


Παν Metron Άριστον.
Παν Metron Άριστον.
Τα δύο Metro παιχνίδια είναι σε θέση να μας δώσουν μία πολύ καλή αφορμή να συζητήσουμε παθογένειες και στραβά της σύγχρονης gaming βιομηχανίας. Mίας βιομηχανίας που οδεύει σε ομιχλώδεις ατραπούς, μην αποφασίζοντας να καταλήξει σε ένα οικονομικό μοντέλο, με δεδομένο όμως ότι το μοντέλο παλαιάς κοπής (στο οποίο παιχνίδια όπως τα Metro ανήκουν) έχει σχεδόν απορριφθεί εξολοκλήρου με ελάχιστες εξαιρέσεις. Το αστείο βέβαια στην υπόθεση είναι ότι τα Metro ακολούθησαν μία «συμβατική» διαδρομή ανάπτυξης και δημιουργίας, αυτήν που οι μεγαλόσχημες εταιρείες θεωρούν ασύμφορη, ξοδεύοντας όμως ελάχιστα χρήματα σε σχέση με τα κόστη που εμφανίζουν οι μεγάλες παραγωγές της mainstream βιομηχανίας.
Είχε αυτό κάποια επίπτωση στην ποιότητα των παιχνιδιών; Καμία απολύτως. Και τα δύο Metro φάνταζαν και συνεχίζουν να φαντάζουν ως υπερπαραγωγές του χώρου, μη δίνοντας πάτημα να αντιληφθεί κανείς ότι μιλάμε για μικρό studio από ανατολική χώρα που δε βρίσκεται καν στα επίπεδα της Πολωνίας (σε επίπεδο marketing κτλ). Σαφώς και υπάρχουν προβλήματα και στους δύο τίτλους, αλλά είναι από αυτά που έχουν και οι ΑΑΑ παραγωγές μεγάλων studio. Κατά τα άλλα, όπως ακριβώς συνέβη κάποτε με τα STALKER, τα παιχνίδια είναι και σπουδαία, και έχουν όλη τη λάμψη πρωτοκλασάτων κυκλοφοριών. Μόνο αν πλησιάσουμε με το μετρητή Geiger θα αρχίσουμε να αντιλαμβανόμαστε ότι τα πράγματα είναι ελαφρώς διαφορετικά.

Στην περίπτωση του 2033 έχουμε να κάνουμε με ένα δύστροπο παιχνίδι. Η ατμόσφαιρα στις κατακόμβες του πάλαι ποτέ Μετρό της Μόσχας δεν είναι και η ιδανικότερη για ελαφρόμυαλες αφηγήσεις και ηρωικές πράξεις που προορίζονται για το σελιλόιντ. Μόνο μία λέξη συνοψίζει την όλη κατάσταση: επιβίωση. Το παιχνίδι βασίζεται σε πολύ έντονες αφηγηματικές δομές, που θαρρείς κι ενώνουν ελαφρώς ετερόκλητα gameplay στοιχεία. Λίγο shooting (με διαλυμένα όπλα και αναποτελεσματικά πυρομαχικά), λίγο αγωνιώδης περιπλάνηση σε στοιχειωμένα από το χρόνο, την καταστροφή και ποιος ξέρει τι άλλο τούνελ του ρωσικού Μετρό, λίγο stealth gameplay (όχι της καλύτερης ποιότητας αλλά όπως και να’ χει ανεκτό) και πολύ μα πολύ αφήγηση.
Αν ενοχλεί αυτό; Τουναντίον. Η αφήγηση στο Metro 2033 δεν είναι αυτιστική. Δεν κολλάει τον παίκτη στην καρέκλα και δεν του παίρνει το controller από τα χέρια. Τον κάνει μέρος του μεταπυρηνικού υπόγειου οικοσυστήματος και τον ρίχνει στα βαθιά, παρέα με ομάδες κακορίζικων ανθρώπων που κάνουν τα πάντα να επιβιώσουν σε ένα περιβάλλον αρμόζον σε τυφλοπόντικες, παρέα με μεταλλαγμένα θηρία που κατοικούν εκεί που περνούσαν τα τρένα, και πάντα να καρτερεί το αναπάντεχο από μυστηριώδεις παρουσίες ονόματι The Dark Ones που ορίζουν και καθορίζουν την εξέλιξη του παιχνιδιού. Οι εξορμήσεις στην επιφάνεια είναι λίγες και σημαδεύουν την εμπειρία. Η κατεστραμμένη Μόσχα, συνεπαίρνει (τους πιο Μεταποκαλυψιακούς-Maniacs) και καταθλίβει (τους πιο ευαίσθητους). Παικτικά λειτουργεί σαν ανάσα μεταξύ κλειστοφοβικών τμημάτων gameplay που μπορεί ακόμα και να απελπίσουν τον παίκτη. «Ανάσα»; Γράψτε λάθος. Ο αέρας εδώ είναι ακόμα μολυσμένος, και θα είναι για εκατοντάδες ακόμα χρόνια. Στα STALKER οι ραδιενεργές περιοχές προκαλούσαν ταραχή στη βελόνα του μετρητή Geiger. Εδώ, στην κατεστραμμένη Μόσχα, η βελόνα θα είχε σπάσει.

Το παιχνίδι, ακόμα και σήμερα, παραμένει όμορφο οπτικά, αλλά και πάλι, προκειμένου να παιχτεί, χρειάζονται πολλές αποδοχές από μέρος του παίκτη. Οι προετοιμασμένοι για έναν φιλικό τίτλο που παίρνει από το χέρι τον παίκτη, ας μείνουν μακριά. Οι υπόλοιποι, ας περιμένουν μία σχεδόν εχθρική εμπειρία, μικρογραφία αυτής που αντιμετωπίζει ο Artiom, που ψάχνει τρόπους να ανακουφίσει του συνανθρώπους του στις σήραγγες του Metro. Είναι λάθος να περιμένουμε να διαπρέπει σαν παιχνίδι σε συγκεκριμένους τομείς. Και είναι λάθος διότι το 2033 πρέπει να αξιολογηθεί σα μία συνολική εμπειρία, που είτε θα αφήσει τον παίκτη παγερά αδιάφορο (διότι ούτε level ανεβαίνουν ούτε σπάνιος και εξωτικός οπλισμός πέφτει από τα μεταπυρηνικά μεταλλαγμένα ξαδέρφια των αρουραίων), είτε θα τον ρουφήξει σε μία ημισκότεινη (έως και θεοσκότεινη) πορεία προς τα έγκατα της γης και ταυτόχρονα προς την κορφή του ψηλότερου σημείου στη ρωσική πρωτεύουσα.
Λογοτεχνικά, η γραφή του 2033 δεν είναι και η καλύτερη δυνατή. Με τα δεδομένα όμως της gaming βιομηχανίας, προσφέρει μία ατμόσφαιρα που δύσκολα μπορεί να βρεθεί σε παιχνίδι στις μέρες μας και μάλιστα με production values πρωτοκλασάτων παραγωγών. Στο Last Light τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα. Οι άνθρωποι πίσω από τα παιχνίδια, έχουν πλέον αποφασίσει τι θέλουν να κάνουν. Όχι ότι κατασταλάζουν σε ένα τύπο gameplay. Κι εδώ υπάρχει shooting (και μάλιστα υπάρχουν modes και κεφάλαια του παιχνιδιού με καθαρό arcade shooting), υπάρχει stealth, υπάρχει Survival Horror στοιχείο, αλλά αυτή τη φορά πιο ξεκάθαρα δοσμένα και θα λέγαμε και σε ισόποσες δόσεις.

Στον τομέα της αφήγησης έχει γίνει σχεδόν άψογη δουλειά. Το σύμπαν του Metro έχει διασταλεί και συμπεριλαμβάνει τις φατρίες του μεταπυρηνικού αγώνα για επιβίωση στα ατέλειωτα υπόγεια κάτω από τη Μόσχα, έχει σαφείς πολιτικές αναφορές (το «νύξεις» είναι ελαφρύ), παρουσιάζει πρόσωπα με χαρακτήρα και ρόλο, και δίνει στον παίκτη την αίσθηση ότι ο Artiom και μέσω αυτού και ο ίδιος είναι μέρος κάτι πολύ μεγαλύτερου από αυτό που στην αρχή φαινόταν. Τέλος, έχουν εγκαταλειφθεί σχεδόν συνολικά οι μεταφυσικές και science fiction αναφορές του πρώτου που είχαν μπερδέψει και πολύ κόσμο, αφήνοντας κάποια ελάχιστα στοιχεία που περισσότερο παραπέμπουν σε αλληγορία.
Και τίποτα άλλο να μην είχε αυτό το παιχνίδι, θα άξιζε τον κόπο να παιχτεί μόνο και μόνο για το ταξίδι του Artiom που λαμβάνει χώρα σε ένα πιο… χαρτογραφημένο και σαφή κόσμο, όπου κάθε τμήμα έχει και το ρόλο του χωρίς πολλά φρου φρού και αρώματα. Αλλά δεν έχει μόνο αυτό. Σαν shooter αγγίζει πολύ υψηλά επίπεδα ποιότητας, ενώ σα surnival horror, δεν έχει τη στοιχειωμένη ατμόσφαιρα του πρώτου, αλλά συνεχίζει να συναρπάζει και να συγκινεί. Τέλος, σα stealth παιχνίδι, έχει ένα σαφές πρόβλημα με την Α.Ι. που δηλώνει ερωτευμένη με το Thief 2 και το πρώτο Splinter Cell αλλά αυτό δε μας μετακινεί από τη θέση μας ότι το παιχνίδι μπορεί να παιχτεί ανετότατα ως stealth και να είναι και απολαυστικότατο. Εκεί, η κινητήρια δύναμη μπορεί να μην είναι τα παιχνίδια με την Α.Ι. αλλά το ενδεχόμενο πατώντας πάνω σε μηχανικές και προβλέψιμες ρουτίνες, όλο και κάποια ιστορία να πάρει το αυτί του παίκτη από μαχητές της Red Line ή του Reich που γερμένοι πάνω από μία ντουμανιασμένη φωτιά και αναπολούν τις καλές τους στιγμές ή εξυφαίνουν τα σχέδια τους για το θολερό μέλλον.

Και μόνο το ότι το παιχνίδι προσφέρει την πολυτέλεια στον παίκτη να επιλέξει ο ίδιος το στυλ του, θα έπρεπε να συγκαταλέγεται στα θετικά. Στην έκδοση για PS4, όλα τα επίπεδα δυσκολιών είναι ξεκλειδωμένα και ο παίκτης μπορεί να ξεκινήσει το ταξίδι του προς το D6 και το μυθικό του περιεχόμενο επιλέγοντας το πιο δύσκολο επίπεδο που αναγκάζει να ψάξει κανείς κάθε γωνιά του παιχνιδιού και να προσέχει το κάθε του βήμα. Η αναβάθμιση από τις εκδόσεις 360/PS3 αν και εμφανέστατη, δεν μεταμορφώνει το παιχνίδι. Κι αυτό γιατί ήδη στις προηγούμενες εκδόσεις η δουλειά των δημιουργών του τίτλου ήταν καταπληκτική. Με την παρούσα μορφή να προσεγγίζει την PC έκδοση του παιχνιδιού, το Metro Last Light δείχνει και παίζει πανέμορφα. Αλλά δεν είναι εκεί η ουσία. Η ουσία δεν είναι καν στο επιπλέον υλικό που είχε κυκλοφορήσει ως DLC και περιείχε από ενδιαφέροντα challenges μέχρι μία πρωτότυπη εμπειρία με την επιστροφή των Librarians.
H oυσία του Metro είναι στο ότι έχει μία ιστορία να αφηγηθεί. Μία ιστορία διηθημένη μέσα από φίλτρα καλών αναγνωσμάτων επιστημονικής φαντασίας και σύγχρονων πολιτικών βιωμάτων που δυστυχώς για τους Ουκρανούς δε φαίνεται να έχουν κάνει τον κύκλο τους. Κυρίως όμως, σε μία εποχή που οτιδήποτε δεν περιέχει μικροσυναλλαγές και κλειστές περιοχές που θα ανοίξουν «λίγο αργότερα» παρουσιάζεται ως μη βιώσιμο, η ουσία του (των) Metro, είναι ότι λίγοι τύποι μέσα σε κάτι γραφεία χωρίς καν καλή θέρμανση και με απόντα τα γνωστά κομφόρ, δημιούργησαν δύο πολύ καλά παιχνίδια που παρά τις αδυναμίες τους, βγάζουν τα γυαλιά στα λογής λογής Call of the Battle in the Field of Duty, προσφέρουν πλούσιο gameplay, και λεν μία ιστορία χωρίς σκουρόχρωμους τρομοκράτες και τρελούς βομβιστές με περίεργες προφορές. Αυτό βέβαια ίσως να συμβαίνει γιατί εδώ, όλοι αυτοί που μαζεύονται γύρω από την ξεψυχισμένη φωτιά σε μία γωνιά του αχανούς Μετρό της Μόσχας, έχουν όλοι τους περίεργες προφορές.
Το review βασίστηκε στην PS4 έκδοση του παιχνιδιού.