


Walking simulator ή...ντοκιμαντέρ;
Walking simulator ή…ντοκιμαντέρ;
Ναι, το Town of Light είναι walking simulator. Δεν θα μπούμε –για άλλη μία φορά- σε μία ανάλυση του τι σημαίνει το συγκεκριμένο είδος για το μέσο των βιντεοπαιχνιδιών. Ο όρος αυτός μπορεί να ξεκίνησε ως ειρωνικός, αλλά τελικά ήρθε για να μείνει ως προσδιορισμός μίας νέας κατηγορίας παιχνιδιών. Φαινομενικά μπορεί να μοιάζει ότι είναι μία απλή, σχεδιαστική προσέγγιση, αλλά σίγουρα δεν είναι ένα εύκολο είδος, όπως άλλωστε έχει αποδειχθεί πολλές φορές με τίτλους που είναι ή του ύψους ή του βάθους. Δυστυχώς, το Town of Light κάθεται κάπου στο ενδιάμεσο, καθώς από τη μία πλευρά έχουμε μία καλογραμμένη ιστορία, που καταπιάνεται με ένα ιδιαίτερα τραγικό θέμα, προσεγγίζοντάς το με σοβαρότητα. Από την άλλη, η ενδιαφέρουσα και φρικιαστική ιστορία χάνει αρκετούς βαθμούς από σχεδιαστικά λάθη, που συνήθως ακολουθούν το εν λόγω είδος.
Σύμφωνα με το επίσημο blog της ιταλικής LKA.it, οι δημιουργοί φαίνεται ότι έκαναν εκτενή έρευνα επάνω στο θέμα που καταπιάνονται, έτσι ώστε να το αποδώσουν με όσο περισσότερη πιστότητα είναι δυνατό. Το Town of Light επιχειρεί να μας μεταφέρει στις απάνθρωπες συνθήκες που επικρατούσαν στις ψυχιατρικές κλινικές μίας παλιότερης εποχής (ελπίζουμε, δηλαδή) και η μελέτη που έκανε η LKA.it προσδίδει πολλούς πόντους στην αυθεντικότητα της ιστορίας. Το παιχνίδι μάς τοποθετεί στο σήμερα, όπου παίρνοντας τον έλεγχο μίας γυναίκας θα επισκεφτούμε το, εγκαταλελειμμένο πλέον, φρενοκομείο της Βολτέρα, μίας κωμόπολης της Τοσκάνης. Εξερευνώντας το κτήριο και την τριγύρω περιοχή, η πρωταγωνίστρια θυμάται διάφορες εμπειρίες από τον εγκλεισμό της το 1938, όταν η Ρενέ, ένα κοριτσάκι 16 χρόνων, διαγνώσθηκε με ψυχασθένεια, με αποτέλεσμα να υποστεί τις αδιέξοδες και απάνθρωπες ιατρικές μεθόδους της εποχής.

Μην προσπαθήσετε να κάνετε προσθαφαίρεση του σημερινού έτους με την εποχή που διαδραματίζεται το παιχνίδι ώστε να βρείτε την ηλικία της πρωταγωνίστριας. Από νωρίς γίνεται εμφανές ότι ο χαρακτήρας που χειριζόμαστε δεν είναι κάτι περισσότερο από ένα avatar, που βοηθά στο να ακούσουμε την αφήγηση της Ρενέ. Η εξιστόρηση αυτού του σοβαρού θέματος, που όπως υποστηρίζει η LKA.it βασίζεται σε ντοκουμέντα, γίνεται έντεχνα, οδηγώντας σε διάφορες ιδιαίτερα άβολες εικόνες απάνθρωπης μεταχείρισης των ασθενών. Ο προσγειωμένος τρόπος με τον οποίο προβάλλονται αυτές οι καταστάσεις (δεν υπάρχει οτιδήποτε μεταφυσικό) τους προσδίδει έναν ακόμα μεγαλύτερο βαθμό αληθοφάνειας και αποκρουστικότητας.
Η δυσβάσταχτη ιστορία καταλήγει ιδανικά, καταδεικνύοντας τις τραγικές καταστάσεις που επικρατούσαν (πραγματικά, ελπίζουμε να αναφερόμαστε μόνο στο παρελθόν…). Η περιήγησή μας στο εγκαταλελειμμένο κτήριο δημιουργεί εύστοχα την εικόνα της αποσύνθεσης, λειτουργώντας με έμμεσο τρόπο στη δημιουργία της αίσθησης πως το κτήριο κατέστρεφε ψυχές αντί να τις επιδιορθώνει. Όπως καταλαβαίνετε, στα του σεναρίου το Tower of Light τα πάει πολύ καλά. Δυστυχώς, στους υπόλοιπους τομείς η εμπειρία χωλαίνει, σε βαθμό που τελικά ρίχνει τη συνολική αξία του παιχνιδιού. Στον τεχνικό τομέα η κατάσταση είναι απλά καλή, το εσωτερικό και εξωτερικό του κτηρίου είναι καλοφτιαγμένα, χωρίς βέβαια να είναι κάτι που δεν έχουμε ξαναδεί. Ετοιμαστείτε, ωστόσο, να ανεβάσετε τη φωτεινότητα στο τέρμα, καθώς ο φακός που κρατάει η Ρενέ στα χέρια της είναι με διαφορά ο πιο αδύναμος που έχουμε δει ποτέ σε παιχνίδι.

Η εξερεύνηση του κτηρίου είναι, απλά, ανύπαρκτη, καθώς δεν υπάρχει το οποιοδήποτε collectible που θα μπορούσε να δίνει περαιτέρω πληροφορίες για τις δράσεις του ιδρύματος (μία χαμένη ευκαιρία). Με την εξερεύνηση να μην έχει κανένα απολύτως νόημα, εμείς δεν έχουμε παρά να ακολουθούμε κάθε objective ευλαβικά. Σε ορισμένα σημεία, όμως (αν και όχι πολλά είναι η αλήθεια), τα objectives δεν είναι εντελώς ξεκάθαρα, με αποτέλεσμα να χρειάζεται να ψάχνουμε δεξιά, αριστερά το κτήριο. Παρόλο το σχετικά μικρό μέγεθος του ιδρύματος, η Ρενέ περπατάει τόσο βασανιστικά αργά, που η περιήγησή μας δεν αργεί να κουράσει αλλά και να οδηγήσει σε εκνευρισμό όταν δεν γνωρίζουμε ακριβώς την τοποθεσία του επόμενου προορισμού μας.
Εκτός αυτού, όμως, το περιορισμένο μέγεθος του παιχνιδιού ωθεί πολύ συχνά στο backtracking, κάτι που, όπως καταλαβαίνετε, δεν είναι και το καλύτερο στοιχείο όταν συνδυαστεί με τον αργόσυρτο βηματισμό της πρωταγωνίστριας. Ο ηχητικός τομέας είναι με τη σειρά του προβληματικός. Η μουσική δεν έχει αποδοθεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, καθώς, εκτός από το αδιάφορο των μουσικών θεμάτων, πολλές φορές σταματάει και ξεκινάει με εντελώς απότομο τρόπο, αλλοιώνοντας σημαντικά το λεγόμενο ως “immersion”. Η ηθοποιός που χαρίζει τη φωνή της αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μειονεκτήματα του Town of Light, πλήττοντας σημαντικά τη βαρύτητα της ιστορίας. Η ερμηνεία είναι απελπιστικά επίπεδη, δίχως ίχνος συναισθηματικής διακύμανσης. Είναι κρίμα, γιατί η ηθοποιός φαίνεται έντονα πως θα έπρεπε να είναι ένα στοιχείο ιδιάζουσας σημασίας για τη δημιουργία συναισθηματικής φόρτισης του παίκτη, κάτι που τελικά όχι μόνο δεν συμβαίνει, αλλά επηρεάζει αρνητικά σε τέτοιο βαθμό την αφήγηση, που πιστεύουμε ότι τελικά ίσως θα ήταν καλύτερο να υπήρχε μόνο κείμενο.

Η συνολική εμπειρία που αποκομίζει ο παίκτης παίζοντας το Town of Light αφήνει μία πικρή γεύση. Αξίζει να δει κάποιος μία σκληρή ματιά στην πραγματικότητα που επικρατούσε στα ψυχιατρικά ιδρύματα τις προηγούμενες δεκαετίες και να πάρει μία φρικιαστική ιδέα από τις μεθόδους που ακολουθούνταν σε άτομα με σοβαρά προβλήματα. Από την άλλη πλευρά, η εμπειρία γίνεται τόσο αργόσυρτη και κουραστική, που τελικά ζημιώνει τη σοβαρή θεματική του παιχνιδιού. Στη ζυγαριά των θετικών και αρνητικών το τελειωτικό βαρίδι το ρίχνει το αντίτιμο των 19 ευρώ, για μία εμπειρία που δύσκολα ξεπερνάει τις δυόμιση ώρες και –ως είθισται με το είδος- έχει μηδαμινό replay value.
Διαβάστε επίσης