσιο και γιγάντιο inventory – μάλλον το μεγαλύτερο στη σειρά. Και το παιχνίδι το εκμεταλλεύεται αυτό με το να ρίχνει εναντίον του πλειάδα εχθρών κάθε τόσο για εξολόθρευση, παρέχοντας ταυτόχρονα άπλετα πυρομαχικά.

Είναι λοιπόν σχεδόν καθαρά action το μεγαλύτερο τμήμα της δικής του ιστορίας και το παιχνίδι το αναγνωρίζει και σας… λούζει με πυρομαχικά. Για να καταλάβετε, τελειώσαμε το παιχνίδι κουβαλώντας πάνω μας 5 όπλα, με ντουζίνες σφαίρες στα περισσότερα, 5-6 full health injectors, μπόλικες χειροβομβίδες και λοιπά καλούδια, οπότε μη φοβάστε και πυροβολάτε (σχετικά) ελεύθερα ως Leon αν κάνετε τα κατάλληλα upgrades (προτείνουμε fully upgraded semi automatic shotgun με closed spread – το headshot damage τους είναι εξωπραγματικό και τα πυρομαχικά έρχονται αρκετά συχνά).
Δυστυχώς όμως, ένα μεγάλο τμήμα από το βασικό κεφάλαιο του Leon είναι και ένα από τα πιο ανέμπνευστα που έχουμε δει ως τώρα στη σειρά. Αυτό σημαίνει ότι σπαταλάς ώρες μέσα και έξω από αδιάφορα, εντελώς γενικά κτίρια δίχως κάποια ταυτότητα. Με τους δημιουργούς της σειράς να μας έχουν δώσει μέσα στα χρόνια πάρα πολλές, διαφορετικές και αξιομνημόνευτες περιοχές, η συγκεκριμένη δυστυχώς αποτυγχάνει στο να προσφέρει το κάτι ξεχωριστό, και με εξαίρεση το τελευταίο της τμήμα, το υπόλοιπο φαντάζει σχεδόν σαν filler. Αφήστε το ότι διεξάγεται μέρα μεσημέρι, μια επιλογή που δεν βοηθάει και πολύ στη δημιουργία ατμόσφαιρας.

Είναι κρίμα, γιατί η Capcom έδειξε σε όλα τα πρόσφατα remakes ότι έχει εξελίξει σε πολύ μεγάλο βαθμό το action τμήμα της σειράς, και το gameplay – ως gameplay – είναι και εδώ ιδιαίτερα στιβαρό και καλοδουλεμένο. Είτε ως Grace, είτε ως Leon, το gameplay δουλεύει πολύ καλά και είτε βρισκόμαστε σε μάχη, είτε σε κίνηση, είτε σε αποφυγή η Capcom έχει κάνει σοβαρή δουλειά και με τους δύο χαρακτήρες.
Σε αυτό βοηθάει και η ορθότατη θα λέγαμε επιλογή της εταιρείας να συμμαζέψει λίγο τον ορυμαγδό… βιοχλαπατσικών αντιπάλων, να τους “προσγειώσει” και να τους επαναφέρει στα επίπεδα των αρχικών τίτλων. Ναι υπάρχουν πάλι (όπως και στα πρώτα παιχνίδια άλλωστε) διάφοροι θεόμουρλοι εχθροί, αλλά ως επί το πλείστον ο σχεδιασμός τους είναι πιο προσγειωμένος και ταυτόχρονα πιο ενδιαφέροντας. Ιδιαίτερης μνείας αξίζουν τα νέα zombies (υπογραμμίζουμε, τα νέα, γιατί υπάρχουν και παλαιού τύπου), τα οποία βλέπεις συχνά να έχουν μια διαφορετική προσωπικότητα, ορισμένα να έχουν διαφορετικούς τρόπους αποφυγής και γενικά να δείχνουν εξελιγμένα, προσφέροντας τα καλύτερα zombies της σειράς μέχρι σήμερα.

Εκεί που ίσως χωλαίνει λίγο το πράγμα είναι στην ΑΙ ορισμένων εχθρών. Όταν αντιμετωπίσετε ορισμένα mini bosses (που μπορεί και να μη μπορείτε να σκοτώσετε καθόλου ή τη δεδομένη χρονική στιγμή), αρχικά θα σας λούσει κρύος ιδρώτας. Όταν όμως καταλάβετε τα ιδιαίτερα απλά μοτίβα κίνησής τους στον χάρτη, γρήγορα θα μπορέσετε να τα αποφύγετε. Ή να έρθετε αντιμέτωποι με boss που κολλάει σε στοιχεία του χάρτη και μπορείτε εύκολα να ξεγελάσετε.
Ή εχθρούς που κυριολεκτικά αρχίζετε να τρέχετε μαζί τους γύρω γύρω και να αδειάζετε σφαίρες πάνω τους. Προς θεού, αυτά είναι οι εξαιρέσεις, όχι ο κανόνας, αλλά υπάρχουν αρκετές εξαιρέσεις για να τις προσέξει κανείς από το πρώτο playthrough. Θεωρούμε δεδομένο ότι ορισμένα από αυτά θα στρώσουν με patches μέσα στους επόμενους μήνες όμως.

Τέλος, χαρακτηριστικό στοιχείο της σειράς ήταν πάντοτε και τα διάφορα unlockables που μπορούσες να ξεκλειδώσεις μέσα στην πορεία του παιχνιδιού, αλλά και εκτελώντας διάφορα ιδιαίτερα δύσκολα challenges ή / και speedruns. Το σύστημα εδώ είναι παραπλήσιο με αυτό του Resident Evil 3 Remake, όπου καταφέρνοντας challenges, κερδίζεις πόντους με τους οποίους εξαργυρώνεις διάφορα καλούδια (από concept art και 3D models μέχρι νέα όπλα αλλά και cheats για το βασικό παιχνίδι).
Η λίστα με τα περισσότερα challenges είναι κρυφή κατά το πρώτο playthrough και διάφορα θα τα πετύχετε από μόνοι σας όσο παίζετε, αλλά τα περισσότερα – και ειδικά αυτά με τα μεγαλύτερα βραβεία – θα παραμείνουν κρυφά μέχρι να τερματίσετε μία φορά τον τίτλο έτσι ώστε να αποτελέσουν έναυσμα για πολλαπλά playthroughs.

Στα του τεχνικού τομέα τώρα, καταρχάς να σας πούμε ότι το παιχνίδι έτρεξε αρκετά ομαλά στο απλό PS5 και πέρα από λίγα ανεπαίσθητα glitches, δεν παρατηρήσαμε κάποιο τεχνικό πρόβλημα. Οπτικά το επίπεδο είναι εφάμιλλο με αυτά που είδαμε στα πρόσφατα RE8 και RE4 Remake, με τα τμήματα στους εσωτερικούς χώρους ιδιαίτερα να είναι εξαιρετικά λεπτομερή. Οι εξωτερικοί χώροι είναι και αυτοί ωραίοι, αλλά όπως αναφέραμε πιο πάνω, μεγάλο τμήμα της μιας αρχικής περιοχής είναι αρκετά αδιάφορο για σχολιασμό. Το πιο εντυπωσιακό, βέβαια, είναι ο σχεδιασμός των εχθρών, που είναι πιο “ρεαλιστικοί” από ποτέ, αλλά και τα άπειρα διαφορετικά και ιδιαίτερα splattery death scenes (δικά σας αλλά και αντιπάλων).
Το voice acting είναι ικανοποιητικό χωρίς να ξεχωρίζει κάτι στους βασικούς χαρακτήρες (πιο πολύ ενδιαφέρον έχουν οι κραυγές και οι ομιλίες από τα zombies), ενώ από πλευράς μουσικής η σειρά παραμένει κυρίως στους περιβαλλοντικούς ήχους ή στην ambient χαμηλή μουσική, ηχητικά ques που στήνουν την κατάλληλη υποτονική και τρομακτική ατμόσφαιρα. Το highlight του ήχου είναι το γενικότερο 3D mix του παιχνιδιού, το οποίο για ακόμα μια φορά δουλεύει εξαιρετικά και εκμεταλλεύεται στο έπακρο καλά ακουστικά και surround συστήματα ήχου. Πρόκειται για ένα παιχνίδι που σίγουρα χάνει κανείς αν το παίξει απλά με τα ηχεία της τηλεόρασης.

Eν κατακλείδι, είμαστε ιδιαίτερα ευχαριστημένοι από το Resident Evil Requiem. Έχοντας παίξει 12,5 ώρες για το πρώτο μας playthrough στο standard difficulty (12,5 in game clock, 17 console clock) και άλλες 5-6 σε δεύτερο στο ανώτερο επίπεδο δυσκολίας, θέλουμε να συνεχίσουμε να παίζουμε για να αποκαλύψουμε παραπάνω πτυχές αυτού του τίτλου (και γιατί όχι, να ξεκλειδώσουμε και unlimited ammo για ένα RPG!).
Η προσπάθεια της Capcom να ενσωματώσει στο παιχνίδι πολλά και διαφορετικά είδη gameplay ίσως να μη βρίσκει την απόλυτη αρμονία, αλλά ακόμα και έτσι, το Requiem είναι ένας ιδιαίτερα διασκεδαστικός τίτλος που πιστεύουμε ότι θα ικανοποιήσει πολλούς φίλους της σειράς. Για τον γράφοντα, μόνο και μόνο ότι μετά από πάρα πολλά χρόνια έχουμε επιτέλους ένα παιχνίδι με τελικό κεφάλαιο που όχι μόνο δεν είναι τσίρκο, αλλά είναι και εντελώς oldschool Resident Evil, είναι αρκετό για να παίξει και να ξαναπαίξει.
Το Resident Evil Requiem κυκλοφορεί από τις 27/2/26 για PS5, PC, Switch 2 και Xbox Series. Το review μας βασίστηκε στην έκδοσή του για το PS5 με review code που λάβαμε από τη CD Media.
5 Σχόλια
Υποβολή απάντησης
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.
Το περίμενα αυτό το review για να κρίνω αν θα πατήσω το κουμπί για αγορά τώρα ή να περιμένω. Έχοντας φρέσκα τα 7,8 και 4 remake θα ειναι δυσκολη η αναμονή..
Ωραιο review!! Θα ηθελα να ρωτησω αν εχει ανοιχτές περιοχές το παιχνιδι που σε αφηνει να εξερευνήσεις κτήρια με τη σειρα που θες ή αν ειναι εντελως γραμμικο?
Πολύ ενδιαφέροντα όλα όσα περιγράφει ο Άλεξ. Το winning streak της Capcom συνεχίζεται. Θα το ξεκινήσω το συντομότερο δυνατό.
Τελικά το Req(β)uiem είναι γιορτή για τα 30 χρόνια ή σημάδι ότι η σειρά δυσκολεύεται να αποφασίσει τι θέλει να είναι;
Ευχαριστούμε για το κείμενο! Η ερώτηση μου είναι πού στέκεται χρονικά σε σχέση με τους προηγούμενους τίτλους; Αν φυσικά το επιτρέπει το embargo.