The Riftbreaker: Complete Edition | Review

Όταν η απλότητα διαθέτει ομορφιά.

Ορισμένες φορές, η απλότητα έχει ομορφιά. Το “λιγότερο” μπορεί να φέρει το “παραπάνω” Ορισμένες φορές, όταν ο στόχος που έχεις στο μυαλό σου – αυτό που συχνά λέμε “όραμα” για έναν δημιουργό – είναι σαφής και ξεκάθαρος, σου αρκούν λίγες κουβέντες για να πεις αυτό που θες. Έτσι, όταν στόχο έχεις να δημιουργήσεις ένα μίγμα από δύο καθαρόαιμα hardcore gaming genres, όπως το RTS base building και το action twin-stick shooting, το premise και το context στο οποίο θα το τοποθετήσεις δεν χρειάζεται να είναι ιδιαίτερα περίπλοκο.

Ένα teleporter που μπορεί να μεταφέρει ως την άλλη άκρη του γαλαξία έναν ανιχνευτή σε μια ανεπτυγμένη AI mech suit, ώστε να κατασκευάσει μια πύλη στην άλλη πλευρά, μέσω της οποίας θα μεταφερθούν άποικοι και ερευνητικό υλικό. Ένας ανεξερεύνητος πλανήτης, “τιγκαρισμένος” σε πρώτες ύλες, πόρους, εξωγήινη χλωρίδα και φυτά που μπορούν να αλλάξουν τη ζωή, αλλά και σε πανίδα από κάθε είδους παράξενη εξωγήινη ζωή που μπορεί να απειλήσει και να θέσει σε κίνδυνο την αποστολή. Και αυτά είναι όλα. Είστε έτοιμοι να εισέλθετε στον κόσμο του The Riftbreaker. Πιστέψτε μας, αν αυτά σάς είναι αρκετά, θα περάσετε πραγματικά καλά.

Αν και η βίαιη και καταχρηστική εποίκηση ενός πλανήτη ίσως στην πραγματική ζωή να μην ακούγεται τόσο θελκτική, τουλάχιστον από ηθικής απόψεως, στα πλαίσια ενος videogame δουλεύει ως το τέλειο υπόβαθρο. To The Riftbreaker, η πιο πρόσφατη δημιουργία του σχετικά νεαρού πολωνικού, indie studio Exor, χρησιμοποιεί αυτό το υπόβαθρο για να στήσει ένα videogame που κινείται πάνω σε δύο βασικούς άξονες: το base building και το action shooting.

Εμείς αναλαμβάνουμε τον ρόλο της επιστήμονος Ashley Nowac στην προσπάθειά της να κατασκευάσει το Rift Gate, την πύλη η οποία θα επιτρέψει τη μεταφορά πληθυσμού από τη Γη στον νέο αυτό πλανήτη για την ολοκλήρωση την αποίκησής του. Συνοδεία της έχει τον Mr Riggs, την ανθρωπομορφική, εξελιγμένη τεχνητή νοημοσύνη που συνοδηγεί τη mech suit της Ashley και λειτουργεί ως companion της.

Η δημιουργία της πύλης αυτής, όμως, κάθε άλλο από απλή διαδικασία αποτελεί, καθώς για την κατασκευή της απαιτούνται συγκεκριμένες συνθήκες αλλά και πρώτες ύλες. Πρώτος στόχος μας, λοιπόν, είναι η δημιουργία μιας βάσης, στα πλαίσια της οποίας θα κατασκευαστεί τελικά και το Rift Gate. Η βάση μας καλείται να είναι ενεργειακά αυτόνομη, να καλύπτει τις ανάγκες για πρώτες ύλες με βάσεις εκσκαφής, αλλά και να είναι προστατευμένη από κάθε είδους απειλές που μπορεί να προκύψουν.

Στον τομέα αυτόν, το Riftbreaker “παίζει τα ρέστα” του. Τουτέστιν, η ομάδα ανάπτυξης έχει ρίξει αρκετή δουλειά στη δημιουργία ενός αρκετά σύνθετου και βαθύ τομέα σχεδιασμού, ανάπτυξης και διαχείρισης της βάσης μας. Το σύστημα base building εξαρτάται από διάφορους παράγοντες και η σωστή και εύρυθμη λειτουργία του “σπιτιού” μας ορίζεται από κανόνες διαφορετικών τομέων.

Η Exor studios έχει σωστά διαβάσει το γενικότερο πλαίσιο που διέπει τα base building παιχνίδια, που αναφέρει ότι η επιτυχία τους – ως ένα βαθμό – εξαρτάται από την επιλογή. Για να έχει αξία η έννοια του real time strategy θα πρέπει να ενέχει μέσα της την έννοια του ρίσκου, το οποίο με τη σειρά του θα οδηγήσει σε κριτική ματιά, στάθμιση των παραμέτρων, στρατηγική σκέψη και εν τέλει επιλογή. Δεν πρέπει να υπάρχει σωστή απόφαση αλλά ούτε να είναι δυνατή και η λήψη όλων των αποφάσεων μαζί.

Η περαιτέρω ενασχόληση και το επιπλέον βάρος σε έναν συγκεκριμένο τομέα της βάσης, αυτόματα πρέπει να μεταφράζεται και σε έλλειψη και αδυναμία σε κάποιον άλλον τομέα, τον οποίο εμείς θα κληθούμε να βελτιώσουμε “κόβοντας” από κάποιο άλλο τμήμα της βάσης που θα ασχοληθούμε μαζί του στην συνέχεια κ.ο.κ. Το Riftbreaker φαίνεται να έχει αντιληφθεί σωστά τη gameplay λουπα αυτή και να τη διανθίζει έξυπνα και ευρηματικά με αρκετά στοιχεία.

Τα συστήματα εξέλιξης (research trees) που διαθέτει στον παίκτη για το πώς θα διαρθρώσει την ανάπτυξη της βάσης του, δίνουν αρκετά και αλληλοδιασταυρούμενα μονοπάτια στη φιλοσοφία που θα ακολουθήσουμε. Μπορεί η εμφαση να δοθεί στην αποδοτικότερη εξόρυξη πόρων. Κάτι που θα οδηγήσει όμως σε υψηλότερες ενεργειακές απαιτήσεις. Οι τελευταίες καλύπτονται με την εγκατάσταση διαφόρων υποδομών, όπως ηλιακά panels και φορτιστές μπαταριών.

Η εγκατάσταση των τελευταίων, ωστόσο, οδηγεί σε περαιτέρω διεύρυνση του χώρου της βάσης, κάτι που αυτόματα απαιτεί και επιπλέον οχύρωση. Όλα αυτά όμως απαιτούν διαδικασίες και από μας (π.χ. η ενεργοποίηση ενός κτιρίου ή η επισκευή του), εκτός αν θέλουμε να εξερευνήσουμε και το κομμάτι της αυτοματοποίησης της βάσης μας.

Λίγο-πολύ, το Riftbreaker οδηγώντας μας να αντιμετωπίσουμε την κάθε νέα πρόκληση που προκύπτει, μας εξοικειώνει αναίμακτα και χωρίς ιδιαίτερη φλυαρία και πονοκεφάλιασμα με αρκετές νέες πληροφορίες και μηχανισμούς, και μας εισάγει στη φιλοσοφία του χτισίματος και της διαχείρισης της βάσης μας ομαλά. Παρόλα αυτά, ισχυρό “φάουλ” του τίτλου είναι τα κομματάκι δυσχρηστα menus και UIs που καλούνται να υποστηρίξουν την όλη διαδικασία.

Υπάρχει παραμετροποίηση μεν, κάτι που βοηθάει στην εξοικονόμηση χρόνου και ενέργειας, αλλά ορισμένες αστοχίες – που ενδεχομένως προκύπτουν από την μεταφορά του τίτλου σε console περιβάλλον – κοστίζουν σε υπομονή και immersion, καθώς μας αναγκάζουν σε επανάληψη τυπικών και ανούσιων διαδικασιών. Το πηλίκο, πάρα ταύτα, παραμένει θετικό, καθώς η σταδιακή επέκταση της βάσης μας, η βελτιστοποίηση του layout της και το αντίκτυπο των upgrades που εγκαθιστούμε αποτελεί μια από τις πιο ευχάριστες πτυχές του παιχνιδιού.

Ωστόσο, τα ⅔ του αρκτικόλεξου RTS σημαίνουν real time (πραγματικός χρόνος), και η εισαγωγή τους δεν είναι τυχαία. Οι αποφάσεις για το πώς θα κινηθούμε στο παιχνίδι έχουν συγκεκριμένο χρονικό παράθυρο που μπορούν να ληφθούν, και οι εξελίξεις στον γύρω κόσμο “τρέχουν” ανεξαρτήτως του πότε και πώς θα κινηθούμε εμείς. Στο σημείο αυτό, το Riftbreaker έρχεται και “ακουμπά” στη δεύτερη ράγα που το έχει σε τροχιά, αυτή του action-shooting τμήματός του.

Το combat system του τίτλου ακολουθεί και αυτό με τη σειρά του την αρχή της απλότητας. Δεν προσπαθεί να κάνει υπερβολικά περίπλοκα τα πράγματα. Αντιθέτως, αναζητά τη διασκέδαση στην αμεσότητα και τον εντυπωσιασμό. Η αντιμετώπιση των εχθρών γίνεται κατά κύματα και το gameplay επικεντρώνεται σε στοιχεία crowd control. Ο εχθροί καταφθάνουν σε πολύ μεγάλα νούμερα, κατακλύζοντας την οθόνη, και η πρόκληση είναι στη διαχείριση της εξόντωσής τους και στην ελαχιστοποίηση της ζημιάς που θα προξενήσουν στη βάση μας.

Τα όπλα, τα οποία κυμαίνονται σε διάφορα φάσματα – από φλογοβόλα μέχρι miniguns και lasers – έχουν προσεχθεί ιδιαίτερα τόσο στο impact που έχουν σε επίπεδο ήχου, animation, εφέ κ.ο.κ. όσο και στον ρόλο τους στη μάχη, καθώς ορισμένα είδη εχθρών απαιτούν διαφορετική προσέγγιση. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η ηρωιδα μας είναι στην ουσία μια over-powered μηχανική στολή, σαφώς πιο δυνατή από οποιοδήποτε πλάσμα πρόκειται να συναντήσει στον ξένο πλανήτη αυτό, και η μαζική εξόντωση των ορδών που επιτίθενται φροντίζει να απαθανατίσει αυτό το “power fantasy” πολύ γλαφυρά.

Στην προκειμένη δεν θα συναντήσετε πολύπλοκα combos και μηχανισμούς επί μηχανισμών. Ο ρυθμός και η ένταση της μάχης, όμως, στις περιπτώσεις των events άμυνας (όπου οι εχθροί επιτίθενται συντονισμένα στη βάση μας) θα προσφέρουν ένα ευχάριστο και ανανεωτικό διάλειμμα από την κύρια δουλειά της διαχείρισης της βάσης.

Δομικά, το παιχνίδι ακολουθεί μια πλοκή γεγονότων, η οποία εξελίσει ορισμένα στοιχεία στο περιβάλλον και θέτει σε κίνηση ορισμένες αλλαγές. Τουλάχιστον θεωρητικά, γιατί στο ουσιαστικό κομμάτι η ιστορία κρίνεται μάλλον αδιάφορη και επιφανειακή, παρά ικανή να δέσει με το gameplay και τα υπόλοιπα στοιχεία του τίτλου.

Στο παραπάνω ίσως να μην βοηθάει και πολύ η αρκετά μεγάλη διάρκεια του campaign (άνω των 20 ωρών) καθώς και η ουσιαστική απουσία “game over”. Ακόμα και σε περιπτώσεις που σχεδόν όλη η βάση μας καταστράφηκε, απ’ τη στιγμή που το βασικό HQ κτίριο συνέχιζε να υπάρχει, το rebuild ήταν θέμα λίγων λεπτών. Τέλος, περίπου στα μισά ο γράφων ένιωσε να κουράζεται κάπου με την έντονη ανά σημεία επανάληψη στις αποστολές (βρες το Χ υλικό, προστάτεψε τη βάση σου από τα Ψ κύματα εχθρών κ.ο.κ.).

Στον οπτικό τομέα, το παιχνίδι ξεχωρίζει ιδιαίτερα για τα δεδομένα ενός indie τίτλου, με όμορφα γραφικά και πολύ προσεγμένα εφέ φωτισμού και χρωμάτων, ειδικά κατά τη διάρκεια της νύχτας που η ατμόσφαιρα γίνεται πιο έντονη. Ο εξωγήινος πλανήτης είναι εντυπωσιακά σχεδιασμένος, γεμάτος ζωντάνια, με πλούσια και ιδιαίτερη χλωρίδα, που δίνει την αίσθηση ενός πραγματικά άγνωστου κόσμου.

Όταν όμως ξεκινούν οι επιθέσεις και οι εχθροί καταφτάνουν σε τεράστια κύματα, γεμίζοντας την οθόνη, το θέαμα απογειώνεται: εκρήξεις, φωτιές, lasers και εφέ φωτισμού δημιουργούν ένα χαοτικό αλλά ταυτόχρονα εντυπωσιακό οπτικό αποτέλεσμα κατά την εξόντωσή τους. Το Riftbreaker “τρέχει” ομαλά σε PS5, με σταθερό ρυθμό, ωστόσο η μεταφορά του σε περιβάλλον κονσόλας φαίνεται, και τα quirks της μεταφοράς κάνουν έντονο το γεγονός ότι το παιχνίδι είναι φτιαγμένο να παίζεται με mouse και πληκτρολόγιο.

Εν κατακλείδι, και βάση όλων των θετικών και αρνητικών που αναφέραμε, πού “κάθεται η μπίλια” για το The Riftbreaker; Μπορεί η indie δημιουργία από την Πολωνία να βρει τον δικό της χώρο στο στερέωμα ενός απαιτητικού και δύσκολου όσο και niche κοινού; Η απάντηση θα ήταν μάλλον θετική, αν και δεν είμαστε εμείς οι απόλυτα υπεύθυνοι να τη δώσουμε.

Συνολικά, το παιχνίδι καταφέρνει να πετύχει αυτό που εξαρχής υπόσχεται: έναν άμεσο, εθιστικό και εντυπωσιακό συνδυασμό base building και action, χωρίς να μπλέκει σε περιττές πολυπλοκότητες. Παρά τις αδυναμίες του, όπως η επιφανειακή ιστορία, κάποια θέματα επανάληψης και τα όχι πάντα βολικά menus, η ουσία παραμένει δυνατή: το χτίσιμο, η συνεχής εξέλιξη της βάσης και οι χαοτικές μάχες με ορδές εχθρών δημιουργούν ένα gameplay loop που δύσκολα αφήνεις.

Το Riftbreaker μπορεί να μην επαναπροσδιορίζει το είδος, όμως ξέρει πολύ καλά τι θέλει να είναι και το εκτελεί με αυτοπεποίθηση, προσφέροντας μια εμπειρία που θα ικανοποιήσει όσους αναζητούν στρατηγική, δράση και την απόλαυση της δημιουργίας μέσα σε έναν όμορφο αλλά αφιλόξενο εξωγήινο κόσμο.

Το The Riftbreaker: Complete Edition είναι ήδη διαθέσιμο για PS5, PC και Xbox Series. Το review μας βασίστηκε στην έκδοσή του για το PS5 με review code που λάβαμε από την EXOR Studios.

Δημήτρης Αγγέλου
Δημήτρης Αγγέλου

Ο Δημήτρης πρωτο-έπιασε dualshock στα χέρια του σε εποχές PSX. Από τότε δεν το άφησε ποτέ. Ακούραστος κυνηγός καλοφτιαγμένων action-rpgs, ξέφρενων FPS, παράξενων indies αλλά κυρίως ό,τι έχει να πει μια καλή ιστορία.

Άρθρα: 292

Υποβολή απάντησης