
Directive 8020 | Review
Μία μίξη Alien με The Thing, αλλά με ποιότητα από Alien Resurrection.
Έπειτα από ένα γενναίο διάλειμμα από την πρώτη σεζόν του Dark Pictures Anthology η Supermassive Games επιστρέφει, τηρώντας την υπόσχεσή της πως κάθε νέο παιχνίδι της συγκεκριμένης σειράς θα καταπιάνεται με ένα διαφορετικό horror είδος. Αυτήν τη φορά, την τιμητική του έχει το sci-fi, ένα καθόλα ελκυστικό setting για ταινία ή παιχνίδι τρόμου, λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη ότι τέτοια δημιουργήματα σπανίζουν.
Θα ξεδιαλύνουμε την κατάσταση εξαρχής, λέγοντας πως το Directive 8020 έρχεται ως μία από τις καλές περιπτώσεις του The Dark Pictures Anthology, σίγουρα αφήνοντας πολύ πίσω το Man of Medan αλλά και το κουραστικό House of Ashes, ενώ θα μπορούσε να εποφθαλμιά εύκολα την top θέση της σειράς, κυρίως για κάποιον που είναι φαν των sci-fi. Φυσικά, στο παραπάνω θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι τα ποιοτικά στάνταρτ αυτής της σειράς δεν ήταν ποτέ υψηλά, με το Directive 8020 να δείχνει, για άλλη μία φορά, ότι τα The Quarry και Until Dawn είχαν επωφεληθεί σημαντικά από τις “πλάτες” των publishers αλλά και την αποφυγή της επεισοδιακής μορφής.

Αλλά ας έρθουμε στο προκείμενο, ξεκινώντας από τα θετικά, από το sci-fi σκηνικό το οποίο η Supermassive Games το αξιοποιεί σε μεγάλο βαθμό. Οι έντονες επιρροές από το πρώτο Alien είναι εμφανείς ήδη από την εισαγωγή, μέσω της παρόμοιας μουσικής υπόκρουσης, αλλά και λόγω των σκηνοθετικών πλάνων στο εσωτερικό του διαστημόπλοιου, την Cassiopeia, που παραπέμπουν στην κορυφαία ταινία του Ridley Scott.
Βρισκόμαστε στο 2061 όπου το ολιγομελές πλήρωμα της Cassiopeia έχει ως αποστολή να φτάσει στον απομακρυσμένο πλανήτη του Tau Ceti f, ο οποίος πιθανότατα να αποτελέσει το νέο σπίτι της ανθρωπότητας. Σκοπός του πληρώματος είναι να μπει στην τροχιά του πλανήτη, να αναλύσει την επιφάνειά του και να δώσει το “ok” για τον ερχομό του Andromeda, ενός διαστημοπλοίου που μεταφέρει δεκάδες αποίκους.

Φυσικά, όλα θα πάνε στραβά, όταν το διαστημόπλοιο χτυπηθεί από έναν αστεροειδή, φέρνοντας μαζί του μία εξωγήινη μορφή που μπορεί να πάρει τη μορφή οποιουδήποτε ανθρώπου, σε μία τροπή που κοιτάει από κοντά το The Thing. Ήδη από την εισαγωγή το Directive 8020 μάς βάζει κατευθείαν στο νόημα, τοποθετώντας το πλήρωμα πολύ γρήγορα σε θανάσιμο κίνδυνο.
Ως είθισται στα παιχνίδια της Supermassive Games, οι ηθοποιοί κάνουν επαγγελματική δουλειά, δίνοντας αρκετούς πόντους στην κινηματογραφική αίσθηση που προσπαθεί να πετύχει. Υπάρχουν σαφείς βελτιώσεις στα facial animations, αν και με σκαμπανεβάσματα. Σε αρκετά σημεία βρίθουν από λεπτομέρεια στις κάθε λογής εκφράσεις των χαρακτήρων (τρόμου, χαράς, μειδιάματος κ.λπ.), αλλά υπάρχουν και περιπτώσεις που το αποτέλεσμα είναι μέτριο. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τα animations του σώματος, τα οποία αρκετές φορές είναι πειστικά, αλλά δεν λείπουν και οι περιπτώσεις που δείχνουν αρκετά ξύλινα, ιδίως στις σκηνές δράσης.

Εκεί που το Directive 8020 τα πάει αδιαμφισβήτητα καλά, διατηρώντας την υψηλή ποιότητα, είναι στο θέμα των φωτισμών, μία τεχνική που η Supermassive Games έχει αποδείξει ότι την κατέχει, με κορύφωση στην περίπτωση του The Quarry. Επιπλέον, έχει γίνει πολύ καλή δουλειά στο σχεδιασμό του διαστημοπλοίου, πείθοντας με την αποτύπωση των διαφόρων χώρων (αν και όχι πολύ σε ποικιλία), όπως τα δωμάτια αναψυχής, οι καμπίνες του πληρώματος, οι θάλαμοι για το cryonic (όπου οι άνθρωποι βρίσκονται σε μία μορφή χειμερίας νάρκης για μήνες) κ.λπ.
Αναμφίβολα, το sci-fi σκηνικό πετυχαίνει τον στόχο του, δημιουργώντας παράλληλα ένα ωραίο horror, κλειστοφοβικό περιβάλλον (προφανώς δεν λείπουν οι στενότατοι αεραγωγοί). Η Supermassive Games χτίζει αρκετά καλό σασπένς, κερδίζοντας τα μετρημένα jump scares. Προς το παραπάνω λειτουργεί θετικά και ο σχεδιασμός των τεράτων, ο οποίος είναι αρκετά ευφάνταστος και ιδιαίτερα φρικιαστικός, όπως αρμόζει σε μία ιστορία που είναι και monster movie.

Εκτός όμως από τη μορφή των τεράτων, αυτή η εξωγήινη μορφή ζωής μπορεί να αντιγράψει την εικόνα των ανθρώπων, όπως προαναφέραμε, κάτι που όμως θα λέγαμε ότι θα μπορούσε να αξιοποιηθεί περισσότερο. Ελάχιστα είναι τα σημεία που θα μας κάνει να σκεφτούμε διπλά αν το διπλανό άτομο ενδέχεται να είναι εξωγήινος και όχι το πραγματικό μέρος του πληρώματος.
Μάλιστα σε διάφορες περιπτώσεις, ως εξωτερικός παρατηρητής, γνωρίζουμε απευθείας αν είναι εξωγήινοι, ιδίως στα πρώτα επεισόδια του παιχνιδιού, περιμένοντας υπομονετικά πότε θα το αντιληφθούν και οι υπόλοιποι αστροναύτες. Στα λίγα σημεία που το παιχνίδι μάς καλεί να αποφασίσουμε τη φύση κάποιου χαρακτήρα, τα στοιχεία που μας δίνονται κάθε άλλο παρά διακριτικά είναι, καθώς είναι άμεσα εμφανές τι ισχύει. Μία ατολμία θα λέγαμε από τη Supermassive, που ειδάλλως θα μπορούσε να δημιουργήσει αρκετό σασπένς με αυτό το σκέλος της πλοκής.

Από την άλλη πλευρά, η ροή της πλοκής είναι αρκετά καλή, αποφεύγοντας να κάνει κάποια “κοιλιά”. Όπως και στο The Devil in Me (το καλύτερο παιχνίδι της σειράς κατά τη γνώμη του γράφοντα), υπάρχει ένα καλοδεχούμενο χτίσιμο, και όταν γίνει το ξέσπασμα, υπάρχει μία διαρκής ένταση. Παρόλα αυτά, επικρατεί μία ανακύκλωση στους χώρους, ελέω συγκρατημένου budget, ενώ στην προσπάθειά του να φέρει εκπλήξεις, μία αποκάλυψη μετά τα μέσα έρχεται κάπως απότομα και -θα μπορούσε να υποστηριχθεί- παράταιρα. Ας πούμε ότι πατάει για τα καλά σε b-movie περιοχές, όπου ο εγκέφαλος απλά πρέπει να κλείσει…
Παρόλα αυτά, οι χαρακτήρες του πληρώματος είναι συμπαθείς, αποφεύγοντας τετριμμένες προσωπικότητες και ωθώντας μας στο πηγαίο ενδιαφέρον για την επιβίωσή τους, η οποία βέβαια βρίσκεται από την αρχή έως το τέλος στα χέρια μας. Από παιχνίδι της Supermassive Games δεν θα μπορούσαν να λείπουν και τα ποικίλα σημεία όπου με τις αποφάσεις μας επηρεάζουμε τα τεκταινόμενα και το ποιος ζει ή πεθαίνει.

Αυτή τη φορά θα λέγαμε ότι είναι περισσότερο σαφές από ποτέ το πώς οι αποφάσεις μας επηρεάζουν την έκβαση κάθε μελλοντικής σκηνής. Ακόμα και στις ελάχιστες περιπτώσεις όπου μπορεί να μην ήταν σαφές ποιο θα είναι το αποτέλεσμα της πράξης μας, πάντα υπήρχε ευκαιρία να διορθώσουμε κάποιο πιθανό “λάθος” μας.
Από όλα τα παιχνίδια της Supermassive, θεωρούμε ότι στο Directive 8020 η δυνατότητα διάσωσης όλου του πληρώματος, βάσει των αποφάσεών μας, είναι η πλέον ευκολότερη. Ίσως αυτό έγινε γιατί θεωρήθηκε ότι η εισαγωγή των stealth μηχανισμών θα μπορούσαν να οδηγήσουν από μόνοι τους σε συχνότερους θανάτους.

Το stealth, με καθαρά gameplay όρους και όχι με τη μορφή QTEs, αποτελεί κάτι νέο για αυτό του είδος παιχνιδιών από τη Supermassive Games και πιθανότατα κάτι που θα δούμε και σε άλλα κεφάλαια της σειράς. Στο Directive 8020, σε διάφορα σημεία που εμφανίζεται κάποιος εχθρικός χαρακτήρας, καλούμαστε να δούμε τη ρουτίνα της περιπολίας του και να περπατήσουμε σκυφτοί από κάλυψη σε κάλυψη, απαιτώντας ενίοτε να ενεργοποιήσουμε κάποια ηλεκτρονική συσκευή για να του αποσπάσουμε την προσοχή.
Όπως καταλαβαίνετε, οι stealth μηχανισμοί είναι υπεραπλουστευμένοι και η επιτυχής ολοκλήρωση αυτών των σημείων αποτελεί ιδιαίτερα απλή υπόθεση. Στις αρχές του παιχνιδιού το stealth είναι -σχεδόν- ευχάριστο, λόγω της απλότητάς του αλλά και της μικρής διάρκειας, ενώ ταυτόχρονα λειτουργεί επαρκώς για να πείσει ότι κυκλοφορούν θανάσιμοι κίνδυνοι. Η τρωτότητα των χαρακτήρων είναι εντονότερη από άλλα παιχνίδια, αφού στην περίπτωση που μας πιάσει ένας εχθρός τότε δεν επιστρέφουμε σε checkpoint, αντιθέτως, η ιστορία συνεχίζει με έναν χαρακτήρα λιγότερο.

Ωστόσο, το stealth καταλήγει ως το πιο αδύναμο κομμάτι, δημιουργώντας έντονη κόπωση μετά τα μέσα της περιπέτειας. Η απλότητά του σημαίνει ότι οι καταστάσεις όπου θα βρεθούμε είναι πανομοιότυπες από την αρχή έως το τέλος. Οι περιπτώσεις όπου επιχειρείται κάποιος εμπλουτισμός, είναι όταν, εν μέσω stealth, απαιτείται να βρούμε αντικείμενα για να ανοίξουμε κλειδωμένες πόρτες, κάτι που όμως κάνει την κατάσταση κουραστικότερη και σίγουρα όχι εντονότερη, όπως μάλλον θα είχαν στο μυαλό τους οι δημιουργοί.
Σίγουρα πάντως υπάρχει βελτίωση στο έτερο κομμάτι του gameplay, δηλαδή αυτό της περιήγησης, καθώς ο έλεγχος των χαρακτήρων είναι αμεσότερος σε σχέση με τις περισσότερες δημιουργίες της Supermassive Games. Είναι μία βελτίωση που είχε δηλώσει το παρόν και στο The Devil in Me, όπου το gameplay ακολουθούσε πλέον πιστά τις επιταγές των third person παιχνιδιών, αποφεύγοντας τη ρομποτική αίσθηση, σε μία λανθάνουσα πεποίθηση των δημιουργών πως αυτό έδινε μία πιο αληθοφανή / φυσική κίνηση.

Η περιήγηση στα διάφορα σημεία όπου δίνεται μία ανεπαίσθητη υφή εξερεύνησης γίνεται άκοπα και ευχάριστα. Το Directive 8020 παραμένει πιστό στην αίσθηση πως παίρνουμε μέρος σε μία διαδραστική ταινία, αλλά προσθέτει και ορισμένα πιο “ελεύθερα” κομμάτια προς περιήγηση και εύρεση διαφόρων collectibles, χωρίς να το παρακάνει.
Ένα καινούριο στοιχείο που προστίθεται έρχεται με τα Turning Points, δηλαδή καίρια σημεία στα οποία μπορούμε να γυρίσουμε ανά πάσα στιγμή για να αλλάξουμε κάποια σημαντική μας απόφαση που επηρεάζει την εξέλιξη της ιστορίας. Να προσθέσουμε ότι αν κάποιος θέλει να υποστεί τις τελεσίδικες συνέπειες των πράξεών του, τότε υπάρχει η δυνατότητα απενεργοποίησης του μηχανισμού Turning Point.

Συνολικά, το Directive 8020 παραμένει στα ίδια ποιοτικά επίπεδα που έθεσε η σειρά από το Little Hope και έπειτα (αφήνουμε απ’ έξω το κακό ξεκίνημα του Man of Medan). Μία απλά ok horror εμπειρία, πεντάωρης διάρκειας, ικανή να κρατήσει το ενδιαφέρον και να προσφέρει horror και αρκετά gory καταστάσεις.
Το Directive 8020 επωφελείται από συμπαθείς χαρακτήρες και το πάντα ελκυστικό sci-fi setting, αν και πατάει πολύ κοντά στους εμπνευστές του, αδυνατώντας να προσφέρει κάποια πραγματικά φρέσκια ιδέα στη συγκεκριμένη θεματική. Είναι ωραίο να βλέπουμε μία σειρά παιχνιδιών να επικεντρώνεται στο horror και μάλιστα στην απόδοση διαφορετικών θεματικών, αλλά κάπου η έντονα φορμαλιστική φύση τους δημιουργεί την αίσθηση ότι ασχολούμαστε με templates αυτών των θεματικών, μία συνθήκη που ευελπιστούμε κάποια στιγμή η Dark Pictures Anthology να καταφέρει να ξεπεράσει.
Το Directive 8020 κυκλοφορεί από τις 12/5/26 για PS5, PC και Xbox Series. Το review μας βασίστηκε στην έκδοσή του για PS5 με review code που λάβαμε από τη Supermassive Games.