


Angry Trains.
Angry Trains.
Να κι ένα παιχνίδι όπου κατά τη συζήτηση-κριτική που θα γίνει, η σύμβαση ότι κανείς πρέπει να ξέρει τι ακριβώς παίζει είναι απαραίτητη. Μιλάμε για μία κατηγορία, αυτή των Tycoons ουσιαστικά, όπου η έκφραση «το παιχνίδι δε μου άρεσε γιατί δεν παίζω τέτοια παιχνίδια» δεν έχει κανένα απολύτως νόημα. Αυτό δε σημαίνει βέβαια ότι προκειμένου να είμαστε δίκαιοι απέναντι σε τέτοια παιχνίδια θα πρέπει να είμαστε ελαφρώς θετικά προκατειλημμένοι. Γιατί κι αυτό το παιχνίδι, λεφτά ζητάει από τον παίκτη, λεφτά που πρέπει να ξεπληρώσει με διασκεδαστικό περιεχόμενο και αρκετές ώρες ενασχόλησης.
Το ερώτημα κατά πόσο είναι διασκεδαστικό το παιχνίδι, απαντιέται με την αντερώτηση αν ο παίκτης διασκεδάζει με το να χτίζει Roller Coaster. Aν κάποιος, λοιπόν, αναρωτιόταν ποιος τα σχεδιάζει, κάθε φορά που έβλεπε ένα εντυπωσιακό Roller Coaster, στο Screamride έχει την ευκαιρία να σχεδιάσει τα δικά του και ταυτόχρονα να δοκιμάσει πόσο «διασκεδαστικά» και αληθοφανή είναι. Τη στιγμή που ολοκληρώνεται μία διαδρομή, ένα τρενάκι με το πλήρωμά του μπορεί και χρησιμοποιεί την πίστα, εντοπίζοντας τα σημεία που υπάρχει πρόβλημα. Το ευτυχές στην περίπτωση του Screamride είναι ότι αυτό μπορεί να παιχτεί και από gamers που δεν έχουν πολλές ή δεν έχουν καθόλου δημιουργικές ανησυχίες σχετικά με το σχεδιασμό διαδρομών για τρενάκια σε λούνα πάρκ. Και αυτό γιατί μέσα από το Career Mode, στο Screamride προσφέρονται εναλλακτικές που αφορούν άλλους τομείς δημιουργικής ή καταστροφικής έκφρασης.

Το Screamrider mode είναι το «αγωνιστικό» της υπόθεσης και αυτό με το οποίο ο γράφων διασκέδασε περισσότερο. Σε μία προκαθορισμένη διαδρομή, που κατά την εξέλιξη του παιχνιδιού μπορεί να είναι κάτι ανέλπιστα τρελό (και δύσκολο) ο παίκτης ελέγχει το τρενάκι του, γέρνοντας στις στροφές, boost-άρωντας σε συγκεκριμένα σημεία, μαζεύοντας boost σε άλλα και τσουλώντας σε δύο τροχούς. Το παιχνίδι θέτει στόχους στην αρχή κάθε αγώνα και με τον τρόπο αυτό η προσπάθεια να επιτευχθούν όλοι εμπλουτίζει την εμπειρία και εκτοξεύει το replayability. Το μόνο πρόβλημα με το συγκεκριμένο mode είναι ότι υπήρχαν περιπτώσεις όπου η δυσκολία εκτοξευόταν κατακόρυφα για να επανέλθει σε φυσιολογικά επίπεδα αμέσως μετά.
Έχει την πλάκα του πάντως σε μία άκρως αυστηρά καθορισμένη διαδρομή να προσπαθείς να πετύχεις συγκεκριμένα πράγματα. Περισσότερο ταιριάζει στην προσέγγιση ενός mini game παρά σε αυτή ενός racing. Πολλές φορές η αίσθηση ότι παίζεις μία τρελή έκδοση του Guitar Hero είναι παρούσα. Το Demolition Mode είναι ένα περίπλοκο Angry Birds. Αφήνοντας τις πιο εύκολες πίστες, όσο προχωράμε σε πιο πολύπλοκες κατασκευές ο παίκτης έρχεται αντιμέτωπος με υψηλού βαθμού προκλήσεις. Σκεφτείτε ότι με υλικά που εξελίσσονται όλο και περισσότερο ο παίκτης θα πρέπει να στήσει την ιδανική διαδρομή (συνήθως ολοκληρώνει μία μισοτελειωμένη) ώστε το αμαξίδιο να πετύχει την καλύτερη δυνατή γωνία και τη μεγαλύτερη ταχύτητα και να πέσει σε μία τεράστια κατασκευή και μάλιστα στο αδύνατό της σημείο και να την ισοπεδώσει.

Το Mode απαιτεί αρκετή προσοχή, καλούς υπολογισμούς και πάρα πολλούς πειραματισμούς. Απέχει παρασάγγας από την προσέγγιση του Screamrider, που ουσιαστικά είναι ο ευχάριστος πρόλογος. Κι αν το πρώτο mode είχε δύσκολες πίστες, στο Demolition mode σίγουρα θα βρεθείτε αντιμέτωποι με πίστες τις οποίες, μετά από αρκετές προσπάθειες, θα θεωρήσετε ότι δεν είναι δυνατό να περάσετε, τουλάχιστον όχι με ικανοποιητική βαθμολογία. Έχει ενδιαφέρον το πώς η Frontiers χτίζει σιγά σιγά την πολυπλοκότητα του Mode, καθώς με κάθε βήμα που γίνεται από πλευράς παίκτη, ξεκλειδώνονται όλο και περισσότερα εργαλεία, παράλληλα με τις πιο περίπλοκες πίστες. Συγκρίνοντας την απλότητα των πρώτων πιστών με το τι μπορεί να κάνει κανείς σε προχωρημένο επίπεδο, είναι σαν να συγκρίνουμε τη μέρα με τη νύχτα. Αμαξίδια που εκρήγνυνται, επιφάνειες-τραμπολίνα και όλο και πιο εντυπωσιακές κατασκευές για γκρέμισμα.
Στο σημείο αυτό να πούμε ότι παρά το ότι τα γραφικά του παιχνιδιού δεν είναι κάτι αξιοσημείωτο, το μοντέλο φυσικής και καταστροφής είναι εντυπωσιακό και άκρως αποτελεσματικό στο πώς εντάσσεται λειτουργικά στο παιχνίδι. Και μιλάμε για μοντέλο φυσικής, καθώς πέρα από τις καταστροφές κτηρίων, τεράστιο ρόλο στο παιχνίδι παίζει και η συμπεριφορά του αμαξιδίου πάνω στις ράγες: η ταχύτητα που αναπτύσσει, η πρόσφυσή του ανάλογα με τις κλίσεις και τις γωνίες, η κεντρομόλος και η φυγόκεντρος (που συνήθως είναι υπεύθυνη για την «εκτόξευση» των μελών του πληρώματος) κτλ.

Η Frontiers, χωρίς το βραχνά του Kinect (ανέπτυξε τα Kinectimals και Zoo Tycoon) αφήνει τη δημιουργικότητά της ελεύθερη, και το σημαντικότερο αφήνει και τη δημιουργικότητα του παίκτη ελεύθερη. Εκτός από το Sandbox mode που επιτρέπει την κατασκευή οποιασδήποτε πίστας με όλα τα υλικά, υπάρχει και το τρίτο mode στο Career, το Engineer, που και πάλι, μέσα σε καθορισμένα πλαίσια αναδεικνύει την αρχιτεκτονική φύση του παίκτη. Εδώ τα πράγματα είναι πιο αυστηρά από το Sandbox, καθώς τίθενται συγκεκριμένοι περιορισμοί, αλλά είναι μία καλή εκπαίδευση για την ανάδειξη των ταλέντων του παίκτη, και κυρίως είναι ο καλύτερος τρόπος να αποκτήσουμε πρόσβαση σε όλα τα υλικά και τα κομμάτια του puzzle που χρειαζόμαστε.
Αισθητικά το παιχνίδι θυμίζει μία διασκεδαστική περιοχή από την πόλη του Mirror’s Edge. Υπάρχει αυτή η ψυχρή φωτεινότητα που σε προσωπικό επίπεδο περισσότερο μας καταθλίβει, αλλά εν πάσει περιπτώσει. Η μουσική είναι αδιάφορη έως απωθητική dance με αρκετές chill out στιγμές που εμάς αντιθέτως μας τσιτώνουν, ενώ όπως είπαμε, τα γραφικά φανερώνουν την αξία τους μέσα από τη μηχανή φυσικής και καταστροφών καθώς και από τη σταθερότητα του τεχνικού τομέα σε κάποιες άκρως τρελές από πλευράς ταχύτητας στιγμές.

Ο Editor είναι εύχρηστος, αλλά μην υποτιμήσετε το βάθος της εργαλειοθήκης. Αν παρασυρθείτε, μπορεί να βρείτε τους εαυτούς σας να παλεύει με ένα σημείο πάνω από μισάωρο και σίγουρα υπάρχουν και περιπτώσεις που χάνεται για πλάκα μισό απόγευμα. Ο καλύτερος τρόπος να καταλάβει κανείς περί τίνος πρόκειται, είναι να δοκιμάσει το ίδιο το παιχνίδι. Δυστυχώς, δεν υπάρχουν ευρείας αποδοχής παράγοντες που να μπορούν να θέσουν τον πήχη στον οποίο φτάνει το παιχνίδι. Εμείς σίγουρα μπορούμε να κάνουμε λόγο για κάτι καλοφτιαγμένο και χορταστικό. Το αν «κρατήσει τον παίκτη» είναι αυστηρά θέμα γούστου.
To review βασίστηκε στην Xbox One έκδοση του παιχνιδιού.