
Resonance: Μια συζήτηση με τον συνθέτη Olivier Derivière
Ο συνθέτης της σειράς Plague Tale μιλά για το "ελληνικό" soundtrack του Resonance: A Plague Tale Legacy.
Με το Resonance: A Plague Tale Legacy να βρίσκεται πια στις προθήκες των καταστημάτων, είχαμε την ευκαιρία να συνομιλήσουμε με τον Olivier Derivière, τον συνθέτη των soundtracks των τίτλων της σειράς (καθώς και των South of Midnight, Dying Light 2, Streets of Rage 4, Assassin’s Creed Black Flag – Freedom Cry). Με το ελληνικό στοιχείο και ηχόχρωμα να έχουν δεσπόζουσα θέση τόσο στην πλοκή όσο και στον ήχο του Resonance: A Plague Tale Legacy, ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρον για εμάς να κάνουμε κάποιες ερωτήσεις και να ακούσουμε την άποψη του ανθρώπου που βρίσκεται σε καίρια θέση πίσω από την ανάπτυξη του τίτλου αυτού.
Οι απαντήσεις του ενδιαφέρουσες και ακολουθούν παρακάτω:
GameOver: Olivier, θα σε μεταφέρουμε στα πρώτα στάδια της δημιουργικής διαδικασίας πίσω από τη σύνθεση της μουσικής δημοφιλών τίτλων, όπως το Vampyr, τα παιχνίδια της σειράς Assassin’sCreed ή τους τίτλους της σειράς A Plague Tale. Ποιοι είναι οι παράγοντες που επηρεάζουν τη σύνθεσή σου σε μεγαλύτερο βαθμό: ο πρωταγωνιστής, ο κόσμος, η αφήγηση ή το gameplay;

Olivier Derivière: Νομίζω πως το πιο σημαντικό είναι πάντα το είδος του τίτλου: τουλάχιστον, αυτό είναι το πιο σημαντικό για μένα. Όλα τα παιχνίδια που αναφέρατε έχουν στο επίκεντρό τους την ιστορία. Ωστόσο, οι τίτλοι Assassin’s Creed είναι παιχνίδια ανοικτού κόσμου, οι τίτλοι της σειράς Plague Tale είναι παιχνίδια που στηρίζονται στους μηχανισμούς stealth και το Vampyr είναι ένα action RPG. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς υπάρχουν τίτλοι όπως το Streets of Rage 4 που είναι beat’ em up, το Park Beyond που είναι εξομοιωτής διαχείρισης πάρκων – παιχνίδια, δηλαδή, διαφορετικής λογικής από τα προηγούμενα, κάτι που σημαίνει πως πρέπει να αξιολογεί κανείς προσεκτικά τον τρόπο με τον οποίο η μουσική θα αλληλοεπιδρά με τους παίκτες. Άλλοι παράγοντες που μπορούν να προσφέρουν έμπνευση είναι το γενικότερο υπόβαθρο του τίτλου, τα περιβάλλοντα, τα γραφικά…και αν πρόκειται για ένα παιχνίδι με επίκεντρο την αφήγηση, η πλοκή και οι χαρακτήρες του αποτελούν σαφώς παράγοντες έμπνευσης.
GO: Ποιο ήταν το πρώτο μουσικό κομμάτι που έγραψες για το Resonance: A Plague Tale Legacy και σε ποιο βαθμό αποτέλεσε έμπνευση για τα υπόλοιπα μουσικά κομμάτια του τίτλου;
OD: Είχα ξεκινήσει να γράφω σχεδόν όλα τα μουσικά κομμάτια πριν τα ηχογραφήσουμε στην Πάτρα με τον Ευγένιο Βούλγαρη (σσ. καθηγητής και υπεύθυνος της Σχολής Παραδοσιακών Οργάνων στο Ωδείο Πατρών). Ο δικός μου τρόπος για να γράφω μουσική ξεκινά πρώτα με το να τη σκέφτομαι και να την ακούω μέσα μου. Όταν το κάνω αυτό, τότε μόνο ξεκινάω να τη γράφω στο χαρτί. Μόλις έχω τις πρώτες παρτιτούρες έτοιμες, τότε μόνο αρχίζω να εξετάζω τη δομή και την ενορχήστρωσή της στο σύνολο. Είναι μια διαδικασία που παίρνει κάποιο χρόνο και μπορώ να πω ότι, με το Resonance, ήταν ακόμα μεγαλύτερη και εντονότερη.

GO: Έχουμε παρατηρήσει πως, σε όλες τις δουλειές σου, η μουσική σου συχνά μοιάζει σαν να έχει ενεργό ρόλο στην αφήγηση της ιστορίας, αντί απλώς να αποτελεί έναν ηχητικό συνοδό στο υπόβαθρο. Πώς η μουσική του Resonance αντικατοπτρίζει τη συναισθηματική διαδρομή της Sophia και πόσο στενά εργάστηκες με την ομάδα ανάπτυξης για να πετύχεις αυτό το αποτέλεσμα;
OD: Χαίρομαι πάρα πολύ που το παρατηρήσατε αυτό για τη μουσική μου! Φυσικά, το Resonance δεν θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα. Δεν θέλω να «προδώσω» κάτι για το παιχνίδι, αλλά μπορώ να πω ότι η μουσική μου αφηγείται δύο ιστορίες. Η πρώτη αφορά στην ίδια τη Sophia και τη σχέση με τον πατέρα της, ενώ η άλλη έχει να κάνει με τη σύνδεσή της με κάποιον αρχαίο πολεμιστή που θα την καθοδηγήσει στην αποστολή της. Σχετικά με το δεύτερο σκέλος της ερώτησης, συνεργάζομαι στενά με την ομάδα ανάπτυξης, ειδικά με τους διευθυντές Δημιουργικού και Ήχου – κάτι που ισχύει για όλα τα παιχνίδια που έχω γράψει μουσική. Μια τυπική συνεργασία μαζί τους περιλαμβάνει δυόμιση χρόνια στενής σχέσης, με συναντήσεις δύο φορές την εβδομάδα, όπου συζητάμε για τη μουσική. Αυτό το είδος συνεργασίας αποτελεί μεν απαίτηση της ομάδας ανάπτυξης, αλλά είναι κάτι που θεωρώ πολύ σημαντικό και μπορεί να κάνει τη διαφορά στη δουλειά μου.

GO: Έχοντας, πλέον, συνθέσει τη μουσική για όλους τους τίτλου στο σύμπαν του A Plague Tale, θα έλεγες ότι η μουσική σου «γλώσσα», αναφορικά πάντα με τη σειρά, έχει εξελιχθεί; Υπάρχει κάποιο στοιχείο στο Resonanceπου σε έκανε να γράψεις μουσική που δεν θα είχες γράψει όταν ξεκίνησες να εργάζεσαι πάνω στη σειρά; Τέλος, έχεις λάβει ανατροφοδότηση που επηρέασε τη δουλειά σου στη σειρά γενικά, αλλά και στο Resonance ειδικά;
OD: Θεωρώ ότι αν και τα δύο πρώτα παιχνίδια έχουν μία, κοινή ιστορία, η μουσική εξελίσσεται από το Innocence στο Requiem και αποκτά μια διαφορετική αίσθηση. Στο πρώτο παιχνίδι η Amicia είναι πιο «αγαθή» και, παρά τις δυσκολίες, η μουσική είναι πιο ζεστή. Ωστόσο, στο Requiem, με την Amicia να χάνει την ανθρωπιά της, η μουσική γίνεται σκοτεινότερη – αν και η προσθήκη χορωδίας στη μουσική προσφέρει την αίσθηση της λύτρωσης. Υπάρχει γραμματική στη μουσική των τίτλων, που υποδηλώνεται από τα διαφορετικά μουσικά θέματα αλλά και το stealth gameplay. Στο Resonance, όμως, απομακρυνόμαστε από την Amicia ,τους stealth μηχανισμούς, αλλά και τη νότια Γαλλία.
H δράση εκτυλίσσεται 15 χρόνια πριν τα γεγονότα του πρώτου τίτλου και η πρόκληση ήταν να διατηρηθεί το μουσικό πνεύμα των πρώτων παιχνιδιών, χωρίς όμως να το μιμηθούμε ολοκληρωτικά. Χρειαζόμασταν νέα μουσικά χρώματα, νέα μουσικά θέματα, τα οποία δεν θα είχαν μια άμεση σύνδεση με τα προηγούμενα παιχνίδια. Στην ουσία, έπρεπε να δημιουργηθεί νέα μουσική, η οποία θα λειτουργούσε ως ύμνος στην ιστορία της σειράς, δίχως να την προδώσει. Φυσικά, δεν είχα ιδέα πως θα μπορούσα να το καταφέρω – αλλά αυτός, για μένα, είναι ο τρόπος με τον οποίο λειτουργούν η έμπνευση και η δημιουργικότητα.

GO: Το Resonance: A Plague Tale Legacy επηρεάζεται βαθιά από τις μουσικές παραδόσεις της Ελλάδας και της Κύπρου. Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετώπισες στο να ενσωματώσεις τις αυθεντικές αυτές επιρροές στη μουσική του τίτλου, διατηρώντας ωστόσο την ξεχωριστή μουσική ταυτότητα που κάνει τη σειρά A Plague Tale αναγνωρίσιμη στους παίκτες;
OD: Η ελληνική επιρροή αποτέλεσε σημείο καμπής στη μουσική σύνθεση. Δεν γνώριζα αρκετά για την ελληνική μουσική, πόσο μάλλον για την αρχαία ελληνική μουσική. Και παρά το γεγονός ότι δεν ήθελα να δημιουργήσω μουσική πιστή στα αρχαία ελληνικά πρότυπα, μιας που το Resonance είναι παιχνίδι φαντασίας με επιρροές από ιστορικά στοιχεία, επιθυμούσα, ωστόσο, να τιμήσω αυτόν τον μεγάλο πολιτισμό που αποτελεί μεγάλο τμήμα του δυτικού πολιτισμού. Επιπλέον, θέλαμε να αποσυνδέσουμε το παιχνίδι από τα προηγούμενα όσο το δυνατόν πιο γρήγορα και άμεσα, με αποτέλεσμα, ήδη από το κεντρικό μενού, να ακούγεται μουσική με μοναδικά και ξεχωριστά ηχοχρώματα, εντελώς διαφορετικά από εκείνα των προηγούμενων τίτλων.
Ακόμα και έτσι, όμως, εγώ εξακολουθώ να χρησιμοποιώ τον ίδιο τύπο μουσικών οργάνων, όπως έκανα και με τα προηγούμενα παιχνίδια. Μόνο που αυτή τη φορά, αντί για τσέλο, χρησιμοποιώ ταμπουρά με δοξάρι (Yayli tambur). Αντί να χρησιμοποιήσω ευρωπαϊκή χορωδία, χρησιμοποιώ ελληνοκυπριακή χορωδία. Αντί να γράψω μουσική με γαλλικούς στίχους, χρησιμοποιώ ελληνοκυπριακούς στίχους, αντί να χρησιμοποιήσω κιθάρα, χρησιμοποιώ μπουζούκι κ.ο.κ. Άλλωστε, η μεγαλύτερη πρόκληση ήταν να γράψω ταιριαστή μουσική, κάτι που σήμαινε πως έπρεπε να ανακαλύψω νέα μουσικά όργανα και τεχνικές για να χρησιμοποιήσω.

GO: Συνεργάστηκες με την Ελληνοκύπρια ερμηνεύτρια Βασιλική Αναστασίου και τη γυναικεία χορωδία της, τη The Amalgamation Choir, για να δημιουργήσεις το soundtrack. Ποιες ήταν οι συνεισφορές τους στο μουσικό έργο που δεν θα μπορούσαν να είχαν επιτευχθεί αν είχε χρησιμοποιηθεί μια πιο παραδοσιακή ορχηστρική ηχογράφηση;
OD: Όταν άρχισα να οραματίζομαι τη μουσική του τίτλου, συνειδητοποίησα από πολύ νωρίς ότι έπρεπε να βρω σπουδαίους μουσικούς από την ελληνική επικράτεια. Καθώς το παιχνίδι έχει να κάνει με έναν γυναικείο χαρακτήρα, με μια μοναδική ιστορία που έπρεπε να ειπωθεί, ξεκίνησα να σκέφτομαι ότι έπρεπε να γράψω «τραγούδια» αντί για «μουσική». Άρχισα, λοιπόν, να ψάχνω στο διαδίκτυο, αναζητώντας για κάποιον τραγουδιστή, καθώς είχα την εντύπωση πως έπρεπε να δουλέψω με κάποιον σολίστα ερμηνευτή. Κάπως έτσι ανακάλυψα τη Βασιλική και τη χορωδία The Amalgamation Choir.
Πρέπει να πω ότι η Βασιλική έχει κάνει απίστευτη δουλειά με τη μουσική του τίτλου. Είναι η σόλο ερμηνεύτρια, η ιδρύτρια και η μαέστρος της χορωδίας The Amalgamation Choir και με βοήθησε σημαντικά με τους στίχους, παρέα με των επί σειρά ετών φίλο της, Γιώργο Καλογήρου (σσ. ραδιοφωνικός παραγωγός στο Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου). Την ίδια στιγμή, ήθελα να κάνω μια σύνδεση με το τσέλο, ένα όργανο που χρησιμοποίησα στους προηγούμενους τίτλους – και κάπως έτσι ζήτησα από τον Ευγένιο Βούλγαρη αν θα ήθελε να συμμετάσχει και εκείνος σε αυτό το ταξίδι. Ο Ευγένιος, η Βίκυ, ο Γιώργος και η χορωδία άλλαξαν τα πάντα στη μουσική του παιχνιδιού, κάνοντάς την περισσότερο μυστικιστική και δίνοντάς της περισσότερο βάθος. Δεν χρειάστηκε να χρησιμοποιήσουμε πλήρως μια ορχήστρα: αφ’ ενός δεν υπήρχε λόγος να επεκταθούμε τόσο πολύ σε αυτό το τμήμα του franchise και αφ’ ετέρου ήταν πιο σημαντικό να έρθουμε περισσότερο κοντά και να συνεργαστούμε πιο στενά με αυτούς τους υπέροχους μουσικούς.
GO: Τείνεις συχνά να χρησιμοποιείς στοιχεία του πολιτισμού που σχετίζεται με ένα παιχνίδι στη μουσική που δημιουργείς. Με ποιο τρόπο προσεγγίζεις την διαπολιτισμική συνεργασία με άλλους μουσικούς έτσι ώστε η μουσική παράδοση μιας κουλτούρας να έχει πιο ζωντανό ρόλο σε εκείνη, αντί να αποτελεί απλώς μια «γεύση» στο κράμα ήχων των συνθέσεών σου;
OD: Είναι κάτι πολύ απλό: γράφεις τη μουσική και μετά επιτρέπεις στους μουσικούς να την κάνουν πιο όμορφη και ταιριαστή. Ένας μουσικός, όταν παίζει, είναι πάνω απ’ όλα μια προσωπικότητα, με τη δική του προσωπική ιστορία, κουλτούρα, επιρροές και, φυσικά, συναισθήματα. Γι’ αυτό το λόγο ταξίδεψα μέχρι την Πάτρα και την Κύπρο – για να εργαστώ με τον Ευγένιο και τη χορωδία. Όλες οι μικρολεπτομέρειες και τα χαρακτηριστικά που είναι μοναδικά σε αυτόν τον τόπο προστέθηκαν με πολύ φυσικό τρόπο στη μουσική, μέσα από τον τρόπο εκτέλεσής τους. Σαν χαρακτηριστικό παράδειγμα, θα σας αναφέρω εκείνη τη φορά που, την πρώτη φορά που ξεκίνησε να παίζει, ο Ευγένιος με ρώτησε: «Τι συναισθήματα θα ήθελες να αποδώσω με αυτή τη μουσική;» Αυτή η ερώτηση είχε κάτι το εκπληκτικό και συνάμα ταπεινό – απλώς κοίταξε βαθιά μέσα του και προσέφερε τόσο σε εμένα, όσο και στο ίδιο το παιχνίδι, απίστευτα συναισθήματα με τη μουσική του.

GO: Θεωρούμε σίγουρο πως πολλοί Έλληνες παίκτες θα ενθουσιαστούν ακούγοντας στοιχεία της μουσικής τους κληρονομιάς σε ένα σημαντικό βιντεοπαιχνίδι παγκοσμίως γνωστό. Κατά τη διάρκεια της έρευνας που έκανες, υπήρχε κάποια συγκεκριμένη ελληνική ή κυπριακή μουσική παράδοση, κάποιο όργανο, ακόμα και κάποια μελωδία που τυχόν σε ξάφνιασε ή σε ενέπνευσε και τα χρησιμοποίησες, ή μήπως αποφάσισες να τα παραβλέψεις εντελώς;
OD: Όταν ξεκινώ να εργάζομαι σε ένα παιχνίδι, θέλω πάντα η μουσική μου να είναι και να ακούγεται αυθεντική. Όπως ανέφερα και προηγουμένως, δεν θέλω να είναι όμοια με τα υπάρχοντα μουσικά μοτίβα. Δεν έκανα αρκετή έρευνα, γιατί δεν θέλω να μιμηθώ τα χαρακτηριστικά ενός πολιτισμού διαφορετικού από τον δικό μου. Γι’ αυτό το λόγο και δούλεψα με καταπληκτικούς μουσικούς της μουσικής παράδοσης σε Ελλάδα και Κύπρο και πιστεύω ότι η μείξη αυτών των διαφορετικών καταβολών είναι και εκείνη που συντέλεσε στη σύνθεση της υπέροχης μουσικής του Resonance. Κάποια στιγμή, όταν άρχισα να ηχογραφώ τον Ευγένιο, εκείνος σταμάτησε να παίζει και μου είπε: «Αυτή η μουσική είναι πολύ κυπριακή.» Τον κοίταξα με θαυμασμό, γιατί εγώ δεν είχα την παραμικρή ιδέα ότι η συγκεκριμένη μελωδία είχε κυπριακές καταβολές. Αυτό είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα του τι σημαίνει σπουδαία μουσική συνεργασία. Η Τέχνη γεννιέται μέσα από διαπολιτισμικές επιρροές και είμαι πολύ χαρούμενος που εκείνος το αισθάνθηκε και το αντιλήφθηκε.
GO: Υπάρχει κάποιο σημείο στο soundtrack του τίτλου που έχεις εμπνευστεί και δημιουργήσει από κάτι πολύ προσωπικό σου και για το οποίο είσαι υπερήφανος;
OD: Πιστεύω πως, σε γενικές γραμμές, η μουσική του τίτλου είναι η πιο βαθιά και πνευματική που έχω γράψει μέχρι στιγμής. Από την αρχή ήξερα ότι θα καταπιανόμασταν με στοιχεία της Ελληνικής μυθολογίας, όπως είχαμε κάνει και με τα δύο προηγούμενα παιχνίδια της σειράς πάνω στη πανώλη που μάστιζε τη Γαλλία, αλλά δεν μπορούσα να σταματήσω να σκέφτομαι ότι αυτός ο πολιτισμός και οι ιστορίες του είναι δομικά σημεία του δικού μας πολιτισμού. Υπάρχει κάτι πάρα πολύ βαθύ, που μας ενώνει, χάρη στη γλώσσα (πολλές λέξεις που χρησιμοποιούμε στη Δύση έχουν ελληνική προέλευση) και τον αντίκτυπο που έχει αυτός ο πολιτισμός. Ελπίζω ότι οι παίκτες και οι ακροατές θα αισθανθούν το ιδιαίτερο βάρος ορισμένων μουσικών κομματιών, όχι τόσο λόγω του παιχνιδιού, όσο του ότι περιλαμβάνουν στοιχεία της ελληνικής κληρονομιάς που μιλά μέσα στον καθένα από εμάς.
GO: Τελειώνοντας, έχοντας ολοκληρώσει τρία διαφορετικά μουσικά ταξίδια μέσα στο ίδιο σύμπαν, τι σημαίνει για εσένα και τη μουσική σου η ονομασία “A Plague Tale;”
OD: Η ανθρώπινη υπόσταση και ουσία είναι πάντα αυτό που μετράει για εμένα όταν γράφω μουσική και αυτή η σειρά περιλαμβάνει πολλούς ανθρώπους με έντονες προσωπικότητες εξωτερικά, αλλά εύθραυστους και ευαίσθητους εσωτερικά. Αυτοί οι χαρακτήρες μπορεί να είναι κομμάτι όλων μας -είναι σίγουρα κομμάτι από εμένα – και είναι αυτή ακριβώς η αντίληψη που βρίσκεται στον πυρήνα της μουσικής αυτών των τίτλων. Κάθε φορά που γράφω μουσική για αυτή τη σειρά προσπαθώ να επικοινωνήσω αυτό το χαρακτηριστικό και μόνο το κοινό μπορεί, στο τέλος της ημέρας, να αποφασίσει αν το κατάφερα ή όχι.
Ευχαριστούμε θερμά τον Olivier Derivière και τους εκπροσώπους του, που μας αναζήτησαν, επικοινώνησαν μαζί μας και πρότειναν να υλοποιηθεί αυτή η συνέντευξη με τον σπουδαίο συνθέτη. Το Resonance: A Plague Tale Legacy κυκλοφορεί ήδη για PS5, PC και Xbox Series.