Vampire Therapist | Review

Τα βαμπίρια - και ο παίκτης - στο ντιβάνι.

Η ιδιαίτερη κατηγορία των visual novels έχει την ευχέρεια, το προνόμιο αν θέλετε, να μπορεί να ασχοληθεί με κάθε είδους θέμα. Όπως και στην κανονική λογοτεχνία, δεν υπάρχουν περιορισμοί στο είδος της ιστορίας που μπορεί κανείς να αφηγηθεί. Στην περίπτωση του Vampire Therapist, η ιστορία είναι ένα πολύ ενδιαφέρον μείγμα του μεταφυσικού θέματος των βρικολάκων με τον ρεαλισμό της ψυχανάλυσης.

Ο πρωταγωνιστής μας ονομάζεται Sam και είναι ένα σχετικά νεαρό βαμπίρ, ηλικίας περίπου 200 χρονών. Προτού μετατραπεί σε απέθαντο, ζούσε σαν παράνομος στην Άγρια Δύση. Αφού πέρασε τα πρώτα του βαμπιρικά χρόνια αγκαλιάζοντας πλήρως τη Dark Side, ήτοι σκοτώνοντας αδιακρίτως, έζησε τη δική του προσωπική επιφοίτηση. Γιατί πρέπει όλοι οι βρικόλακες να ζουν έτσι, μέσα στο αίμα και την καταστροφή; Δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι καλύτερο για τον εαυτό μας και τους γύρω μας με όλο αυτό τον χρόνο που μας δόθηκε; Αποφασίζει να περάσει λίγο χρόνο μόνος του με τη φύση, κάτι που πάντα τον ηρεμούσε, και καταλήγει να περάσει 90 χρόνια μόνος στην καρδιά ενός Δάσους.

Όλα αυτά τα χρόνια, σιγά σιγά αντιλαμβάνεται ότι όλοι όσοι αντιμετωπίζουν δυσεπίλυτα προσωπικά προβλήματα δρουν και σκέφτονται με βάση κάποια σταθερά πρότυπα. Εκστασιασμένος, αποφασίζει να βοηθήσει τα υπόλοιπα βαμπίρ με το να γίνει ψυχοθεραπευτής. Όταν ανακαλύπτει μέσω του Internet ότι υπάρχει ήδη ένας αρχαίος βρικόλακας στη Λειψία που ασχολείται ακριβώς με αυτό το αντικείμενο, ταξιδεύει ως εκεί και γίνεται και αυτός ασθενής του εν λόγω, 3000 ετών, βρικόλακα ονόματι Andromachos (ή Andy για τους φίλους). Ο Andy, εντυπωσιασμένος από το έμφυτο ταλέντο του Sam, θα του διδάξει τα μυστικά του επαγγέλματος και θα του εμπιστευτεί, υπό τη δική του διακριτική καθοδήγηση, τέσσερις δύσκολες υποθέσεις ασθενών.

Το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας του παιχνιδιού περιλαμβάνει λοιπόν τις συνεδρίες με τους εν λόγω βρικόλακες, οι οποίοι ποικίλλουν σε ηλικία και προέρχονται από διαφορετικές χρονικές περιόδους. Η συνολική ατμόσφαιρα του παιχνιδιού σαφώς απέχει από οτιδήποτε σκοτεινό ή τρομακτικό, παρόλο το βαμπιρικό του θέμα. Αντιθέτως, το παιχνίδι έχει μάλλον χιουμοριστικό και ανάλαφρο τόνο, αντλώντας έμπνευση από τη σειρά What We Do In The Shadows. Εκεί όμως που το παιχνίδι παίρνει τον εαυτό του στα σοβαρά, είναι στην παρουσίαση και την προσέγγιση της ίδιας της ψυχοθεραπευτικής συνεδρίας.

Ο πρωταγωνιστής μας προσπαθεί να επιτελέσει το έργο του ανακαλύπτοντας στα λεγόμενα των ασθενών του τα πρότυπα που προαναφέραμε, και να εξηγήσει σε αυτούς τα παράλογα, τους φαύλους κύκλους και τις γενικότερες αρνητικές σκέψεις τους, με σκοπό αυτοί να αντιληφθούν και έπειτα να καταπολεμήσουν τις εμμονές και τα πάθη τους που δεν τους αφήνουν να ησυχάσουν. Τα πρότυπα αυτά ονομάζονται Cognitive Distortions και στα ελληνικά αποδίδονται ως “Γνωσιακές Διαστρεβλώσεις”. Πρόκειται για λάθη στον τρόπο σκέψης που σχεδόν όλοι οι άνθρωποι κάνουν υπό την πίεση κάποιου προβλήματος, τα οποία δυστυχώς διαιωνίζουν την κατάσταση και κάνουν την επίλυσή του προβληματική.

Για να καταλάβει και ο αναγνώστης, θα αναφέρουμε ενδεικτικά την Υπεργενίκευση (Overgeneralization, όταν τα μεμονωμένα γεγονότα παίρνουν στο μυαλό μας γενικευμένη παρουσία), τα Πρέπει (Shoulds, πρέπει να κάνω κάτι ενώ στην πραγματικότητα κανείς δεν με αναγκάζει) και την Εσφαλμένη Τιτλοφόρηση (Labeling, η απόδοση χαρακτηρισμών σε μας ή σε άλλους με βάση ένα συμβάν). Το παιχνίδι θα μας παρουσιάσει σιγά σιγά αυτές τις έννοιες, με τον αριθμό τους να φτάνει τελικά τις 12. Κατά τη διάρκεια των συνεδριών μας, το παιχνίδι σε τακτά χρονικά διαστήματα θα κάνει παύση μετά από μια πρόταση του ασθενούς και εμείς θα πρέπει να διαλέξουμε ποιο distortion χρησιμοποιήθηκε, ώστε να συνεχίσει η ιστορία.

Για να διευκολυνθεί ο παίκτης αλλά και η ίδια η συνεδρία, όταν μάθουμε πάνω από πέντε distortions, πριν ξεκινήσουμε θα διαλέξουμε τέσσερα distortions που πιστεύουμε ότι θα συναντήσουμε (το κύριο distortion που απασχολεί τον κάθε ασθενή είναι πάντα επιλεγμένο), ώστε σε κάθε συνεδρία να ψάχνουμε μόνο ανάμεσα σε πέντε από αυτά και όχι σε όλα. Άλλωστε, δεν θα ήταν χρήσιμο και χρηστικό να διακόπτουμε συνεχώς τον ασθενή και το πιο σωστό είναι να επικεντρωθούμε σε λίγα distortions κάθε φορά.

Αν κάνουμε λάθος στις επιλογές μας κατά τη διάρκεια της συνεδρίας, δεν συμβαίνει κάτι αρνητικό, καθώς ο Andy θα μας προειδοποιήσει τηλεπαθητικά και το παιχνίδι θα συνεχίσει μόνο όταν διαλέξουμε τη σωστή. Έτσι, δεν υπάρχουν εν πολλοίς διακλαδιζόμενα μονοπάτια ή πολλαπλά φινάλε, καθώς οι δημιουργοί προτίμησαν να παρουσιάσουν αντ’ αυτού μια πιο βατή και ολοκληρωμένη αφηγηματική εμπειρία. Το μόνο που θα κερδίσουμε αν δεν κάνουμε λάθος και πετύχουμε ένα σερί σωστών απαντήσεων, θα είναι τα ανάλογα trophies, τα οποία ίσως μπορούμε να κερδίσουμε ούτως ή άλλως κάνοντας save / load (δεν το δοκιμάσαμε) ή αν κρατήσουμε σημειώσεις και κάνοντας δεύτερο playthrough.

Υπάρχουν βέβαια επιλογές κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού και πολλοί διάλογοι, ή ακόμα και το πότε θα ολοκληρωθεί η θεραπεία κάθε ασθενή που μπορούν να αλλάξουν, αλλά η κατάληξη της ιστορίας θα παραμείνει γενικά η ίδια.

Μείναμε λοιπόν πολύ εντυπωσιασμένοι από τη μελέτη και τη δουλειά που έχει πέσει από πλευράς δημιουργών όσον αφορά την αληθοφάνεια μιας ψυχοθεραπευτικής συνεδρίας. Η γνωριμία μας με τις cognitive distortions ήταν συναρπαστική και δεν θα κρύψουμε ότι μετά την ολοκλήρωση του παιχνιδιού αρχίσαμε να βλέπουμε αυτά τα πρότυπα τόσο στις δικές μας σκέψεις όσο και στων γύρω μας. Βέβαια, το ίδιο το παιχνίδι τονίζει εξαρχής ότι δεν αποτελεί υποκατάστατο μιας αληθινής ψυχοθεραπείας. Σαν πρώτη μας γνωριμία όμως με τις μεθόδους ενός ψυχοθεραπευτή, τη χρησιμότητα και τη σημασία της ψυχοθεραπείας και εν τέλει τα μυστήρια του ανθρώπινου μυαλού, το παιχνίδι παίρνει άριστα.

Όσον αφορά την ιστορία, το μεγαλύτερο ατού της είναι οι χαρακτήρες. Από τον ακόμα καουμπόη Sam, μέχρι τον Andromachos και τους ασθενείς μας, καθένας από αυτούς έχει βάθος και είναι εξαιρετικά καλογραμμένος. Όλοι τους είναι χαρακτήρες που θα μείνουν στη μνήμη του παίκτη, ο καθένας για τον δικό του λόγο. Οι ιστορίες των ασθενών μας έχουν μεγάλο ενδιαφέρον και μας έκανε εντύπωση ότι το παιχνίδι ασχολείται τόσο με διαχρονικά όσο και με πολύ σύγχρονα θέματα, όπως τα social media, τα streaming sites ή οι ηγέτες του σημερινού κόσμου. Όλα αυτά όπως είπαμε με μια χιουμοριστική και ανάλαφρη ματιά, που κάνει το αρκετά χορταστικό playthrough μας (περί τις 8 ώρες) ακόμα πιο ευχάριστο και ενδιαφέρον.

Οι εξαιρετικά πολυπληθείς διάλογοι είναι όλοι τους επίσης καλογραμμένοι, ενώ το παιχνίδι περιλαμβάνει πλήρες speech και μάλιστα από έμπειρους voice actors που έχουν δουλέψει σε πολλά άλλα projects όπως τα Hades, Baldur’s Gate 3 και Final Fantasy 7: Rebirth. Ως εκ τούτου, οι ερμηνείες είναι όλες υψηλού επιπέδου και βοηθούν πάρα πολύ στη δημιουργία της ιδιαίτερης και ποιοτικής ατμόσφαιρας του τίτλου. Τέλος, τα γραφικά είναι καρτουνίστικα, με λεπτομέρεια στον σχεδιασμό και ζωντανά χρώματα, αλλά ελάχιστο animation, ενώ η μουσική είναι μελωδική και διακριτική.

Να αναφέρουμε, καθώς πλησιάζουμε προς το τέλος, ότι το παιχνίδι έχει ήδη κυκλοφορήσει εδώ και κάποια χρόνια στο Steam, και η έκδοση των κονσολών που δοκιμάσαμε περιλαμβάνει και κάποια DLC με έξτρα συνεδρίες (ενός ζευγαριού αυτή τη φορά, αλλά και του ίδιου του Andromachos) που προσθέτουν άλλο ένα δίωρο στη συνολική εμπειρία.

Αυτό είναι εν ολίγοις το Vampire Therapist. Ένα αν μη τι άλλο πρωτότυπο Visual Novel, που μας γνώρισε τον κόσμο της ψυχανάλυσης και μας έκανε να προσέξουμε πολλά πράγματα σχετικά με τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τις δυσκολίες και τα προβλήματα της ζωής, τόσο της δικής μας όσο και των γύρω μας. Η εμπειρία ήταν εξόχως απολαυστική και θα το προτείναμε σε όλους τους φίλους του είδους, αλλά και σε όσους θέλουν να έρθουν σε πρώτη επαφή με τον κόσμο της ψυχανάλυσης. Να θυμάστε, όπως λένε κι οι Manowar στο τραγούδι Master of the Wind, “nothing is as bad as it seems…”.

Το Vampire Therapist κυκλοφορεί από τις 5/3/26 για PS5, PS4, Switch, Xbox Series και Xbox One (για PC κυκλοφορεί από τον Ιούλιο του 2024). Το review μας βασίστηκε στην έκδοσή του για το PS5 με review code που λάβαμε από την Ultimate Games.

Μιχάλης Χασάπης
Μιχάλης Χασάπης

Πρώτη κονσόλα το Gameboy. Αργότερα ασχολήθηκε με τα PC και αγόρασε ένα Gamecube για να παίξει το Starcraft: Ghost. Δυστυχώς αυτό
δεν έγινε, αλλά οι Mario, Link και Samus θα τον συνοδεύουν εσαεί. Παίζει τα πάντα, αρκεί να έχουν καλό gameplay. Παντοτινές του αγάπες η
Nintendo, οι Iron Maiden και το Star Wars.

Άρθρα: 85

Υποβολή απάντησης